Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα πολύ απόμερο μέρος στην Ευρυτανία, Άπατο το όνομά του. Ήταν ψηλά σε ένα βουνό, και τριγύρω του ήταν βράχια και γκρεμοί, τόσο απόκρημνα, που με μεγάλο φόβο και κόπο θα έφτανες εκεί. Δεν μπορούσαν να περάσουν μουλάρια, και έτσι δεν υπήρχε καθόλου εμπόριο μεταξύ των πολλών ανθρώπων και του Άπατου. Εκεί ζούσαν δύο μόνο οικογένειες: Αυτή του Καραγκιόζη και αυτή του Χατζηαβάτη. Υπήρχε πολύ ησυχία και γαλήνη σε εκείνο το φτωχό μέρος. Μια μέρα όμως, ένας παράξενος ξένος έκανε την εμφάνισή του εκεί. Το όνομά του ήταν Τραπεζίτης, χοντρός, με γραβάτα, γιλέκο, σακάκι και παπούτσια. Στο γιλέκο του κρεμασμένο με μία χρυσή αλυσίδα ήταν ένα ρολόι. Κάθησε λοιπόν ο Τραπεζίτης στο αυλή του Καραγκιόζη, και σύντομα όλος ο πληθυσμός του Άπατου, οι δύο οικογένειες με τα παιδιά τους (κάθε οικογένεια είχε από μία ντουζίνα παιδιά) ήρθαν με περιέργεια να τον δούνε.
Ήταν απογευματάκι, και μόλις έφεγγε το φως από τη Δύση, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας έμπαινε στα ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης. Θα είχε μία ιδιαίτερη συζήτηση με τον τσάρο Αλέξανδρο, μακριά από πρωτόκολλα, πρακτικά και επισημότητες….
- «Νομίζω ότι ξέρω τι θέλεις Ιωάννη, αυτή σου η εμμονή για το Ανατολικό ζήτημα… έτσι δεν είναι;»
- «Μεγαλειότατε, δεν θέλω να γίνομαι κουραστικός, αλλά όλα αυτά τα χρόνια έχετε πιστεύω καταλάβει ότι εξυπηρετώ τα συμφέροντά σας με τον καλύτερο τρόπο, και από όσο γνωρίζετε το χαρακτήρα μου, εάν έχω κάτι να πω, θα το πω, όποιες και αν είναι οι συνέπειες….. Έχω την υποχρέωση λοιπόν να σας πω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε επανάσταση κάτω στην Ελλάδα, τώρα, αυτή τη στιγμή ….»
Ο Τσάρος σηκώθηκε απότομα, πάντα αυτή η λέξη επανάσταση του έφερνε μία αποστροφή και μία αντίδραση…. ήταν βλέπετε Μονάρχης και η Ευρώπη μόλις έβγαινε από το κυκλώνα της Γαλλικής Επανάστασης…..
- «Επανάσταση! Μα τι λες Ιωάννη, ακόμα δεν έχουν κρυώσει τα εκατομμύρια πτώματα που μας έσπειρε ο Βοναπάρτης, μόλις τελειώσαμε μαζί του πια….. Επανάσταση! Να σηκώνονται τα πόδια για να χτυπήσουν το κεφάλι! Από το Θεό έχουν την εξουσία οι Βασιλείς και έρχεται αυτός ο όχλος και κόβει τα κεφάλια τους και λέει θέλει ελευθερία και ισότητα και ψωμί…. – Όχι δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, υπάρχει μία τάξη πραγμάτων, άλλοι πάνω και άλλοι κάτω, Ο Θεός στον Ουρανό, Ο βασιλιάς επάνω στη Γη και ο λαός κάτω, και έτσι υπάρχει ασφάλεια, τάξη, προκοπή…. Δεν θέλω να ακούω καν αυτή τη λέξη!»
Ο διπλωμάτης Ιωάννης έσκυψε το κεφάλι τάχα υποταγμένα, αλλά μέσα του κουλουριαζόταν σαν τη λέαινα έτοιμη για την επίθεσή της, όχι δεν φοβόταν τον Τσάρο, τον γνώριζε καλά και ήξερε ότι και ο Τσάρος τον εμπιστευόταν απόλυτα, και τον χρειαζόταν, γιατί ο Καποδίστριας ήξερε να διαβάζει τις προθέσεις πίσω από τα λόγια των άλλων και να βλέπει μακριά…. Πολύ μακριά. Περισσότερο από ευγένεια του έδειξε υποταγή. Ήρθε για να καταφέρει κάτι και ήξερε ότι θα τα κατάφερνε…. Με ήρεμη φωνή συνέχισε….
