Το χωριό «Τζεβαπλή» πρέπει να ήταν έδρα κάποιου,
μικρής δικαιοδοσίας, τουρκικού δικαστηρίου ή κάποιας μικρής διοικητικής αρχής,
αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι το επίθετο
«cevapli»
σημαίνει λόγος ή έγγραφο με απάντηση και το ουσιαστικό «cevap» η
απάντηση, γι’ αυτό και μετονομάστηκε σε Λαοδικηνό, σε ανάμνηση της πολίχνης των
στον Πόντο. Σε μικρή απόσταση απ’ αυτό
υπήρχαν άλλοι οικισμοί , χωρίς σχολείο
και εκκλησία όπως το «Χαϊνταρλή» και το «Αϊτσιλάρ», στους οποίους εγκαταστάθηκαν
πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη με τους οποίους οι χωριανοί μας δεν είχαν
ιδιαίτερες σχέσεις, ίσως διότι αυτοί μιλούσαν ελληνικά και ασχολούνταν κυρίως
με την αιγοπροβατοτροφία ενώ εκείνοι μιλούσαν ποντιακά και τουρκικά και
ασχολούνταν με τη γεωργία, το «Κάρτσαλι» με ποντίους κ.λπ. επτά χωριουδάκια που
μαζί με τα παραπάνω ήταν γνωστά σαν οικισμός «Μπαϊράμ Ντερέ», τουλάχιστον μέχρι
το 1926. Τα σπίτια στο χωριό δεν είχαν
υδραυλική εγκατάσταση και η προμήθεια σε νερό γίνονταν από ένα πηγάδι έξω από
το χωριό στο δρόμο προς το «Χαϊνταρλή». Μια ή δύο φορές το χρόνο στήνονταν
ολόκληρη επιχείρηση που έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα, για το άδειασμά του
πηγαδιού με κουβάδες και το καθάρισμα
του βραχώδους πυθμένα του. Στο πηγάδι αυτό κάθε χρόνο, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, πηγαίναμε οι νέοι
και οι νέες και με το γύρισμα του χρόνου συναγωνιζόμασταν στο ποιος πρώτος θα
αντλήσει νερό διότι υπήρχε η δοξασία ότι σε κάποια στιγμή της αλλαγής του
χρόνου ανεύλιζε στο πηγάδι χρυσός. Στη μέση του χωριού μας και πολύ κοντά στο
σπίτι μας υπήρχε πηγάδι πολύ βαθύ από το οποίο όμως δεν αντλούσαμε νερό διότι
ήταν ακάθαρτο και μολυσμένο από τους Τούρκους, όπως έλεγαν οι
γεροντότεροι. Πολύ κοντά σ’ αυτό υπήρχε
μια τεράστια μαρμάρινη γαβάθα σε κοινή των κατοίκων χρήση. Έβαζαν μέσα
της σιτάρι, το έβρεχαν λίγο και τρεις-τέσσερες νέοι ή και νέες το κοπανούσαν με
τεράστια ξύλινα σφυριά που τα ονόμαζαν «τοχμάδες» για να το
αποφλοιώσουν. Η διαδικασία αυτή έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα και οι νέοι
συναγωνίζονταν στο ποιος θα κατάφερνε δυνατό κοπάνισμα που πολλές φορές η
επιτάχυνσή του γινόταν εξαντλητική. Ήταν
μια μορφή επιδείξεως δυνάμεως όταν μάλιστα στη διαδικασία συμμετείχαν και
εύρωστες και κοκκινομάγουλες ποντιοπούλες. Το αποφλοιωμένο αυτό σιτάρι μετά το
στέγνωμά του το άλεθαν σε πέτρινους χειρόμυλους για να γίνει το πλιγούρι, τα
ποντιακά «κορκότα» που δεν έλειπε από κανένα ποντιακό σπίτι.
![]() |
Η γιαγιά Σοφία και η κόρη της Μαρίκα |
Αρχοντογιός,
αρχοντογιός παντρεύεται
Και
παίρνει προσφυγούλα,
Προσφυγούλα
μαυρομάτα μου
Και
παίρνει προσφυγούλα
Προσφυγούλα
σε κλαιν τα μάτια μου
Σαν
τόμαθε, σαν τόμαθε η πεθερά
Πολύ
της κακοφάνη
Προσφυγούλα
μαυρομάτα μου
Πολύ
της κακοφάνη
Προσφυγούλα
σε κλαιν τα μάτια μου
Πιάνει
δυο φι’ , πιάνει δυο φίδια ζωντανά
Κι’
ευθύς τα τηγανίζει
Προσφυγούλα μαυρομάτα μου
Κι’
ευθύς τα τηγανίζει
Προσφυγούλα
σε κλαίν’ τα μάτια μου
Έλα
νύφη μ’, έλα νύφη μ’ να φας φαΐ
Ψάρια
τηγανισμένα
Προσφυγούλα
μαυρομάτα μου
Ψάρια
τηγανισμένα
Προσφυγούλα
σε κλαίν’ τα μάτια μου
Και
με την πρω΄ και με την πρώτη πιρουνιά
Η
νύφη εφαρμακώθη
Προσφυγούλα
μαυρομάτα μου
Η
νύφη εφαρμακώθη
Προσφυγούλα
σε κλαίν’ τα μάτια μου.
Υπάρχει
και η τελευταία στροφή, που δεν θυμάμαι, και αναφέρεται στην επιστροφή του
«αρχοντογιού», ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπεριφορά της μάνας του προς την
αγαπημένη του, της λέει να ξαναπαντρευτεί, να κάνει άλλο γιο, τον οποίο να
παντρέψει με κόρη της αρεσκείας της και αυτοκτονεί.
(Συνεχίζεται...)
(Συνεχίζεται...)