Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Μια άγνωστη Αθήνα

 


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

 Οι νάνοι της Συμφοράς... 



Σήκωσε παραξενεμένος το κεφάλι, από το βιβλίο που διάβαζε. Ήταν η τρίτη φορά που διαπίστωνε, μες στις σελίδες του, να λείπει λέξη! Το συγκεκριμένο αντίτυπο το 'χε στη βιβλιοθήκη του, πάνω από δέκα χρόνια. Μέσα σ' αυτά, το 'χε διαβάσει, άλλες δυο φορές και δεν είχε προσέξει ποτέ, να λείπουν λέξεις.

Ήταν ένα βιβλίο, του αγαπημένου του συγγραφέα, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και πιο συγκεκριμένα "Το Φθινόπωρο Του Πατριάρχη". Ένα από τα αγαπημένα του. Ένα βιβλίο ψιθύρων κραυγαζόντων κι άγχους, ένας εσώτερος επιθανάτιος ρόγχο-διάλογος με τον Εαυτό!

Περιέργως πως, έλειπαν τρεις λέξεις και δεν είχε φτάσει ακόμα, ούτε ως τη μέση. Ήταν -ήταν;- σίγουρος πως δεν έλλειπαν πριν! Πόσος καιρός είχε περάσει από τη τελευταία φορά που το 'χε διαβάσει; Τρία-τέσσερα χρόνια! Τέλος πάντων, ο "δαίμων του τυπογραφείου"... Ίσως να παρά 'χε γεράσει και ψιλοκοσκίνιζε, όλο και περισσότερο, τα πράματα... Τυπογραφικός δαίμων λοιπόν ας είναι.

Έκλεισε το βιβλίο, σημαδεύοντας τη σελίδα και βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Ο καιρός μουντός, στο "έμπα" της άνοιξης, πλην όμως ο χειμώνας δεν έλεγε να εγκαταλείψει το στίβο. Σήκωσε το γιακά του παλτού και κουμπώθηκε καλά. Ύστερα από λίγη ώρα περιπάτου, είχε ξεχάσει το δαίμονα και τις απουσιάζουσες λέξεις...

Επέστρεψε αργά το βράδυ και μέχρι να τον πάρει ο ύπνος, συνέχισε λίγο ακόμα την ανάγνωση, από 'κει που 'χε μείνει. Όταν, μετά από λίγες σελίδες, βρήκε να λείπει και τέταρτη λέξη, θορυβήθηκε πάρα πολύ. Βάλθηκε να ξεφυλλίζει το βιβλίο ψάχνωντας και μέχρι το τέλος, βρήκε να λείπουν δεκαεφτά ολάκερες λέξεις! Εκείνο όμως που του φάνηκε πολύ-πολύ περίεργο, ήταν πως η τελευταία λέξη, σβήστηκε 'μπρος τα μάτια του. Εξαφανίστηκε σιγά-σιγά, πρώτα ξεθώριασε και μετά έμεινε να χάσκει κενό...

Έκλεισε το βιβλίο κι έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι, εμβρόντητος...

 


...............................................................................................................

Κάπου μακριά -πολύ μα πάρα πολύ μακριά, όσο δε μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο- από 'κει, ο ήχος μιας ξανάστροφης σφαλιάρας γέμισε το χώρο. Ήταν ο χώρος αυτός, ένα εργαστήριο -εργαστήριο, τρόπος του λέγειν, μα πως αλλοιώς να το πει κανείς- με πολύ περίεργα μηχανήματα.

-"Βρε ηλίθιε ζουμπά, δε σου έχω πει να προσέχεις όταν κλέβεις; Δε πρέπει να υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες. Θα σε ψήσω και θα σε πετάξω τροφή στα φίδια μου. Ζώον"! Ωρυόταν αγριεμένος ο Μάγος-Λογοτέχνης.

-"Συγγνώμη αφεντικό, δε πρόσεξα..." ψέλλισε ο νάνος-κλεφτράκος -ένας από τους πολλούς της μεγάλης συμμορίας- τρομαγμένος.