«Είδαμε λοιπόν τι δύναμη έχει μία επανάσταση….. στο χέρι μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη προς όφελος μας, για τη καταστροφή αυτών που στέκονται εμπόδιο μας… η δυναστεία που μπορούμε να χτυπήσουμε έτσι είναι η Οθωμανική. Η επανάσταση είναι το καλύτερο όπλο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, μετά το στρατό και το στόλο σας….. ένα όπλο που μας κοστίζει ελάχιστα και μπορεί να μας αποδώσει τα μέγιστα. Το σχέδιο μου είναι απλό: Ξεσπάει μία επανάσταση στα Βαλκάνια, την οποία υποκινούμε εμείς, γίνονται σφαγές φυσικά και η Ρωσία ως προστάτης των Χριστιανών επιτίθεται στην Οθωμανική αυτοκρατορία, καταλύοντας την….»
- «Μα τι λες Ιωάννη, εδώ με δική μου πρωτοβουλία κάναμε την Ιερή συμμαχία που σκοπό έχει να καταλύσει κάθε επανάσταση και να αφήσει τους θρόνους να συνεχίσουν να υφίστανται ως έχουν…. και μου λες να υποκινήσουμε επανάσταση; Πως θα καταλύσουμε εμείς τη συμφωνία που είχαμε τη πρωτοβουλία να κάνουμε;»
- «Μεγαλειότατε, οι συμφωνίες γίνονται ακριβώς για να καταλύονται, όταν αυτό επιβάλλουν τα εθνικά συμφέροντα μας, και αυτή τη στιγμή ακριβώς οι άλλες δυνάμεις προχωράνε εις βάρος μας. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι κάνουν αποικίες σε όλο τον κόσμο και θέλουν να μείνει ο Τούρκος στη θέση του για να είναι προμαχώνας για εσάς. Οι Γερμανοί εισχωρούν στα Βαλκάνια, με μία σιωπηρή συμμαχία προσεγγίζουν το Τούρκο ώστε να τον χρησιμοποιούν και να τον έχουν σύμμαχο, και να ξέρετε, κάποια στιγμή εσάς θέλουν να χτυπήσουν, να με θυμηθείτε.»
- «Ιωάννη, το ξέρεις ότι σε σέβομαι και σε εμπιστεύομαι πολύ περισσότερο από όλους τους Ρώσους διπλωμάτες μου, το ξέρω ότι κοιτάς μακριά, αλλά μου ζητάς πολλά, μου ζητάς να φέρω τα πάνω – κάτω στα Βαλκάνια, και μαζί με αυτό στην Ευρώπη…. Οι Τούρκοι είναι αιώνες στα Βαλκάνια, και οι λαοί σκλαβωμένοι….. πώς θα ξεκινήσουν επανάσταση; Θα χάσουν, είναι βέβαιο…. Ότι έγινε το 1770 με τη γιαγιά μου την Αικατερίνη, δεν το ξεχνώ, είπε, στους Έλληνες αξίζει να ζουν σκλαβωμένοι…. Και εμείς…. Εκατομμύρια χαθήκαν στους πολέμους, θέλουμε κάποια χρόνια να συνέλθουμε….. δεν ξέρω….. δεν μπορώ να αναλάβω την ευθύνη να κάνω αυτό το πράγμα….»
Για τον Ιωάννη, είχε φτάσει η κρίσιμη στιγμή: Ή τώρα ή ποτέ!
«Μεγαλειότατε, δεν είναι στο χέρι σας να αναλάβετε ή όχι την ευθύνη της επανάστασης, την έχετε ήδη! Ήδη από το 1472 μαζί με τη Ζωή- Σοφία Παλαιολόγου ήρθαν οι τελευταίοι Ρωμαίοι αξιωματούχοι από την Κωνσταντινούπολη και σας πρόσφεραν τον τίτλο του Καίσαρα και τον δεχτήκατε, και έτσι ο ηγεμόνας της Ρωσίας λέγεται Τσάρος! Η σημαία σας είναι κίτρινη με Θυρεό τον δικέφαλο αετό, έχετε τα δικαιώματα του τελευταίου αυτοκράτορα και μαζί με αυτά και την υποχρέωση ότι οι σκλαβωμένοι λαοί των Βαλκανίων είναι οι δικοί σας λαοί, εάν δεν μπορείτε να το κάνετε εσείς τότε ποιος μπορεί; Εάν δεν έχετε εσείς την υποχρέωση να ελευθερώσετε τους λαούς τότε ποιος την έχει; Κάθε Τσάρος από τον Ιβάν και μετά είναι υποχρεωμένος να κάνει ότι μπορεί για να πάρει πίσω αυτά που του ανήκουν, και τα Βαλκάνια είναι δικαιωματικά δικά σας!»
