Σάββατο 21 Μαρτίου 2015
Δύο αστείες ιστορίες από την αρχαιότητα
«Αρχαία» θεματικά πάρκα στην Τουρκία και βρετανικό «χιούμορ»
Του ΓΙΑΓΚΟΥ ΑΝΔΡΕΑΔΗ
Με τον τίτλο «Οι μουσουλμάνοι Πόντιοι που μιλούν «ρωμέικα»», η κυρία Ιωάννα Νιαώτη δημοσίευσε στην «Ε» ένα άρθρο βασισμένο σε δημοσίευμα της αγγλικής «Ιντιπέντεντ». Το δημοσίευμα μας πληροφορεί ότι η γλωσσολόγος κ. Ιωάννα Σιταρίδου, λέκτωρ του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, ανακάλυψε «την πιο… στενή ζωντανή συγγενή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας». Με το κατάλληλο ανάλαφρο ύφος, η αγγλική εφημερίδα προσθέτει ότι «αν (οι κάτοικοι της περιοχής αυτής του τουρκικού Πόντου) φορούσαν χιτώνες και σπούδαζαν τους κλασικούς, θα μπορούσαν να ανοίξουν ένα θεματικό πάρκο αρχαίας Ελλάδας και να κάνουν ευτυχισμένους τους καθηγητές κλασικών σπουδών σε όλο τον κόσμο».
Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821
Έτσι περιγράφει την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του 1821 ένας εκ των πρωταγωνιστών της, ο Σερραίος επαναστάτης Ν. Κασομούλης, καταδεικνύοντας το κοινωνικό της περιεχόμενο. Έκτοτε, αυτό εκτοπίστηκε από την κρατούσα ιστοριογραφία, για να κυριαρχήσουν το θρησκευτικό και μια «υπερταξική» έννοια του εθνικού ως αποκλειστικά κίνητρα της Επανάστασης.
Σε κάθε ιστορική εποχή, μια κοινωνική τάξη προβάλλει ως πρωτοπόρα, αποτελώντας την ηγέτιδα δύναμη - μοχλό της κοινωνικής προόδου. Την περίοδο που εξετάζουμε, ο ρόλος αυτός ανήκε στην αστική τάξη, η οποία διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος. Σε μια μακρόχρονη πορεία, οι φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής έγιναν εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων, των καπιταλιστικών. Έπρεπε, λοιπόν, να σπάσουν. Και έσπασαν, με τη νίκη των αστικών επαναστάσεων, οι οποίες συνέτριψαν τη φεουδαρχική εξουσία και συγκρότησαν τα αστικά έθνη - κράτη.
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015
Ο αφορισμός της Φιλικής Εταιρείας και του Υψηλάντη
Ο Σουλτάνος όταν έμαθε για την επανάσταση των Ελλήνων έγινε εξαλλος και υπέγραψε διάταγμα εξοντωτικό για τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το μόνο που έμενε ήταν να το προσυπογράψει και ο θρησκευτικός Τούρκος ηγέτης Χατζή Χαλίλ Εφέντης.
Ο Σεϊχουλισλάμης όμως αρνήθηκε να εκδώσει φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμιών, με το επιχείρημα ότι το Κοράνι δεν επέτρεπε τη σφαγή αθώων. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Ο Σουλτάνος τα έβαζε με τους βεζίρηδές του για επιεική στάση εναντίον των Ελλήνων.
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ καταλάβαινε ότι θα ακολουθούσαν θηριωδίες που θα ισοδυναμούσαν με γενοκτονία και δεχόταν μεγάλες πιέσεις από την Υψηλή Πύλη. Παρά τη συμμετοχή του στην προετοιμασία του Αγώνα και τις σχέσεις του με τη Φιλική Εταιρεία, έπρεπε να διαχωρίσει τη θέση της Εκκλησίας από την Επανάσταση. Έτσι προχώρησε στον αφορισμό του Πατριαρχείου κατά της Φιλικής Εταιρείας και του κινήματος Αλέξανδρου Υψηλάντου και Μιχαήλ Σούτσου.