Η συμμορία, είχε πάρει σαφείς εντολές από τον αρχηγό. Ένας άντρας ξερακιανός, κάτισχνος, κακάσχημος, απροσδιορίστου ηλικίας, με μακριά, λεπτά, στρεβλά δάχτυλα, γαμψή μύτη και γκρίζα μακριά μαλλιά. Η δε συμμορία, απαρτιζόταν εξ ολοκλήρου από νάνους. Πάνω από δυό χιλιάδες ήσαν επιφορτισμένοι να υφαρπάζουν λέξεις, από τα ήδη υπάρχοντα, όμορφα και κλασσικά βιβλία και να τις φέρνουν στον Μάγο-Λογοτέχνη.

Με τις κλεμμένες -κατακλεμμένες θα 'ταν πιο σωστός χαρακτηρισμός, γιατί δεν τις έκλεβαν μόνον οπτικά, αλλά κι ουσιαστικά- λέξεις, σχεδίαζε να δημιουργήσει ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ! Ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που όμως στηριζόταν, εκτός της αρπαγής και στη μεγάλη μυστικότητα. Αυτή είχε διαταραχτεί μόλις, από το μικρό, χαζούλη, νανοκλεφτράκο κι είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυς. Ο Μάγος-Λογοτέχνης ένιωθε τώρα πως το σχέδιό του, κινδύνευε. Γι' άυτό στράφηκε πάλι στον ένοχο και βρυχήθηκε:

-"Πήγαινε αμέσως άθλιο πλάσμα και βάλε τις λέξεις του Μάρκες πίσω στη θέση τους. Ηλίθιε! Θα τονε κάνω να πιστέψει πως ονειρεύτηκε, αλλά με σένα δεν έχω τελειώσει ακόμα"! προσποιήθηκε τον σκεφτικό, "αναρωτιέμαι τι θα 'ναι προτιμώτερο: να σε ψήσω ή να σε ρίξω ζωντανό στα φίδια μου; Γύρισε και τον είδε τρομαγμένο να περιμένει την ...απόφαση κι εκνευρίστηκε ακόμα πιο πολύ, "Ακόμα εδώ είσαι; Τι κάθεσαι και δε τρέχεις βρε ζώον; Χάσου απ' τα μάτια μου, ΑΜΕΣΩΣ"!

Πράγματι, ο νάνος φανερά ταραγμένος χάθηκε κυριολεκτικά κι ο Μάγος έμεινε να σκέφτεται τι θα 'πρεπε να κάνει. Χωρίς τις λέξεις του Μάρκες θα δυσκολευόταν πολύ -πάρα πολύ. Προχτές, ένας άλλος ηλίθιος, του 'χε φέρει μερικές λέξεις, από 'να BEST SELLER της κακιάς ώρας! Πως κρατήθηκε τότε; 'Αλλη ιστορία! Και τώρα αυτό... Τελικά είναι πολύ δύσκολο να ελέγξεις και να στηριχτείς σε τόσους ηλίθιους. Αχ το βιβλίο του! Το ΒΙΒΛΙΟ του κινδύνευε... Το όνειρό του να αχρηστέψει τελείως συγγραφείς και βιβλία και να τυπώσει το δικό του, το μόνο ΒΙΒΛΙΟ, Το ΕΝΑ, δε θα γινόταν σύντομα πραγματικότητα. Αλλά σίγουρα, κάποια στιγμή, ο κόσμος θα διάβαζε μονάχα αυτόν και τίποτε άλλο. Θα κυριαρχούσε και θα εξουσίαζε...

Έστειλε όνειρα στον αυτόπτη αναγνώστη, που 'χε χάσει τις λέξεις του κι έτσι το πρωΐ, δε θα θυμάται τίποτε...

....................................................................................................