- Ο Τσάρος έσκυψε από το βάρος αυτής της κληρονομιάς που είχε…. Πόσο θα ήθελε να συνέχιζε να είναι ένα αγόρι που, απλά φλέρταρε, πήγαινε για κυνήγι και γλεντούσε μέχρι τελικής πτώσεως με τους φίλους του… Αλλά δεν γινόταν αυτό…. Ήταν ο Τσάρος βλέπετε, ένα αγόρι που αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στο ότι από τις αποφάσεις του εξαρτιόνταν εκατομμύρια…. Δεν την άντεχε αυτή την ευθύνη, του έτρωγε τα σωθικά του…. καμία μα καμία απόφαση δεν ήταν εύκολη, πάντα κάποιους θα δυσαρεστούσε και κάποιους θα ευχαριστούσε…. Θα ήθελε να αποφύγει αυτό το βάρος της ευθύνης, αλλά δυστυχώς ο Ιωάννης είχε δίκαιο…. Ο Τσάρος όφειλε να βοηθήσει τους Χριστιανούς των Βαλκανίων ….
Με βαριά φωνή είπε στον Ιωάννη Καποδίστρια: «Κάνε αυτό που λες, ας ξεκινήσεις την επανάσταση, πάρε χρήματα, κάνε ότι νομίζεις, αλλά δεν σου ξεκαθαρίζω το τι θα κάνει η Ρωσία μετά. Θα δούμε πρώτα εάν οι Έλληνες είναι ικανοί μόνοι τους να ξεκινήσουν την επανάσταση, θα δούμε εάν μπορέσουν να μονιάσουν και να πολεμήσουν τον Τούρκο, θα δούμε εάν αντέξουν στις επιθέσεις του Σουλτάνου, θα δούμε εάν αντισταθούν στις υποσχέσεις των Πασάδων να προσκυνήσουν…. Ξέρεις δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι οι Έλληνες αξίζουν την ελευθερία τους…»
- «Οι Έλληνες είναι ένας ξεχωριστός λαός Μεγαλειότατε… έχουν βαριά, ένδοξη ιστορία και θα πολεμήσουν μέχρις εσχάτων για την ελευθερία τους, μπορεί να γεννήθηκαν ραγιάδες, αλλά μέσα τους συνεχίζει να ζει ο Λεωνίδας έτοιμος να πεθάνει στις Θερμοπύλες, μπορεί να υποτάχτηκαν στα στίφη των Τούρκων, αλλά μην ξεχνάτε, η Κωνσταντινούπολη άντεξε 1.000 χρόνια περισσότερα από τη Ρώμη….. μπορεί να έκαναν ότι μπορούσαν οι Τούρκοι και οι Δυτικοί για να ξεχάσουν οι Έλληνες αυτό που είναι, αλλά οι Έλληνες δεν είναι απλά ένας λαός…. Είναι η κοιτίδα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, από τα χρόνια του Περικλή έως και του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου… είναι η κοιτίδα της Δημοκρατίας, είναι ένας λαός άξιος να κερδίσει την ελευθερία του….. Θα το δείτε! Θα το διαπιστώσετε ο ίδιος!»
- «Και κάτι άλλο Ιωάννη…. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορεί να ανακατευτεί το όνομά μου, ούτε και το δικό σου σε αυτή την ιστορία, δεν μπορώ να επιτρέψω σε καμία περίπτωση να εκτεθώ και να φανώ ανακόλουθος σε αυτά που λέω, υπογράφω και σε αυτά που τελικά κάνω….. Αυτή η συζήτηση ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ! Όσοι αιώνες και να περάσουν, ποτέ μα ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί ο ρόλος ο δικός μου και της Ρωσίας στην επανάσταση των Ελλήνων….»
- «Έχω έτοιμο το σχέδιο της Επανάστασης Μεγαλειότατε…. Το δούλευα από τότε που σπούδαζα στην Ιταλία….. Την σπίθα της επανάστασης θα ανάψει μία εταιρία, μία εταιρία φίλων, η φιλική εταιρία, που απολύτως συνωμοτικά θα δουλέψει για το Μεγάλο σκοπό…. Εγώ θα κινώ τα νήματα της Φιλικής Εταιρίας, αυτό είναι το έργο της ζωής μου, δεν θα αποκαλυφθεί ποτέ μα ποτέ στους αμύητους ποιος θα είναι ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας… Η Αόρατη Αρχή θα ονομάζεται… Και το αποτύπωμα μου σε αυτήν δεν θα γίνει ποτέ μα ποτέ ορατό…. Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε εμείς οι Έλληνες για αυτό το σκοπό!»
