Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

10 μεγάλες αλήθειες για τη ζωή

 

Πρώτη σκληρή αλήθεια ζωής: Αν νομίζεις ότι η ζωή σου έχει τελματώσει, το λάθος είναι δικό σου!

Με άλλα λόγια, σου λείπει η δύναμη να πεις: «Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου και για όσα την αποτελούν.»


Δύο εργάτες καθημερινά σταματούσαν τη δουλειά τους και έτρωγαν το κολατσιό τους. Ο ένας συνέχεια παραπονιόταν κάθε φορά που άνοιγε το κολατσιό του: «Πάλι σάντουιτς με κεφαλοτύρι! Το μισώ το κεφαλοτύρι. Το σιχαίνομαι!» Αυτή η δουλειά γινόταν μήνες. Μια μέρα ο συνάδελφός του, ακούγοντάς τον να παραπονιέται ξανά για το περιεχόμενο του σάντουιτς, τον ρωτά: «Μα αφού δε σου αρέσει το κεφαλοτύρι, γιατί δε λες στη γυναίκα σου να μη σου ξαναφτιάξει τέτοιο σάντουιτς;». Τότε ο άλλος του απαντά: «Τι δουλειά έχει η γυναίκα μου, ρε φίλε; Τα σάντουιτς μου εγώ τα φτιάχνω!»


Ναι, φίλοι μου, εσείς και μόνο εσείς είστε οι αληθινοί υπεύθυνοι για την ποιότητα της ζωής σας και τα αποτελέσματά σας. Μπορεί να κατηγορείτε τους άλλους, το κράτος, τους γονείς, το σύστημα ή οποιονδήποτε άλλο θέλετε. Το θέμα είναι πως, όσο και να αναζητάτε θύτες για να δικαιολογήσετε τα αδικαιολόγητα, εσείς εξακολουθείτε να έχετε την πρωταρχική κυρίαρχη δύναμη που διαμορφώνει τη ζωή σας. Τη δύναμη να βροντοφωνάζετε: «Εγώ είναι υπεύθυνος! Εγώ μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου και θα κάνω σήμερα την αρχή!»

Ποιος έφτιαξε το δικό σας «σάντουιτς» σήμερα;

Δεύτερη σκληρή αλήθεια ζωής: Αν επενδύεις όλο σου το χρόνο στο να αναλύεις προτού αποφασίσεις να κάνεις κάτι, πού θα βρεθεί ο χρόνος να αποφασίσεις και να δράσεις;

Σταματήστε να γίνεστε τόσο αναλυτικά προγραμματισμένοι πριν κάνετε κάτι, γιατί τότε δε θα βρείτε χρόνο να υλοποιήσετε όλα εκείνα που έχετε προγραμματίσει! Οι Αγγλοσάξονες έχουν «κλέψει» δικές μας λέξεις για να παρουσιάσουν αυτό το ελάττωμα: Analysis – Paralysis το λένε κι όλοι μας μπορούμε να καταλάβουμε τη θέλουν να πουν!

Τρίτη σκληρή αλήθεια ζωής: Έχεις δύο επιλογές – να αντιδράσεις ή να ανταποκριθείς στη ζωή. Ποια επιλογή διαλέγεις;

Η ζωή μοιάζει με μια θεραπεία. Ο τρόπος που της συμπεριφερόμαστε κάνει τη διαφορά. Όταν κάποιος άρρωστος χρειάζεται να πάρει μια θεραπεία, στο τέλος της θεραπευτικής περιόδου ο γιατρός τον επανεξετάζει και αποφαίνεται αν ο οργανισμός του ασθενούς ανταποκρίθηκε στην θεραπεία ή αν… αντέδρασε στη θεραπεία. Στη δεύτερη περίπτωση ο ασθενής εξακολουθεί να υποφέρει και παραμένει στο ψάξιμο, την αναζήτηση γιατρειάς και την αγωνία.

Εσείς ανταποκρίνεστε ή αντιδράτε στις προκλήσεις που καθημερινά η ζωή απλώνει στο δρόμο σας;


Τέταρτη σκληρή αλήθεια ζωής: Οι άνθρωποι κάνουν συχνά πράγματα για λόγους που δεν είναι προφανείς.

Ακόμα και οι άνθρωποι που έχουν ποιότητα μπορούν να γίνουν -και συχνά γίνονται- μικρόψυχοι και μικροπρεπείς. Όσο περισσότερο απλώνεται το σκοτεινό «πέπλο» της αυτοαποκαλούμενης «παγκοσμιοποίησης» -που καμία σχέση δεν έχει με την παγκοσμιοποίηση που κάποτε υμνούσε ο John Lennon- τόσο περισσότερο θα μεταλλάσσονται οι ανθρώπινες συμπεριφορές. Οι σκληροί άνθρωποι θα γίνονται σκληρότεροι και οι παθητικοί στις προκλήσεις της ζωής θα υποφέρουν και θα βασανίζονται!

