

Στη μορφολογία, τα κύρια γνωρίσματα της διαλέκτου είναι:
(1) Η χρήση των άρθρων, επιθέτων και αντωνυμιών ουδέτερου γένους με ονόματα αρσενικά και θηλυκά: τα ημέρας.
(2) Τα έναρθρα αρσενικά σε -ος λήγουν, ως υποκείμενα, σε -ον: ο λύκον, ο διάβολον.
(3) Η κατάληξη του παρατατικού -(ι)να: εχτίζ(ι)να < έχτιζα, και του παθητικού αορίστου σε –θα (στην αρχαία -θην), αντί του κοινού -κα: εκοιμήθα < κοιμήθηκα, εγεννέθα < γεννήθηκα, εφέρθα < φέρθηκα.
(4) Η κατάληξη των παθητικών ρημάτων σε -κούμαι, -ίσκουμαι, -ίουμαι, και των σε -ώνω σε -ούμαι: γράφκουμαι < γράφομαι, ανακατούμαι < ανακατώνομαι.
(5) Τα θηλυκά επίθετα σε -εσσα, -ισσα, -ιαινα: ασπρέσσα < άσπρη, αγριέσσα < άγρια, ασκεμέσσα < άσχημη, μεγάλισσα < μεγάλη, ανοιχτομάταινα < ανοιχτομάτα, αλλά και μετοχές: χτυπημένεσσα < χτυπημένη.
(6) Η κατάληξη της γενικής των δευτερόκλιτων σε -ονος: τι κόσμονος < του κόσμου.
(7) Η διάσωση της κατάληξης -ας, της αιτιατικής πληθυντικού των πρωτοκλίτων και τριτοκλίτων, αντί της κατάληξης -ες, που χρησιμοποιείται σήμερα: αυλάς < αυλές, ημέρας < ημέρες, γυναίκας < γυναίκες, μήνας< μήνες, φοράς < φορές.
(8) Το μόριο κι (= δεν), από το ιωνικό ουκί.
(9) Διασώζονται οι κτητικές αντωνυμίες τ’ εμόν, τ’ εσόν, τ’ εμέτερον, όπως άλλωστε σε διαλέκτους της Καππαδοκίας λένε τ’ ομό, το σο, το κείνου.
(10) Διατηρούνται αρχαΐζοντες τύποι ρημάτων: πενητιώ < στερούμαι, σκωληκιώ < σκουληκιάζω, φτεριώ < φθείρω, και των μέσων ρημάτων σε –όομαι, -ούμαι, αντί του – ώνομαι: απλούμαι < απλώνομαι, πλερούμαι < πληρώνομαι, στεφανούμαι < στεφανώνομαι. (11) Η προστακτική του αορίστου σε –σον και –θετε (αρχαίο -θητι): βλάψον < βλάψε, κράξον < κράξε, ποίσον (ποίησον) < ποίησε, ευρέθετε < ευρεθείτε, φο(β)έθετε < φοβηθείτε. (12) Τα ενεργητικά και παθητικά απαρέμφατα: ανασκάψαι, ανασκαφτήναι, αναστέσναι (αναστηθήναι).