- «Σε θαυμάζω Ιωάννη! Μου θυμίζεις αυτούς τους Αρχαίους Έλληνες που το όνομά τους έμεινε για πάντα στην Ιστορία…. Εάν τελικά ελευθερωθείτε εσείς οι Έλληνες, σίγουρα η Ελλάδα θα σου οφείλει πολλά……»
- «Δυστυχώς Μεγαλειότατε οι σπουδαίοι Έλληνες γνώριζαν πάντα τον εξοστρακισμό και την αγνωμοσύνη από τους πατριώτες τους…. Δεν με πειράζει όμως αυτό, ας γίνει ότι είναι να γίνει!»…………
……..
Λίγο καιρό αργότερα διηγείται ο Εμμανουήλ Ξάνθος:
«Και αποφασίσαμε να κάνουμε την επίσημη σφραγίδα της Αρχής της Φιλικής Εταιρίας….
Στη μέση θα είχε το Σταυρό, σύμβολο των Χριστιανών, το Ε για την Ελλάδα και το 16 για το 1816. Στη περιφέρεια αυτής μπήκαν τα βαπτιστικά ονόματα των 9 πρώτων τη τάξη Αρχηγών δηλαδή του Αθανάσιου Τσακάλωφ, Νικόλαου Σκουφά, Νικόλαου Γαλάτη, Αντώνιου Κομιζόπουλου, Άνθιμου Γαζή, Αθανάσιου Σέκερη, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, και Εμμανουήλ Ξάνθου άρα 4 Άλφα, 2 Νι, 1 Πι, 1 Έψιλον….. Στην κορυφή της σφραγίδας ετέθη το βαπτιστικό της Αοράτου Αρχής που ουδέποτε αλλού κατονομάζεται…..» (το αποτύπωμα του Ιωάννη)…..
(Μυθιστορηματική αφήγηση εμπνευσμένη από http://www.oakke.gr/na452/filiki_452.htm)
Ο Ταμαμούα, ένα φτωχό αγόρι του θαλασσινού χωριού της Πολυνησίας, ήταν ήδη ένας έμπειρος ψαράς και βουτηχτής. Μπορούσε να κρατάει την αναπνοή του και να κάνει βαθιές καταδύσεις. Ήξερε σαν τη τσέπη του το βυθό του νησιού του, αλλά κάτι σαν μαγνήτης τον προκαλούσε να εξερευνήσει την ατόλη Τανίβα. Σε όλες τις ιστορίες που άκουγε από παιδί, ήταν το απόλυτο απαγορευμένο και καταραμένο μέρος. Εκεί ζούσε ένα θαλασσινό τέρας που καταβρόχθιζε τους βουτηχτές που αψηφούσαν τη θανατερή του φήμη, και δεν έμενε ίχνος από αυτούς τους χαμένους.
Ο Ταμαμούα είχε μεγαλώσει όμως, δεν ήταν πια παιδάκι και ποτέ στις καταδύσεις του δεν είχε δει ένα τέρας. Είχε δει καρχαρίες, δελφίνια, χελώνες, σαλάχια, μέχρι και φάλαινες, αλλά κανένα από τα ψάρια και τα κήτη δεν ήταν τέρας. Ήταν όντα της θάλασσας, με τη βιολογία τους, τις συνήθειές τους και αν τα ήξερες αυτά, τότε είχες τη γνώση να προφυλαχτείς.
Τα Χριστούγεννα έρχονται σε όλον τον κόσμο και κάθε χώρα τα γιορτάζει με το δικό της ξεχωριστό τρόπο. Τα Χριστούγεννα είναι μια παγκόσμια γιορτή και γιορτάζεται διαφορετικά από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το κλίμα, την ιστορία ή τη νοοτροπία του κάθε λαού.
Τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα τα Χριστούγεννα είναι μια από τις μεγαλύτερες Θρησκευτικές εορτές των Ελλήνων. Η ευχή «Καλές γιορτές» είναι από τις πιο χαρακτηριστικές κατά τη περίοδο πριν και μετά τα Χριστούγεννα μέχρι του Αγίου Ιωάννη (13ήμερο).
Σε όλη τη χώρα τα παιδιά τριγυρνούν από σπίτι σε σπίτι για να πουν τα κάλαντα τις παραμονές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων, ενώ στις 12.00 τα μεσάνυχτα ανάβουν φωτιές για να διώξουν τους καλικάντζαρους, έθιμο κυρίως της υπαίθρου.
Πριν από τα Χριστούγεννα προηγείται τεσσαρακονθήμερος νηστεία κατά την οποία οι πιστοί νηστεύουν το κρέας και τα γαλακτοκομικά τρώγοντας όμως ψάρι μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου (εκτός φυσικά Τετάρτης και Παρασκευής). Από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου δεν καταλύεται το ψάρι.