Πέμπτη σκληρή αλήθεια ζωής: Εκείνος που είπε πως το χρήμα δεν είναι το παν, μάλλον θα πρέπει να ήταν «μπατίρης»!

Φυσικά και προηγούνται η καλή υγεία, η αγάπη και τα τοιαύτα… Αλλά, φίλοι μου, όταν δεν υπάρχει η μέγιστη των ενεργειών, δηλαδή το χρήμα, τότε άντε να βρεις γιατρειά. Άντε να βρεις ηρεμία μυαλού να απολαύσεις ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα με τους αγαπημένους, να παίξεις τρυφερά με τα παιδιά σου…!


Το χρήμα είναι παντοδύναμο, γιατί η ενέργεια που αντιπροσωπεύει είναι παντοδύναμη. Τα κακά που προκαλεί τα κάνουν οι άνθρωποι. Ακριβώς όπως το νυστέρι στα χέρια ενός χειρουργού σώζει ζωές, ενώ στα χέρια ενός ψυχοπαθή «κόβει» ζωές, έτσι και το χρήμα.


Έκτη σκληρή αλήθεια ζωής: Οι άνθρωποι και οι νόμοι είναι υποκριτικοί. Μας ενοχλεί το απαγορευμένο, ενώ, παράλληλα, επιτρέπουμε το επικίνδυνο.

Νομίζουμε ότι μόνο τα ναρκωτικά σκοτώνουν, γι’ αυτό και ποινικοποιούμε τη χρήση τους. Η μόλυνση του περιβάλλοντος από την κρατική αδιαφορία, η ανύπαρκτη αστυνόμευση που επιτρέπει στον οικοπεδοφάγο να κάψει όλους τους πνεύμονες οξυγόνου της χώρας, γιατί δεν τιμωρούνται και δεν προλαμβάνονται ανάλογα;

Η τηλεόραση είναι ένα από τα σκληρότερα «ναρκωτικά». Ειδικά η αποχαυνωτική τηλεόραση που διαβρώνει συνειδήσεις, παραμορφώνει πρότυπα και καταβαραθρώνει ανθρώπινες αξίες και ιδανικά! Καθημερινά ακούω να μου λένε πόσο πολυάσχολοι είναι ορισμένοι και πως δεν τους μένει καθόλου ελεύθερος χρόνος για να κάνουν πράγματα που θέλουν. Αν, όμως, τους ρωτήσεις για τις εξελίξεις σε κάποιο από τα τελευταία τηλεοπτικά σίριαλ του συρμού, είναι πλήρως… ενήμεροι!


Πόσο σας κόστισε η τηλεόραση που αγοράσατε για το σαλόνι σας; Πεντακόσια, χίλια ευρώ; ΠΟΣΟ ΣΑΣ ΚΟΣΤΙΖΕΙ η καθημερινή της χρήση; Σε χρήμα, σε πνευματικότητα, σε έλλειψη επικοινωνίας, σε ώρες κενές, χωρίς σκέψη, χωρίς δημιουργική λειτουργία του μυαλού;


Πόσο μας κοστίζουν τα νοθευμένα, μπαγιάτικα, αισχροκερδώς υπερτιμολογημένα τρόφιμα που καθημερινά αγοράζουμε από τα μπακάλικα και τα σούπερ μάρκετ; Γιατί κανείς, μα κανείς, δεν ποινικοποιεί τη συστηματική αισχροκέρδεια και τη σταδιακή τροφική και ατμοσφαιρική δηλητηρίαση, που τόσο επαίσχυντα και ασύστολα εμπορεύονται οι λίγοι;


Έβδομη σκληρή αλήθεια ζωής: Πάντα, μα πάντα θα υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ποτέ δεν πρόκειται να σας συμπαθήσουν και να σας συμπεριφερθούν δίκαια και με σεβασμό.

Πάρτε το απόφαση: Είναι αδύνατο να τα έχετε καλά με όλους! Όσο και να το προσπαθήσετε, πάντα θα βρεθούν κάποιοι που θα σας απαξιώσουν, θα σας μειώσουν, θα σας κατηγορήσουν. Μην μπείτε στον κόπο να τους κερδίσετε. Είναι χάσιμο χρόνου και ενέργειας. Αντίθετα, αγκαλιάστε τους πραγματικούς σας φίλους και τιμήστε τους ειλικρινείς σας συμμάχους.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας γέρος, ένα αγόρι κι ένας γάιδαρος. Πήγαιναν στην πόλη και είχαν αποφασίσει ότι το αγόρι θα ήταν καβάλα. Καθώς προχωρούσαν, οι άνθρωποι τους κοιτούσαν και σχολίαζαν πόσο ντροπή ήταν για το νεαρό να είναι καβάλα και ο γέρος να περπατάει. Τότε το αγόρι και ο γέρος αποφάσισαν ότι μάλλον θα είχαν δίκιο εκείνοι που τους κριτίκαραν κι έτσι άλλαξαν θέσεις.