Την απόφαση για αφορισμό την έλαβε σώμα 72 εκπροσώπων της Ρωμιοσύνης της Κωνσταντινούπολης μεταξύ των οποίων ιερείς και πολιτικοί.
Η στάση αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής μεταξύ των μελετητών της ιστορίας. Το κείμενο του αφορισμού αρχικά αναφέρεται στη βάση της ηθικής και της ευγνωμοσύνης που «κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτητα και αλαζονεία, ότε προσδιορισθείς της Μολδαβίας ηγεμών ως μη όφειλε Μιχαήλ Σούτσος και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδα Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλεξάντρος Υψηλάντης»....
Οι δύο αγωνιστές αποκαλούνται επίσης απονενοημένοι, αλαζόνες, δοξομανείς, ματαιόφρονες, ψευδολόγοι», που προσέλκυσαν «κακοήθεις και ανοήτους», που διέσπειραν και αποστόλους «δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας».
Ο αφορισμός περιλαμβάνει και αναφορά για τη ρωσική βοήθεια στην οποία υπολόγιζαν οι επαναστάτες. «Πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα. Επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν Αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος Πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν», αναφερόταν χαρακτηριστικά στον αφορισμό....
Το κείμενο επιχειρούσε να δείξει ως «έργον μιαρόν» την επανάσταση που απειλούσε τα προνόμια που απολάμβαναν το υποτελές Έθνος. «Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία»....
Ο αφορισμός αφορούσε επίσης και όσους υποστήριζαν τους επαναστάτες. «Αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος».
Ο αφορισμός πάντως δεν είχε αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα. Από τους 23 Αρχιερείς που υπέγραψαν το “αφοριστικό” κείμενο, το ένα τρίτο συμπεριλαμβανομένου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε”, πλήρωσαν με την ζωή τους και πολλοί δοκιμάστηκαν σκληρά με φυλακίσεις, εξορίες και περιορισμούς. (http://1myblog.pblogs.gr/2013/03/oi-arhiereis-ston-agwna-toy-1821.html)
Ο Υψηλάντης καθησύχαζε με επιστολή του τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ότι «ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους
παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου».
Ο Σουλτάνος τελικά στράφηκε εναντίον του Γρηγορίου Ε”, αλλά ο Πατριάρχης απέρριψε προτάσεις ακόμη και υπαλλήλων ξένων πρεσβειών να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη.
Mετά τη λειτουργία του Πάσχα στις 10 Απριλίου 1821 ο Γρηγόριος συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες....
www.mixanitouxronou.gr
Ο Σεϊχουλισλάμης όμως αρνήθηκε να εκδώσει φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμιών, με το επιχείρημα ότι το Κοράνι δεν επέτρεπε τη σφαγή αθώων. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Ο Σουλτάνος τα έβαζε με τους βεζίρηδές του για επιεική στάση εναντίον των Ελλήνων.
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ καταλάβαινε ότι θα ακολουθούσαν θηριωδίες που θα ισοδυναμούσαν με γενοκτονία και δεχόταν μεγάλες πιέσεις από την Υψηλή Πύλη. Παρά τη συμμετοχή του στην προετοιμασία του Αγώνα και τις σχέσεις του με τη Φιλική Εταιρεία, έπρεπε να διαχωρίσει τη θέση της Εκκλησίας από την Επανάσταση. Έτσι προχώρησε στον αφορισμό του Πατριαρχείου κατά της Φιλικής Εταιρείας και του κινήματος Αλέξανδρου Υψηλάντου και Μιχαήλ Σούτσου.
Την απόφαση για αφορισμό την έλαβε σώμα 72 εκπροσώπων της Ρωμιοσύνης της Κωνσταντινούπολης μεταξύ των οποίων ιερείς και πολιτικοί.