Στην Ελλάδα που κύριο χριστουγεννιάτικο έδεσμα είναι το χοιρινό, απαντάται και το έθιμο με το χριστουγεννιάτικο καραβάκι που όμως στη Χίο αποτελεί τοπικό έθιμο της Πρωτοχρονιάς με ομοιώματα πλοίων.
Επίσης οι εξώστες, τα παράθυρα, οι κήποι, αλλά και οι χώροι γύρω από το τζάκι σφύζουν από ανάλογη διακόσμηση γιορτινής ατμόσφαιρας.
Η πίτα που ετοιμάζεται με τον ερχομό του νέου έτους, η Βασιλόπιτα, περιέχει ένα «φλουρί», που σύμφωνα με την παράδοση, θα φέρει καλή τύχη σ΄ αυτόν που θα το βρει. Στα δε Θεοφάνια που εορτάζεται η Βάπτιση του Χριστού καθαγιάζονται τα ύδατα με ρίψεις του «σταυρού» στο υγρό στοιχείο και ανέλκυσή του από κολυμβητές, με αγιασμό των σπιτιών από ιερείς και με ιδιαίτερα κατά τόπο έθιμα.
Χριστούγεννα στην Γαλλία
Τα Χριστούγεννα στη Γαλλία αποτελούν την εορταστική κορύφωση του έτους. Σε αντίθεση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες η εποχή προ των Χριστουγέννων είναι λιγότερο σημαντική. Η παραμονή των Χριστουγέννων εδώ είναι μια συνηθισμένη εργάσιμη μέρα. Το βράδυ όμως η οικογένεια συγκεντρώνεται για ένα ολοκληρωμένο χριστουγεννιάτικο δείπνο.
Ο Père Noël (Ο πατέρας των Χριστουγέννων), ο κατά τους Γάλλους Άγιος Βασίλης, δίνει τα δώρα του το βράδυ μεταξύ 24 προς 25 Δεκεμβρίου. Μεγάλη σημασία στους εορτασμούς των Χριστουγέννων έχουν οι γαστρονομικές απολαύσεις. Το παραδοσιακό εορταστικό τραπέζι, το «Reveillon» (ρεβεγιόν) αποτελείται από μια πλούσια γκάμα διαφορετικών πιάτων.
Και αυτό το έθιμο έχει περάσει σήμερα στα προγράμματα όλων των ξενοδοχειακών μονάδων της Ευρώπης και όχι μόνο αλλά και επί πλέον και την Πρωτοχρονιά. Οι Γάλλοι τα Αλεξανδριανά τα γνωστά κόκκινα λουλούδια τα αποκαλούν Etoiles de Noël (Αστέρια των Χριστουγέννων) και τα χρησιμοποιούν για διακόσμηση εσωτερικών χώρων καθώς και ως δώρο σε όλη τη διάρκεια του έτους.
Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένα όμορφο παλικάρι που το λέγανε Κρίτονα. Είχε πολύ όμορφη και ζεστή φωνή, μα πιο ζεστή ήταν η καρδιά του. Τραγουδούσε πάντα, ότι κι αν έκανε. Δούλευε; Τραγουδούσε! Έκανε περίπατο; Τραγουδούσε! Λένε μάλιστα πως και τις νύχτες τραγουδούσε στον ύπνο του, αντί για παραμιλητό, μα αυτό δε μπορούμε να το πούμε για σίγουρο. Όπως είναι φυσικό, είχε μεγάλη απήχηση στις κοπελιές, μα ήταν μοναχικός και δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για καμιά. Παρόλο μάλιστα που σ' όλα του τα τραγούδια υμνούσε τον έρωτα. Στη πραγματικότητα, έδειχνε να μην έχει αγγιχτεί απ' αυτόν. Χρυσή καρδιά, πρόσχαρος και πάντα χαμογελαστός μ' όλους. Γυρνούσε στις ρούγες και τραγουδούσε... τραγουδούσε... Το παραμικρό το 'φτιανε τραγούδι κι αυτό το ταλέντο το 'χε από μικρός.
Περνούσε ο καιρός. Όλοι κι όλες τον λάτρευαν κι εκείνος -παρόλα όσα είπαμε- ήταν αποστασιοποιημένος. Αν μάλιστα μπορούσε να διαβάσει κανείς καλά στα μάτια του -εκείνος πίστευε πως κρυβόταν καλά- ή είχε τη δυνατότητα να το παρατηρήσει, στις πιο προσωπικές του στιγμές -τις λίγες που δε τραγουδούσε δηλαδή- ή ακόμα αν πρόσεχε -αντί το τραγούδι- τη ψυχή του, την ώρα που κελαηδούσε γλυκά, θα διέκρινε έστω και με κάποια δυσκολία, πως κάπου μέσα του βαθιά, κάτι τον απασχολούσε και τον βασάνιζε.