Μετά από λίγο, ενώ συνέχιζαν, κάποιοι άλλοι άνθρωποι νόμιζαν ότι ήταν κρίμα ένα τόσο νέο αγόρι να πηγαίνει με τα πόδια. Κι έτσι, αποφάσισαν να περπατάνε και να ξεκαβαλικέψουν το γάιδαρο.


Σύντομα, κι ενώ περνούσαν μπροστά από κάποιους άλλους ανθρώπους, μερικοί θεώρησαν βλακεία να τους βλέπουν να περπατούν και το γαϊδούρι να προχωράει χωρίς φορτίο. Ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν ότι είχαν δίκιο και καβάλησαν και οι δυο τους το γαϊδούρι.

Παρακάτω οι άνθρωποι άρχισαν να σχολιάζουν πόσο κρίμα ήταν για το γαϊδουράκι να κουβαλάει τόσο βαρύ φορτίο. Και τότε ο γέρος και ο νεαρός αποφάσισαν να ξεκαβαλικέψουν και να κουβαλήσουν οι ίδιοι το γάιδαρο.


Καθώς περνούσαν μια γέφυρα, το γαϊδούρι τούς ξέφυγε και έπεσε μέσα στο ποτάμι και πνίγηκε.

Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Αν προσπαθείς να τους ευχαριστήσεις όλους, γρήγορα θα πάθεις τόσο μεγάλη ζημιά που θα σου στοιχίσει. 
Εσύ θα βγεις χαμένος!

Όγδοη σκληρή αλήθεια ζωής: Αν κάνεις παρέα με κοράκια, μην παραξενευτείς αν συνέχεια μπροστά σου βλέπεις ψοφίμια! (Περσική παροιμία)

Ποιο είναι το περιβάλλον των ανθρώπων που σας περιστοιχίζουν; Είναι άνθρωποι με όραμα, με στόχους, με ιδανικά και φιλοδοξίες; Ή μήπως είναι άνθρωποι που η ζωή τους είναι μίζερη και σκοτεινή. Γεμάτη απογοήτευση, άρνηση και γκρίνια;

Στα διάφορα σεμινάρια και ομιλίες μου χρησιμοποιώ κάποια «κοσμητικά» επίθετα για την κατηγορία των αρνητικών ανθρώπων που περιστοιχίζουν τις ζωές μας και είναι πρόθυμοι, έτοιμοι και ικανοί να μας κάνουν σας κι αυτούς. «Μολυσματικές προσωπικότητες», «ενεργειακοί βρικόλακες», «ζόμπι του περιβάλλοντος» ή «χάνιμπαλ λέκτορς» της ζωής μας υπάρχουν παντού. Μέσα κι έξω από τα σπίτια μας και τις δουλειές μας. Είναι στο χέρι σας να τους αποβάλλετε μια για πάντα.


Γι’ αυτό κι εσείς, φίλοι μου, σταματήστε να κάνετε παρέα με ανθρώπους που είναι περισσότερο «μπερδεμένοι» από εσάς. Έχω παρατηρήσει πως όλοι εκείνοι που δεν έχουν τι να κάνουν με τη ζωή τους, θέλουν να το κάνουν μαζί μου. Εγώ προσωπικά δεν έχω ούτε μερικά ελάχιστα δευτερόλεπτα χρόνου γι’ αυτούς. Για να τους ακούσω, να τους μιλήσω, να τους καταλάβω! Εσείς;


Ένατη σκληρή αλήθεια ζωής: Όταν αναζητάς μια σωστή συμβουλή από κάποιον, ποτέ μην απευθύνεσαι μόνο σ’ εκείνους που σ’ αγαπούν.

Αναζήτησέ την ανάμεσα σ’ εκείνους που έχουν κάνει με επιτυχία πριν από εσένα αυτό για το οποίο θέλεις τη συμβουλή, έστω κι αν αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι φίλοι σου.
Ουδέν σχόλιο!

Δέκατη σκληρή αλήθεια ζωής: Συν Αθηνά και χείρα κίνει!