Η στάση αυτή αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής μεταξύ των μελετητών της ιστορίας. Το κείμενο του αφορισμού αρχικά αναφέρεται στη βάση της ηθικής και της ευγνωμοσύνης που «κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτητα και αλαζονεία, ότε προσδιορισθείς της Μολδαβίας ηγεμών ως μη όφειλε Μιχαήλ Σούτσος και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδα Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλεξάντρος Υψηλάντης»....
Οι δύο αγωνιστές αποκαλούνται επίσης απονενοημένοι, αλαζόνες, δοξομανείς, ματαιόφρονες, ψευδολόγοι», που προσέλκυσαν «κακοήθεις και ανοήτους», που διέσπειραν και αποστόλους «δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας».
Ο αφορισμός περιλαμβάνει και αναφορά για τη ρωσική βοήθεια στην οποία υπολόγιζαν οι επαναστάτες. «Πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα. Επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν Αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος Πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν», αναφερόταν χαρακτηριστικά στον αφορισμό....
Το κείμενο επιχειρούσε να δείξει ως «έργον μιαρόν» την επανάσταση που απειλούσε τα προνόμια που απολάμβαναν το υποτελές Έθνος. «Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία»....
Ο αφορισμός αφορούσε επίσης και όσους υποστήριζαν τους επαναστάτες. «Αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος».
Ο αφορισμός πάντως δεν είχε αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα. Από τους 23 Αρχιερείς που υπέγραψαν το “αφοριστικό” κείμενο, το ένα τρίτο συμπεριλαμβανομένου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε”, πλήρωσαν με την ζωή τους και πολλοί δοκιμάστηκαν σκληρά με φυλακίσεις, εξορίες και περιορισμούς. (http://1myblog.pblogs.gr/2013/03/oi-arhiereis-ston-agwna-toy-1821.html)
Ο Υψηλάντης καθησύχαζε με επιστολή του τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ότι «ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους
Ο Σουλτάνος τελικά στράφηκε εναντίον του Γρηγορίου Ε”, αλλά ο Πατριάρχης απέρριψε προτάσεις ακόμη και υπαλλήλων ξένων πρεσβειών να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη.
Mετά τη λειτουργία του Πάσχα στις 10 Απριλίου 1821 ο Γρηγόριος συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες....
www.mixanitouxronou.gr
Πώς παρουσιάζεται η Eλληνική Eπανάσταση (1821) στα Τουρκικά σχολικά βιβλία
Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση του ελληνικού κράτους (1820-1829), κατά το Τουρκικό εγχειρίδιο
Οι Έλληνες (1), οι οποίοι είχαν περισσότερα προνόμια (2) απ’ όλους τους χριστιανικούς λαούς που τελούσαν υπό οθωμανική κυριαρχία, ζούσαν κυρίως στην Ελλάδα (3), στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, στη Δυτική Μικρασία και στα παράλια της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, όπου ήταν εγκαταστημένοι σε πόλεις και κωμοπόλεις και ασχολούνταν με τις τέχνες και το εμπόριο και ιδιαίτερα με τη ναυτιλία.
Τρίτη 17 Μαρτίου 2015
Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης (1836-1893)
Γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Μαργαρίτας, θυγατέρας Αγγελή Βελισσάρη, γεννήθηκε το 1836 πιθανότατα στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα, συζώντας με την Μαργαρίτα, πρώην μοναχή, η οποία τον φρόντιζε κατά την φυλάκισή του στην Ύδρα. Η γνωριμία αυτή κατέληξε σε έρωτα. Από αυτόν τον έρωτα απέκτησε ο Γέρος του Μοριά έναν ακόμη γιό, τον Παναγιώτη, στον οποίο έδωσε το όνομα του πρωτότοκου παιδιού του, του Πάνου, που σκοτώθηκε το 1824 στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο.