Πρώτα είναι οι κουραμπιέδες μ’ έναν κόσμο ζάχαρη από πάνω. Και τα μελομακάρουνα. Ύστερα είναι οι στολισμένες βιτρίνες.
Ρωτάει ο μικρός:
– Γιατί μαμά;
– Γιατί, αγοράκι μου, τώρα γεννήθηκε ο Χριστούλης. Κι εμείς όλοι γιορτάζουμε που γεννήθηκε. Κατάλαβες;
Τον μικρό τον ενδιαφέρει περισσότερο ένα αεροπλανάκι κι ένα τανκ που βγάζει σπίθες και δέχεται την εξήγηση χωρίς άλλη περιέργεια.
– Θέλει ένα τανκ, λέει η μαμά.
Ο άνθρωπος δαγκώνεται πολύ ελαφριά.
– Πρέπει να του στολίσουμε κι ένα δέντρο.
Ο άνθρωπος δαγκώνεται βαθύτερα. Τότε, στον δικό του καιρό, πού τά ’ξερε τα δέντρα; Το πολύ-πολύ να του παίρνανε καμιά ροκάνα ή καμιά καραμπιστόλα και όξω από την πόρτα. Τώρα, ο κόσμος εξελίχθηκε. Όλα τα σπίτια που έχουν ένα παιδί, πρέπει νά ’χουνε κι ένα στολισμένο δέντρο.
– Ευλογητός ο Κύριος Ημών, λέει ο άνθρωπος, αλλά πόσα έχει αυτό το τανκ;
– Τετρακόσες.
– Ο τενεκές;
– Μάλιστα.
– Ευλογητός ο Κύριος Ημών, ξαναλέει ο άνθρωπος, αλλά τετρακόσες δεν δίνω.·
Η μαμά κατεβάζει τα μούτρα.
– Μα, ο Μπούλης…
– Και δέντρο δεν στολίζω.
– Μα, το παιδί…
Το παιδί υπεράνω όλων. Ο διάδοχος με τις αξιώσεις και τα καπρίτσια του.
– Φάε, Μπούλη.
– Μμμμμ…
– Φάε, πουλάκι μου.
– Δε θέλω.
– Έλα, μη με στενοχωρείς.
Του λένε παραμύθια, του κάνουν αστεία, να το μπουκώσουν πεντέξι κουταλιές βιταμίνες. «Αυτή για τον μπαμπάκα, αυτή για τη μαμάκα». Και στον καιρό του, ο μπαμπάκας κοπάναγε μια φε-τάρα ψωμί με τουλουμοτύρι και ήτανε και πολύ ευχαριστημένος.
– Θέλω το τανκ. Θέλω και δέντρο.
Στεναγμός εκ βαθέων… Μεγάλη η χάρις του Κυρίου Ημών, αλλά τί τό ’θελε αυτό το καθεχρονιάτικο; Να γιορτάσουμε τη γέννησή Του με Ύμνους, ευλογίες κι ευχαριστίες. Μάλιστα. Να πάμε στην εκκλησία και ν’ ανάψουμε το κεράκι μας. Μάλιστα. Να φάμε ένα καλύτερο φαί. Μάλιστα. Αλλά παιχνίδια πανάκριβα και δέντρα; Γιατί;
Η μαμά χαμογελάει.
– Κι εγώ θα πάρω παπούτσια και κείνη την μπλουζίτσα που είδα, την μπλε.
Νέοι και βαθύτεροι στεναγμοί.
– Και πρέπει να χαρίσουμε κάτι και στα βαφτιστήρια μας.
Εδώ οι στεναγμοί ματώνουνε τις καρδιές.
– Και στ’ ανήψια…
Δεν υπάρχουνε πια στεναγμοί. Σωθήκανε. Υπάρχουνε προβλήματα. Άλυτα, από κάθε Αϊνστάιν…
– Με τί, ρε γυναίκα;
Μολύβι, χαρτί, λογαριασμοί
– Γαλοπούλα.
– Γλυκά.
– Τυρί και αρνάκι για τη δεύτερη μέρα να κάνουμε φρικασέ.
– Έκτακτα φαγώσιμα, λόγω της εορτής.
Σύρομεν γραμμήν, προσθέτομεν, πάει το χιλιάρικο.
Από δω αρχίζει το δεύτερο κεφάλαιο.
– Παπούτσια του Μπούλη.
-Ένα Εσκιμώ του Μπούλη.
– Τα δικά σου κυρία σύζυγος.
Ξανασύρομεν γραμμήν, πάνε άλλες χίλιες πεντακόσες.