Μάθε να μη ζητάς από το Θεό να γίνει οικονόμος και οικιακή σου βοηθός. Έτσι, δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρεις τίποτα στη ζωή. Έχε υπόψη πως ο Θεός μπορεί να κάνει για σένα μόνο όσα μπορεί να κάνει μέσα από εσένα. Αυτό σημαίνει ότι εσύ και μόνον εσύ είσαι σε θέση να κάνεις την αρχή για οποιαδήποτε προσπάθεια θέλεις να φέρεις σε πέρας. Ναι, καλοί είναι οι φίλοι, οι χορηγοί, οι υποστηρικτές, οι δανειστές και όλοι οι άλλοι. Το θέμα είναι πως, από τη στιγμή που εσύ έχεις και την ευθύνη του πεπρωμένου σου, εσύ έχει και το δικαίωμα της επιλογής των πρωτοβουλιών και των δράσεων που θα αναλάβεις. Εσύ!


Γι’ αυτό, φίλε και φίλη, θυμήσου: Η ζωή μοιάζει με ένα φαστφουντάδικο και όχι εστιατόριο πολυτελείας. Στα εστιατόρια πολυτελείας πρώτα τρως και ύστερα έρχεται ο λογαριασμός και πληρώνεις. Στα φαστφουντάδικα πρώτα πληρώνεις και ύστερα τρως.

Ο αετός και το σκουλήκι



Κάποτε ένας αετός συνάντησε ένα σκουλήκι και έπιασε κουβέντα μαζί του.

- Είσαι ευτυχισμένο; το ρώτησε.

- Εσύ είσαι; τον ρώτησε και το σκουλήκι.

- Είναι στιγμές… όταν τα πράγματα πηγαίνουν όπως θέλω ή όταν πετυχαίνω κάτι και με θαυμάζουν τότε είμαι ευτυχισμένος, τον άλλον χρόνο δεν είμαι.

- Εγώ, όμως, είμαι σκουλήκι και πηγαίνω όπως πάει η γη και δεν υπάρχει κάτι που μπορώ να πετύχω, γι’ αυτό είμαι ευτυχισμένος πάντα. Απολαμβάνω, μαθαίνω και χαίρομαι με όλα όσα ζω!

- Ζεις; Τι ζεις μωρέ; Εδώ δεν λέω ότι ζω εγώ που πετάω ψηλά και τα βλέπω όλα! και λες ότι ζεις εσύ;

- Ναι! Τα βλέπεις όλα… αλλά τα βλέπεις από μακριά ενώ εγώ τα βλέπω από κοντά! του απάντησε το σκουλήκι και χώθηκε στη γη.


Αντώνης Παπαευθυμίου

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

Ο πελτές του Μήτσου

Νεαρός ήταν όταν κατέβηκε στην Αθήνα να κάνει την τύχη του.
Τρία βρακιά ήταν όλη η περιουσία του.
Δύσκολα ήταν, εκείνα τα χρόνια.
Σιγά-σιγά κάτι κατάφερε ο Μήτσος και νοίκιασε ένα υπόγειο στο Παγκράτι, κατέβαινε πολλά σκαλιά σ' ένα τυφλό δωμάτιο που δεν είχε καθόλου φως.

Μετά από κανένα χρόνο μετακόμισε στα Πατήσια.
Τώρα θα μου πείτε από Παγκράτι πως βρέθηκε στα Πατήσια. Να, η διαδρομή ήταν μία, με ένα εισιτήριο, Κολιάτσου-Παγκράτι. Έτσι προέκυψε το δωμάτιο στα Πατήσια.
Παλάτι του φάνταζε το δωμάτιο στα Πατήσια. Ήταν και ημιυπόγειο. Είχε και μια μικρή, τόση δα αυλίτσα στον ακάλυπτο.
Παρέες δεν είχε ο Μήτσος στην Αθήνα, όλο δούλευε και άμα γύρναγε στο "σπίτι" του, ευχαριστιόταν, καθάριζε, τακτοποιούσε, ξεκουράζονταν και διάβαζε.
Κάποια στιγμή πήρε και ένα ψυγειάκι από το Μινιόν. Μεγάλες χαρές. Ήθελε το "σπίτι" του να το φτιάξει σπιτικό. Να μάθει να μαγειρεύει, να κόψει τα σουβλάκια. Τα πιτόγυρα.
Ένα απόγευμα, γύρναγε από τη δουλειά και συναντάει ο Μήτσος που λέτε, ένα φίλο του από πάνω από την πατρίδα. Έτσι στο πουθενά, βρήκε ένα γνωστό, ίδια ηλικία είχανε περίπου.

— Μπάμπη; Τι θες εδώ;

— Μήτσο, εσύ είσαι;
Αγκαλιές, φιλιά. Ο Μπάμπης είχε κατέβει από το χωριό για μια δουλειά. Φτώχεια κι αυτός, τα είπανε λίγο κι ο Μήτσος κατάλαβε.