Τον Παναγιώτη, ο πατέρας του, αναγνώρισε επίσημα νόμιμο παιδί του με τη διαθήκη του στις 3 Μαΐου 1841.
[…] Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Παναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρονών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το μερίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον […]
Στολές της σχολής Ευελπίδων (1885), από τον Πάνο Αραβαντινό. Έφιππος εικονίζεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης διοικητής της σχολής κατά την περίοδο 1881-1885.
Στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του ο Δημήτριος Δημητρακάκης αναφέρει:
[…] Εν έτος προ του θανάτου του περιήλθε τα πλείστα των μερών της Πελοποννήσου, και ιδίως την πατρίδα του Καρύταιταν, εις τα οποία έζησε και επολιτεύθη. Εκάλεσε πάντας μεθ’ ών είχεν έλθει εις ρήξιν ή άλλην ενόχλησιν ίνα λύσωσι τα μεταξύ των δια της χριστιανικής αλληλοσυγχωρήσεως. Έφερε δε μαζί του επί των οπισθίων του ίππου, εφ’ ού ίππευεν , προσδεδεμένον με την ζώνην εκ του σωματός του τον τελευταίον υιόν του Πάνον, παιδίον όντα, ίνα τον συστήση εις τον τόπον, εις τους φίλους του, ως γνήσιον υιόν του. […]
Ο Παναγιώτης ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και διατέλεσε, όντας αντισυνταγματάρχης (ΠΒ), Διοικητής της σχολής Ευελπίδων κατά την περίοδο 1881-1885, οπότε και την αναδιοργάνωσε. Τότε ετέθησαν οι βάσεις για την συγκρότηση ισχυρού στρατού. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε η υποχρεωτική θητεία, λειτούργησαν σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και εστάλησαν αξιωματικοί στην Ευρώπη.
Πηγές
- Δημήτρης Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», εκδόσεις Δωρικός, έκδοση ένατη, Αθήνα, 1986.
- Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
- Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.
http://argolikivivliothiki.gr
Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης (1836-1893)
Γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Μαργαρίτας, θυγατέρας Αγγελή Βελισσάρη, γεννήθηκε το 1836 πιθανότατα στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα, συζώντας με την Μαργαρίτα, πρώην μοναχή, η οποία τον φρόντιζε κατά την φυλάκισή του στην Ύδρα. Η γνωριμία αυτή κατέληξε σε έρωτα. Από αυτόν τον έρωτα απέκτησε ο Γέρος του Μοριά έναν ακόμη γιό, τον Παναγιώτη, στον οποίο έδωσε το όνομα του πρωτότοκου παιδιού του, του Πάνου, που σκοτώθηκε το 1824 στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο.
Τον Παναγιώτη, ο πατέρας του, αναγνώρισε επίσημα νόμιμο παιδί του με τη διαθήκη του στις 3 Μαΐου 1841.
[…] Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Παναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρονών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το μερίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον […]
Στολές της σχολής Ευελπίδων (1885), από τον Πάνο Αραβαντινό. Έφιππος εικονίζεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης διοικητής της σχολής κατά την περίοδο 1881-1885.
Στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του ο Δημήτριος Δημητρακάκης αναφέρει:
[…] Εν έτος προ του θανάτου του περιήλθε τα πλείστα των μερών της Πελοποννήσου, και ιδίως την πατρίδα του Καρύταιταν, εις τα οποία έζησε και επολιτεύθη. Εκάλεσε πάντας μεθ’ ών είχεν έλθει εις ρήξιν ή άλλην ενόχλησιν ίνα λύσωσι τα μεταξύ των δια της χριστιανικής αλληλοσυγχωρήσεως. Έφερε δε μαζί του επί των οπισθίων του ίππου, εφ’ ού ίππευεν , προσδεδεμένον με την ζώνην εκ του σωματός του τον τελευταίον υιόν του Πάνον, παιδίον όντα, ίνα τον συστήση εις τον τόπον, εις τους φίλους του, ως γνήσιον υιόν του. […]
Ο Παναγιώτης ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και διατέλεσε, όντας αντισυνταγματάρχης (ΠΒ), Διοικητής της σχολής Ευελπίδων κατά την περίοδο 1881-1885, οπότε και την αναδιοργάνωσε. Τότε ετέθησαν οι βάσεις για την συγκρότηση ισχυρού στρατού. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε η υποχρεωτική θητεία, λειτούργησαν σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και εστάλησαν αξιωματικοί στην Ευρώπη.