Ο Τζελαλαντίν Ρουμί ήρθε στον κόσμο στις 30 Σεπτεμβρίου του 1207 μ.Χ. στην πόλη Μπαλχ του Αφγανιστάν. Όλη του η ζωή θα μπορούσε να περιγραφεί με τη λέξη «αναζήτηση». Υπήρξε φιλόσοφος, θεολόγος, νομικός, ποιητής και μυστικιστής των Σούφι (πρώτες ασκητικές κοινότητες του Ισλάμ). Ο Ρουμί πέθανε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας τον Δεκέμβριο του 1273, αφήνοντάς μας ένα εξαιρετικό συγγραφικό έργο. Τα πιο γνωστά του έργα είναι το πολύτομο «Μεσνεβί» και «ο αγαπημένος». Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον εικοσι έξι γλώσσες και διαβάζονται ως τις μέρες μας σε όλο τον κόσμο, γιατί το ταξίδι της αναζήτησης προς την ανακάλυψη είναι αέναο.
Στο φύλλο της Τρίτης, 13 Νοεμβρίου 1928, ένας ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας Μακεδονία, έκανε μια σειρά απίστευτων εκτιμήσεων/προβλέψεων για τον άνθρωπο του μέλλοντος με βάση τις τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής του. Ο επίλογος μένει ν απαντηθεί από μας…
“Ο αιών μας θα αναγραφεί αναμφιβόλως εις την ιστορίαν ως ο αιών των απίστευτων θαυμάτων.
Ο αιών ο οποίος μας έδεσε το ραδιόφωνον, την ανάγλυφον και έγχρωμον φωτογραφίαν, τα θαύματα της εναερίου πτήσεως, ο οποίος τελειοποιεί την τελεόρασιν, ο οποίος κινεί τα πλοία και οδηγεί τα αεροπλάνα και κάμνει τα τηλεβόλα να εκπυρσοκροτούν δια των ερτσιανών κυμάτων, και παρασκευάζει και άλλα θαύματα, αξίζει πράγματι τον χαρακτηρισμόν αυτόν από τους μεταγενεστέρους.
Ο αήρ αναλυθείς εις τα εσώτερα συστατικά του, μας έδωκε τα καλούμενα «ευγενή» αέρια, τα οποία δεν εγνωρίζαμεν μέχρι τούδε. Είναι ταύτα το ήλιον, το νέον, το αργόν, το κρυπτόν και το ξένον.
Το ήλιον ανακαλυφθέν υπό του Ράμσεϊ κατά το 1896, εφαρμοζεται ήδη εις πρακτικάς χρήσεις. Είναι προτιμότερον του υδρογόνου εις την πλήρωση των πηδαλιουχούμενων αεροστάτων, επειδή είναι άκαυστον.
Ολόκληρον επίσης νέον κόσμον μας υπόσχεται η τηλεόρασις. Ο άνθρωπος πλησιάζων εις το τηλέφωνον, όχι μόνο θα ακούει τη φωνή του προσώπου με το οποίον θα συνομιλεί, αλλά θα βλέπει και το προσωπόν του.
Η νέα επιστήμη μας υπόσχεται ότι ο συγχρονισμός μεταξύ της φωνής και των κινήσεων του ανθρώπου ο οποίος θα ομιλεί μαζί μας θα είναι τέλειος.
Και θα ημπορείτε τότε από το δωματιόν σας να βλέπετε μια διαδήλωσιν που διασχίζει τους δρόμους της Νέας Υόρκης και του Πεκίνου ακούοντες συγχρόνως και την μουσικήν που θα συνοδεύει την παρέλασιν.
Το θέατρον και ο κινηματογράφος θα υποστούν αληθινή επανάστασιν από την εφεύρεσιν αυτήν. Με την ραδιοφονίαν, συνδυαζομένην με την τηλεόρασιν, θα έχετε πράγματι το θέατρον εις το σπίτι σας. Ο τηλεκινηματογράφος θα είναι η αυριανή διασκεδασίς μας!
Ένας ψαράς ήταν στο παραμύθι του ο Νοέμβρης!Ένας ψαράς, που΄χε γυναίκες, δυο!
Τη μια, πέρα απ’ τη θάλασσα! Που όμως λόγω κακοκαιρίας δεν μπορούσε να βλέπει συχνά.
Την άλλη στη στεριά, μαζί του.
Σ' αυτή τη στεριανή δεν δίνονταν όμως απόλυτα η καρδιά του γιατί η σκέψη έτρεχε μόνιμα στην άλλη...τη μακρινή.
Κι όταν ο καιρός καλυτέρευε την άφηνε για κείνη.
Έτσι ο ψαράς, την κοντινή την έβλεπε όλο και λιγότερο, όσο κρατούσε η μέρα που καθημερινά μίκραινε σε διάρκεια ...