— Μπάμπη, θα έρθεις στο σπίτι. Θα μαγειρέψουμε, θα φάμε, θα ξεκουραστείς, θα κοιμηθείς και αύριο με το καλό πας στη δουλειά σου.
Στο δρόμο αγόρασαν ψωμί, μισή δραχμή έκανε.
Φτάσανε στο ημιυπόγειο, όλο καμάρι ο Μήτσος του έκανε χώρο να περάσει.
Πήγε ο Μήτσος στο κουζινάκι, άνοιξε το ψυγείο και το ψυγείο ήταν άδειο, μόνο μια μικρή κονσέρβα πελτέ. Ντοματοπελτέ. Ντομάτα σάλτσα, πως την λένε.
Δαγκώθηκε ο Μήτσος, αλλά τί να κάνει δραχμή δεν υπήρχε στην τσέπη.

— Μπάμπη, θα φτιάξουμε, ένα φαΐ που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.

Έβαλε το κατσαρολάκι στο πετρογκάζ, το γέμισε νερό και έριξε τον πελτέ μέσα στο νερό και το άφησε να πάρει μια βράση. Δυο πιάτα είχε ο Μήτσος, "έστρωσε" το τραπεζάκι και σέρβιρε την σούπα πελτέ.
Χαμογέλασε ο Μπάμπης και κάθισε στο τραπεζάκι. Βούταγαν το ψωμί μέσα στο ζουμί και έτρωγαν με βουλιμία. Έτσι ξεγέλασαν την πείνα τους.
Πέρασαν χρόνια κι ο Μήτσος συναντήθηκε με τον Μπάμπη στην Θεσσαλονίκη. Ήταν αλλιώς τα πράγματα.
Πήγαν για καφέ και θυμήθηκαν τα παλιά. Γέλαγαν με το περιστατικό του ντοματοπελτέ.
Όταν χωρίζανε, γυρίζει ο Μπάμπης και λέει στον Μήτσο:

— Να σου πω Μήτσο, από τότε, έχω αδειάσει πολλά πιάτα, αλλά να ξέρεις την νοστιμιά που είχε εκείνο το ντοματόζουμο δεν την ξαναβρήκα. Είχε πολλή αγάπη εκείνος ο πελτές, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, κι άμα τρώω ένα ωραίο φαγητό, πάντα λέω:
«Σαν τον πελτέ του Μήτσου όμως, δεν είναι».

http://hamomilaki.blogspot.gr

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Η πραγματικότητα είναι πάντα ίδια, η ερμηνεία αλλάζει



"Εμένα μου φαίνεται πως οι γονείς μου γέρασαν και το ‘χουν χάσει".

"Και μένα μου φαίνεται πως εσύ τους κοιτάς με διαφορετικά μάτια".

"Μα τι σημασία έχει αυτό; Αυτό που είναι, είναι όπως λες κι εσύ".

"Άκουσε μια ιστορία".

Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη.

Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα, κι αν παραβίαζε την εντολή του θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
"Μα δεν είναι θαυμάσιο"  είπε " αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη."

Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο που είχε στο καλάθι της.
"Φαίνονται γλυκά" είπε ο βασιλιάς.

"Πράγματι" αποκρίθηκε η βασίλισσα. Κι απλώνοντας το χέρι της έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο στον αγαπημένο της.

"Πόσο με αγαπάει” σχολίασε μετά ο βασιλιάς "στερήθηκε την απόλαυση της για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική;"

Πέρασαν ορισμένα χρόνια-και ποιος ξέρει- το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν απ τη καρδιά του. Καθόταν μαζί μ ένα στενό του φίλο κι έλεγε:

"Ποτέ δε φέρθηκε σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο."

"Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο." είπε.

"Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι" έλεγε ο Μπάντουιν ο σοφός. Αν ότι βλέπεις ταιριάζει "γάντι" με τη πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει


… τότε


ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ!!!



_______________


~ Χόρχε Μπουκάι ” ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ”