Τινάχτηκε κάθιδρος από το κρεβάτι! Τι κολόνειρα ήταν όλα τούτα; Πετάχτηκε γοργά και πήγε στη βιβλιοθήκη. Πήρε το βιβλίο τρέμοντας, το φυλλομέτρησε κι είδε πως δεν έλλειπε καμιά λέξη. Ξεφύσησε ανακουφισμένος! Έπειτα θυμήθηκε γελαστός πως οι πωλήσεις του δικού του βιβλίου -ένα BEST SELLER της κακιάς ώρας- πήγαιναν εξόχως κι απροσδοκήτως, θαυμάσια.

Πήρε πάλι τον Μάρκες συνεχίζοντας από 'κει που 'χε μείνει το προηγούμενο βράδυ...

...Όμως όχι χωρίς κάποιες τύψεις...

 

Μάρτης 2002

 

 

 

 

 

http://www.peri-grafis.net


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Οι Δυο Βασιλιάδες & Οι Δυο Λαβύρινθοι



     Μια φορά κι ένα καιρό, όπως αφηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι (αν κι ο Αλλάχ ξέρει περισσότερα), ζούσε στα νησιά της Βαβυλωνίας ένας βασιλιάς, που μάζεψε μια μέρα τους αρχιτέκτονες και τους μάγους του και τους παράγγειλε να χτίσουν ένα λαβύρινθο τόσο περίπλοκο και τόσον αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός δε τολμούσε να διασχίσει το κατώφλι του κι όπος έμπαινε χανότανε. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σκάνδαλο, γιατί τα θαύματα κι η σύγχυση, είν' έργα του Θεού κι όχι των ανθρώπων. Με τον καιρό, ήρθε στην αυλή του ένας βασιλιάς των Αράβων κι ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας (για να διασκεδάσει με την αφέλεια του μουσαφίρη του), τον άφησε να μπει στον λαβύρινθο, που περιπλανήθηκε ταπεινωμένος, ζαλισμένος, ώσπου έπεσε το βράδι. Τότε παρακάλεσε τον Θεό να βάλει το χέρι Του κι έτσι βρήκε τη πόρτα. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα χείλια του. Το μόνο που είπε στον βασιλιά της Βαβυλωνίας ήταν ότι στην Αραβία είχεν έναν άλλο λαβύρινθο κι ότι αν ήθελε ο Θεός, θα 'ρχότανε κάποτε η μέρα που θα του τον έδειχνε.
     Ύστερα γύρισε στην Αραβία, μάζεψε τους στρατηγούς και τους φύλαρχούς του κι εξαπέλυσεν επίθεση στα βασίλεια της Βαβυλωνίας με τέτοιαν ευτυχή κατάληξη, ώστε γκρέμισε τα κάστρα της, ρήμαξε το στρατό της κι έπιασεν αιχμάλωτο τον ίδιο τον βασιλιά. Τον έδεσε πάνω σε μια γοργή καμήλα και τον πήγε στην έρημο. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, του είπε:
 -"Ω βασιλιά του χρόνου, ουσία και σύμβολο του αιώνα! Στη Βαβυλωνία μ' άφησες να χαθώ σ' ένα μπρούτζινο λαβύρινθο, μ' άφθονες σκάλες, πόρτες και τοίχους. Τώρα το 'φερεν ο Παντοδύναμος να σου δείξω κι εγώ τον δικό μου, που δεν έχει σκάλες ν' ανεβείς, ούτε πόρτες που να μη σου ανοίγουν, ούτε τοίχους να σου κόβουνε το δρόμο."
     Τότε τον έλυσε και τον άφησε στη μέση της ερήμου, όπου και πέθανε από τη πείνα και τη δίψα. Δόξα σε Κείνον που δε πεθαίνει...



----------------------------------------------------------------------


  διήγημα από το βιβλίο διηγημάτων του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Francisco Isidoro Luis Borges Acevedo,, με τίτλο "Το 'Αλεφ",μετάφραση: Αχιλλέα ΚυριακίδηΕκδόσεις: ΥΨΙΛΟΝ/ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1991