Πηγές
- Δημήτρης Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», εκδόσεις Δωρικός, έκδοση ένατη, Αθήνα, 1986.
- Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
- Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.
http://argolikivivliothiki.gr
Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης (1836-1893)
Γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Μαργαρίτας, θυγατέρας Αγγελή Βελισσάρη, γεννήθηκε το 1836 πιθανότατα στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα, συζώντας με την Μαργαρίτα, πρώην μοναχή, η οποία τον φρόντιζε κατά την φυλάκισή του στην Ύδρα. Η γνωριμία αυτή κατέληξε σε έρωτα. Από αυτόν τον έρωτα απέκτησε ο Γέρος του Μοριά έναν ακόμη γιό, τον Παναγιώτη, στον οποίο έδωσε το όνομα του πρωτότοκου παιδιού του, του Πάνου, που σκοτώθηκε το 1824 στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο.
Τον Παναγιώτη, ο πατέρας του, αναγνώρισε επίσημα νόμιμο παιδί του με τη διαθήκη του στις 3 Μαΐου 1841.
[…] Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Παναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρονών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το μερίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον […]
Στολές της σχολής Ευελπίδων (1885), από τον Πάνο Αραβαντινό. Έφιππος εικονίζεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης διοικητής της σχολής κατά την περίοδο 1881-1885.
Στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του ο Δημήτριος Δημητρακάκης αναφέρει:
[…] Εν έτος προ του θανάτου του περιήλθε τα πλείστα των μερών της Πελοποννήσου, και ιδίως την πατρίδα του Καρύταιταν, εις τα οποία έζησε και επολιτεύθη. Εκάλεσε πάντας μεθ’ ών είχεν έλθει εις ρήξιν ή άλλην ενόχλησιν ίνα λύσωσι τα μεταξύ των δια της χριστιανικής αλληλοσυγχωρήσεως. Έφερε δε μαζί του επί των οπισθίων του ίππου, εφ’ ού ίππευεν , προσδεδεμένον με την ζώνην εκ του σωματός του τον τελευταίον υιόν του Πάνον, παιδίον όντα, ίνα τον συστήση εις τον τόπον, εις τους φίλους του, ως γνήσιον υιόν του. […]
Ο Παναγιώτης ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και διατέλεσε, όντας αντισυνταγματάρχης (ΠΒ), Διοικητής της σχολής Ευελπίδων κατά την περίοδο 1881-1885, οπότε και την αναδιοργάνωσε. Τότε ετέθησαν οι βάσεις για την συγκρότηση ισχυρού στρατού. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε η υποχρεωτική θητεία, λειτούργησαν σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και εστάλησαν αξιωματικοί στην Ευρώπη.
Πηγές
- Δημήτρης Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», εκδόσεις Δωρικός, έκδοση ένατη, Αθήνα, 1986.
- Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
- Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.
http://argolikivivliothiki.gr
Ο όρκος των Φιλικών
Η ιστορία του θρυλικού πίνακα
Ο πίνακας του επτανήσιου Διονύσιου Τσόκου (1849) που έχει θέμα τη μύηση αγωνιστών στη Φιλική Εταιρεία είναι από τους πιο γνωστούς που σχετίζονται με τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση κατά των Τούρκων και χρησιμοποιείται ευρέως από εκπαιδευτικούς και ιστορικούς για να περιγράψουν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.