Μια μικρή αληθινή ιστορία

Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος। Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα। Τα παιδιά που γεννιούνται µε αυτή τη βαριά ανωµαλία -πολύ σπάνια ευτυχώς- έχουν πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, ή τουλάχιστον είχαν όταν ο Μαρκ ήρθε στον κόσµο. Δεδοµένης της ανικανότητας να παραχθούν αντισώµατα, οποιαδήποτε µόλυνση µπορούσε να τον αποτελειώσει σε λίγες εβδοµάδες, όσο συνηθισµένη κι αν ήταν για έναν κανονικό άνθρωπο. Η µόνη λύση ήταν να δηµιουργηθεί γύρω του ένα αποστειρωµένο περιβάλλον, όπου ο Μαρκ θα µπορούσε να ζει ελπίζοντας πως η επιστήµη θα ανακάλυπτε µια άλλη λύση για το ανοσοποιητικό του πρόβληµα.
Γιος ενός αυστηρού και εργατικού αγροτικού γιατρού και µιας δασκάλας, ο Μαρκ είχε την ευκαιρία να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας χάρη στις οικονοµικές προσπάθειες των γονιών του, χάρη στο δικό του θάρρος και κυρίως, χάρη στη σχεδόν αποκλειστική αφοσίωση της µητέρας του. Ζώντας σε µια κρεβατοκάµαρα κι ένα γραφείο µ’ ένα µπάνιο ανάµεσά τους και αποµονωµένος από το υπόλοιπο σπίτι και τον κόσµο, µε ερµητικά κλειστές πλαστικές κουρτίνες, τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του δεχόταν µετρηµένες επισκέψεις στον ιδιωτικό και προστατευµένο χώρο του. Για να αποφευχθεί η εισαγωγή µικροβίων που θα αποτελούσαν πιθανή απειλή για τη ζωή του Μαρκ, κανείς δεν µπορούσε να τον πλησιάσει χωρίς να έχει πλύνει τα χέρια του µε αντισηπτικό και χωρίς να φοράει αποστειρωµένα ρούχα, στολή χειρουργού, µπότες και µαντίλι στο στόµα. Κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι χρόνων, ο Μαρκ είχε µάθει ό,τι ήξερε από τα αυστηρά και µεθοδικά µαθήµατα της µητέρας του, τις εις βάθος συζητήσεις µαζί της, από λίγα βιβλία που έφταναν στα χέρια του (καινούρια, καθαρά και αποστειρωµένα) και από τα λίγα που έβλεπε στην τηλεόραση. Εκτός από αυτά, ο µοναδικός του τρόπος επικοινωνίας ήταν γράµµατα, φωτογραφίες και κάποιες συζητήσεις από το τηλέφωνο µε την υπόλοιπη οικογένεια.
Ήταν η µέρα που συµπλήρωσε τα εικοσιένα του, όταν ζητησε από τη µητέρα του να αλλάξει και να µπει στο δωµάτιό του. Ήθελε να της µιλήσει.


«Μαµά» της είπε πολύ ήρεµα, «έχω πάρει µια απόφαση. Θα ταξιδέψω … »
Η µητέρα παρέλυσε όταν άκουσε το γιό της. Βγαίνοντας από το αποστειρωµένο περιβάλλον του δωµατίου του έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του. Πράγµατι, η µοναδική φορά που είχε εγκαταλείψει το δωµάτιο ήταν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας του και, παρά τις προφυλάξεις που είχε πάρει, ένας ιός της γρίπης που έφτασε στο σώµα του παραλίγο να τον σκοτώσει.

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Η πανσέληνος του Μαΐου και η γιορτή του Βεσάκ

Στην καρδιά της 'Aνοιξης, όταν τα πάντα ανθίζουν, τότε μοιάζει νά' ναι το ξεκίνημα της χρονιάς! Ακριβώς αυτή την εποχή μια πανάρχαια και παγκόσμιας σημασίας γιορτή λαμβάνει χώρα. Το Βεσάκ!

Η Γιορτή του Βεσάκ μέσα στο Χρόνο




Η κοιλάδα των Ιμαλαϊων όπου  λαμβάνει χώρα η γιορτή του Βεσάκ

Λέγεται ότι πρόκειται για μια από τις πιο παλιές γιορτές. Ήταν γνωστή ακόμη στην εποχή της Ατλαντίδας και γιορταζόταν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Μόνο που είχε άλλο όνομα, το οποίο σήμερα είναι γνωστό μόνο στους Μύστες των Εσωτερικών Πεδίων.

Μέσα στην καρδιά της 'Aνοιξης, όταν τα πάντα ήταν ανθισμένα τελείτο η γιορτή, η οποία θεωρείτο σαν το ξεκίνημα όλης της χρονιάς.

Λέγεται πως οι Ατλάντιοι ιερείς γιόρταζαν μυστικά το Βεσάκ με πολύ δυναμικές τελετές, παρόλο που ο λαός είχε τις δικές του εξωτερικές εορτές και γιόρταζε χωρίς να γνωρίζει το τι ακριβώς κάνει. Μετά την καταστροφή της Ατλαντίδας χάθηκε και η γιορτή και οι εσωτερικές λειτουργίες της. Από τα διάφορα ιερατεία αναπτύχθηκαν άλλες γιορτές, συνήθως μέσα στο μήνα Μάη, που είχαν να κάνουν κύρια με την Φύση. Μόνο λίγοι μυημένοι γιόρταζαν υποσυνείδητα την αναγέννηση, γιατί το Βεσάκ είναι αναγέννηση. Είναι Θάνατος και Αναγέννηση.

Όταν αναπτύχθηκε η Αίγυπτος, γεννήθηκαν ορισμένες εξελιγμένες οντότητες που θέλησαν να αναβιώσουν το Βεσάκ, χωρίς τελικά να το επιτύχουν, καθώς συνάντησαν την αρτηριοσκληρωτική αντίδραση του ιερατείου. Οι Αιγύπτιοι κατείχαν μεγάλο μέρος της αλήθειας, αλλά δεν μπόρεσαν να το ανακαλύψουν σε όλη του την έκταση.

Οι όποιες προσπάθειες σταμάτησαν και η ιδέα πέρασε στην Ελλάδα μέσω της Κρήτης, ενώ μέσω της Μεσογείου θαλάσσης μεταφέρθηκε στα δυτικά κράτη, όπου και βρήκε μεγάλη απήχηση. Ιστορικά, για την περίοδο της Μεγάλης Ελλάδας, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για αυτές τις περιοχές, παρόλο που υπήρχαν λατρείες εξίσου βαθιές με εκείνες των Αρχαίων Ελλήνων. Γιόρταζαν με την ίδια πίστη τον ερχομό του νέου έτους. Είχαν μια εσωτερική γλώσσα επικοινωνίας για τα πουλιά, τα ζώα και τα φυτά κάθε μεγέθους και κάθε είδους. Ήταν πιο πρωτόγονοι σε εμφάνιση και σε καλλιέργεια, αλλά τα αισθήματά τους ήταν αγνά και διοχετεύονταν με όλη τους την παρόρμηση στα εσωτερικά πεδία.

Υπήρχαν τρεις κύριες περιοχές που αυτός ο γιορτασμός είχε ιδιαίτερο τελετουργικό χαρακτήρα. Η μία ήταν στα βόρεια της σημερινής Αγγλίας, στα σύνορα της με τη Σκωτία. Η άλλη βρισκόταν χαμηλά στο Νότο, στο μέρος εκείνο της Ισπανίας και της Γαλλίας που βρέχεται από θάλασσα. Και η τρίτη περιοχή βρισκόταν βόρεια, σχεδόν στις παγωμένες ζώνες, όπου η 'Aνοιξη ερχόταν αργά, αλλά όταν ερχόταν ήταν ένα κάλεσμα ζωής και χαράς για όλους.

Λέγεται πως τα μυστήρια του Βεσάκ τα γιόρταζαν πάντα μέσα στα δάση, ποτέ στους συνοικισμούς τους, πάντα μέσα στη φύση. 'Aναβαν φωτιές για να ελκύσουν την θεϊκή ενέργεια, και αρέσκονταν να πλένονται σε ποτάμια και σε μικρούς καταρράκτες μέσα στα δάση, για να εξαγνίζουν το σώμα τους και να το αφήσουν καθαρό κάτω από τις ηλιακές ακτίνες, σύμβολο ενέργειας και δύναμης. Σε αυτές τις γιορτές ποτέ δεν θυσίαζαν ζώα, αφιέρωναν μόνο καρπούς. Τους άρεσαν να μοιράζονται την τροφή τους με την δίκαιη πηγή δύναμης, η οποία θα τους την επέστρεφε μετουσιωμένη σε άλλη μορφή ενέργειας.

Τον ίδιο καιρό, λοιπόν, στη Μεγάλη Ελλάδα, οι γιορτές δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν τον ίδιο χαρακτήρα όπως στην υπόλοιπη πρωτόγονη Ευρώπη. Πάντα σε αυτόν το χώρο υπήρχαν πιο ανεπτυγμένα μυαλά, πιο οργανωμένη σκέψη, αλλά ταυτόχρονα, οι άνθρωποι ήταν λιγότερο πολωμένοι στην μοναδική πηγή δύναμης. Ωστόσο σε αυτό τον χώρο ξαναγεννήθηκε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό μυημένων υπάρξεων. Όλοι οι μυημένοι του αρχαιότερου κόσμου πέρασαν από αυτό το κομμάτι της γης και άφησαν τα ίχνη τους. Αυτοί έδωσαν και την πρώτη ώθηση για το γιορτασμό του Βεσάκ. Ήταν γιορτασμός της φύσης και της δύναμης που περικλείει μέσα της. Ήταν ο γιορτασμός της ενέργειας που διαχεόταν πάνω σε όλα τα ζωντανά δημιουργήματα, ήταν ο Ήλιος σε όλο του το μεγαλείο, που έλουζε την Γη σε μια περίοδο χωρίς βροχές. Πολλές από τις αρχαίες γιορτές δεν γιορτάζονταν τυχαία την 'Aνοιξη όπως και τα δικά μας Ελευσίνια.