Το ερώτημα, ποιοι «πρωταγωνιστούν» στο διάσημο πίνακα έχει ενδιαφέρον να απαντηθεί. Ο αγωνιστής που έχει γονατίσει είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο ιερέας που τον ορκίζει στο Ευαγγέλιο είναι ο Άνθιμος Αργυρόπουλος, ιερομόναχος, ηγούμενος του μοναστηριού στα Θεοδώριανα Άρτας.
Μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα γίνεται η μύηση του γέρου του Μωρηά παρουσία του θρυλικού Αναγνωσταρά (Αναγνώστης Παπαγεωργίου), στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.
Ο ηρωικός και μαρτυρικός βίος του ιερέα...
Το 1793, ο Άνθιμος Αργυρόπουλος ιδρύει στο ορεινό, δύσβατο και απροσπέλαστο χωριό των Θεοδώριανων ένα μοναστήρι και σχολείο για να μορφώνονται τα παιδιά του χωριού. Όταν ο Αλή Πασάς κατάφερε μετά από αλλεπάλληλες πολιορκίες, αλλά και με προδοσία να υποτάξει το ηρωικό Σούλι, πολλοί αγωνιστές έφυγαν κυνηγημένοι στα γύρω χωριά. Τότε οι Μποτσαραίοι βρήκαν καταφύγιο στην Μονή του Αργυρόπουλου ο οποίος τους περιέθαλψε.
Όταν ο Αλή Πασάς έμαθε τις δραστηριότητες του ιερομόναχου, τον συνέλαβε, τον αλυσόδεσε και τον έκλεισε για 18 χρόνια όπως λέγεται, σε σκοτεινό μπουντρούμι με αποτέλεσμα να χάσει την όρασή του. Μετά από θερμές παρακλήσεις ισχυρών οπλαρχηγών, ο Αργυρόπουλος απελευθερώθηκε και πήγε στην Κέρκυρα όπου γνώρισε και συνδέθηκε φιλικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Στη συνέχεια πήγε στη Ζάκυνθο ως εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εκεί ορκίστηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά, τον υπεύθυνο της Αόρατης Αρχής. Από τότε αρχίζει συστηματικά να στρατολογεί και να ορκίζει τους οπλαρχηγούς της επανάστασης μεταξύ των οποίων και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος είχε καταφύγει στην Ζάκυνθο κυνηγημένος από τους Τούρκους.
Ορκισε ακόμη τον Διονύσιο Σολωμό, καθώς επίσης και άλλους αγωνιστές της επανάστασης, όπως τον Νικηταρά και τον Πετμεζά.
Στο βιβλίο, «Μνήμη του Σουλίου», ο Βασίλης Κραψίτης γράφει: » ο Διονύσιος Σολωμός έδωκε τον όρκο του φιλικού μπροστά στον θρυλικό μονόφθαλμο Ηπειρώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Αργυρόπουλο, εφημέριο τότε του ναού που είχε ορκίσει όλους σχεδόν τους φιλικούς που μυήθηκαν στη Ζάκυνθο, ντόπιους και ξένους, που ζούσαν τότε εκεί …».
Ο Αργυρόπουλος πέθανε τυφλός στη Ζάκυνθο στις 20 Ιανουαρίου 1847, χωρίς να προλάβει να δει την ιδιαίτερη πατρίδα του την Άρτα ελεύθερη, καθώς απελευθερώθηκε το 1881....
Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
Κρατσάιζεν Καρλ ( 1794–1878 )
Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
« Ο λοχαγός και αυτοδίδακτος ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, που έλαβε ενεργά μέρος στον αγώνα, ήταν ο άνθρωπος χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα πώς ήταν η μορφή δεκάδων αγωνιστών της εθνεγερσίας».
Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