Γιορταζόταν ακόμη και από τους Ινδιάνους, οι οποίοι κατάφερναν να εφελκύσουν ένα μέρος της ενέργειας που πλανιόταν γύρω από τον πλανήτη κατά την ημέρα του Βεσάκ. Και μπορούσαν να την χρησιμοποιούν με διάφορους τρόπους. Δεν είναι ψέματα πως μπορούσαν να προκαλέσουν βροχή ή άλλα φυσικά φαινόμενα. Είχαν αυτήν την δύναμη, η οποία αναπτύχθηκε στα βάθη των αιώνων, και πήγαζε από την εφέλκυση αυτής της ιδιαίτερης ενέργειας. Πολλοί από τους Ινδιάνους ήταν μάγοι, και ένα ποσοστό μυημένων βρισκόταν ανάμεσά τους για πολλές ενσαρκώσεις, σαν ένα απαραίτητο στάδιο εκπαίδευσης.

Αλλά όμως, οι άνθρωποι καταστρέφουν ό,τι θείο τους έχει δοθεί. Μαζί με τους πολιτισμούς τους κατέστρεψαν και την εσωτερική τους υπόσταση καθώς και όση εσωτερική διδασκαλία είχαν λάβει. Μόνο κάπου μέσα στο Μεσαίωνα φάνηκαν πάλι κάποια ίχνη αυτού του γιορτασμού που δυστυχώς πνίγηκαν στο αίμα και την φωτιά. Υπήρξαν και παλαιότερα κάποια σημάδια για αυτό τον γιορτασμό στους Εβραίους, που εμείς σήμερα το ονομάζουμε Πάσχα. Αλλά και αυτά σιγά-σιγά με τον καιρό έφτασαν σε εμάς τελείως διαφοροποιημένα και παραποιημένα από την πραγματικότητα.

Όσο για την Ανατολή, το Βεσάκ γιορταζόταν αρκετές χιλιετηρίδες π.Χ., κάπου με μεγάλη πίστη και ευλάβεια από όλους τους ανθρώπους και αλλού από μικρές μειονότητες. Οι Κινέζοι, οι Ινδοί και οι Ιάπωνες καθώς και μια φυλή στη έρημο της Σαχάρα γιόρταζαν με μεγάλη ιδιαιτερότητα το Βεσάκ. Ήταν μια λατρεία πραγματικά πρωτόγονη, αλλά και γεμάτη δύναμη. Η Ανατολή ήταν εκείνη που κατόρθωσε να σώσει μέσα στους αιώνες την ύπαρξη αυτής της γιορτής, που ήδη έχει αρχίσει να αναβιώνει και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Δεν είναι γιορτή, είναι μεγαλείο, είναι κατανόηση αυτού που απλόχερα μας δίνεται, κατανόηση του πώς πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε ώστε να το πάρουμε πίσω μετουσιωμένο σε μια άλλη μορφή. Είναι σαν μια Πνευματική Πρωτοχρονιά.

Κατά το Βεσάκ, αυτόν το φυσικό κύκλο κάθε χρόνο, υπάρχει μια νέα εισροή δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές έχουν την τάση να συμπιέζονται όλο και περισσότερο προς τον πλανήτη και να εισχωρούν στους ανθρώπους. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τις δεχτούμε και να τις χρησιμοποιήσουμε κατάλληλα για το διάστημα μιας ολόκληρης χρονιάς. Εάν δεν είμαστε δεκτικοί, η δύναμη αυτή θα προκαλέσει φοβερές ζημιές διότι, μια ενέργεια που δεν βρίσκει δίοδο να διοχετευθεί γίνεται καταστροφική ενώ παραμένει ανεξάντλητη μέχρι το επόμενο Βεσάκ. Και το πιο σημαντικό είναι πως, όλη αυτή την ενεργοποίηση πρέπει να την χρησιμοποιήσουμε και να την αποδώσουμε δημιουργικά. Το δημιουργικό έργο και η υπηρεσία προς την ανθρωπότητα και τον πλανήτη θα είναι η γείωση και η επισφράγιση αυτής της σημαντικής γιορτής.

Η Μεγάλη Γιορτή του Βεσάκ

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Άκου τη φωνή μέσα σου...

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε


Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύ­σκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρα­σε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρ­ρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. 

Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκο­λη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…
Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς κα­θόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπο­ρέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.
Κοιτάζει προς τα πάνω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει… Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβά­της δεν βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σω­θεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.
Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια’ δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά κατα­λαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πώς να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;
Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.
Όμως, τι να κάνει;
Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως κατα­λαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή από μέσα του που του λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!»
Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύ­ριό του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λύσου!…
Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!» Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφα­σιστικά λέει μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ’ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλω­στή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.
**************
Λέω, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.
Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.
Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δε­μένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώ­σουν από την κατάρρευση.
Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει. Πιστεύ­ουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό.
Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν απο­δεσμευτούμε.
********
 Jorge Bucay – Ο Δρόμος των Δακρύων