Ενώ την άλλη την μακρινή, την ονειρεύονταν ξύπνιος στις ατέλειωτες, αξημέρωτες νύχτες του …
Αυτός είναι ο Νοέμβρης μας, ο κρασομηνάς μας, αυτός ο μήνας ο παραπλανητικός, ο ερωτιάρης, που μονίμως ψάχνεται μέσα στ' ατέρμονα βράδια της εσωτερικής του μοναξιάς και αναζήτησης ...
Σ΄ αυτό το εσωτερικό ταξίδι προς την αναζήτηση της όποιας χαράς που τυχόν καταφέρουμε ν΄ αντλήσουμε από "τη θάλασσα μέσα μας" μάς καλεί ο Νοέμβρης, φίλοι μου, που μόλις πάτησε το κατώφλι του χρόνου μας!
Και πόσες εκπλήξεις κρύβει αυτή η αναζήτηση..
Ψαχτήρι η ψυχή μας ν' ανακαλύψει το σπόρο που ' θαψε ο μήνας στη γη βαθιά...
Αισθήσεις σε επιφυλακή!
Νοέμβρης γενναιόδωρος! Θρόνους μοιράζει τα σύννεφα, και ζωφόρους χτίζει με κίτρινα φύλλα.
Βροχοψιχάλες στο μέτωπο μαρτυρούν πως αλλάζουμε...
Το αποχαιρετιστήριο φιλί στον ήλιο και τη θαλπωρή του έχει τη γεύση απ' το ρόδι, που κάρπισε στην αυλή μας...
Αλλάζει η φύση....κι αμφισβητούμε τη μέχρι τώρα σταθερά του λαμπρού της ήλιου.
Αλλάζουμε κι εμείς...
Πολλοί σε μια μελαγχολία κι άσκοπη περιπλάνηση, σ’ ένα βύθισμα του νου, σε μια παραίτηση που κι οι συγκυρίες μάς παροτρύνουν...
Ξερό το φύλλο, μα δείτε! Χρυσίζει στις διάφορες σκιές...
Μια ελπίδα, ένα όραμα της ανάδυσης της απροσδόκητης και της λυτρωτικής, το χρώμα και η λάμψη του!
Σημαντική κι η φθίνουσα αλλαγή πολλές φορές...Νυχτώνει νωρίς.
Στοχασμοί...Σκέψεις παλιές...απορριπτέες...
Νέοι δρόμοι να διαβούμε. Μα πώς; Νυχτώνει νωρίς.
Σε κάθε βήμα οι καταστάσεις μάς πετούν κατάμουτρα παράφωνες επωδούς ...
Νυχτώνει νωρίς. Τι κι αν ανθίζει το αναιδές κυκλάμινο;
Όσο κι αν θέλεις να κρατήσεις τη χρυσίζουσα όψη των Νοεμβριάτικων φύλλων σε ταλανίζει το αληθινό τους υπογάστριο...η απόγνωση και η απελπισία η καθημερινή, που συνυπάρχουμε στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο.
Φύγαν και κείνα τα πουλιά κι η ερήμωση, λύπη μεταλλαγμένη...
Πού χώρος για προσδοκία στων καιρών τη βαναυσότητα;;;
*****
Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο, βγες στη βροχή, άκου τη μουσική της και θα μεταλλαχθεί αυτή η αβεβαιότητα...
Αυτή, που τα φύλλα της χρυσίζουν κι οι φευγάτοι περνούν για φλόγες πύρινες ...
Στον ουρανό του Νοέμβρη φλογερές ρομφαίες αρχαγγέλων, οι ελπίδες...
Κι ας νυχτώνει νωρίς...Απαντοχές υπαρκτές στων τρελών τα οράματα…
Όλα είχαν καεί… και εκεί που ήταν ένα από τα πιο όμορφα μοναστήρια του Αγίου Όρους, ένας σωρός έμεινε που κάπνιζε… ευτυχώς σώθηκαν όλοι οι μοναχοί…. Βουβοί κοιτούσαν τώρα τον ηγούμενο τους, με τα μάτια τους μιλούσαν ωστόσο: «Τι θα κάνουμε τώρα; Πως θα πορευτούμε; Να διαλύσουμε τη μονή και να πάμε σε άλλα μοναστήρια;»
Ο Ηγούμενος έπρεπε να τους δώσει μία απάντηση… «Αδελφοί, πάω στο λόφο για μια ώρα να εκτιμήσω τη κατάσταση και έρχομαι…» Ο Ηγούμενος μιλούσε με το Θεό και σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση έπρεπε να πάρει μία απόφαση, αλλά όχι μόνος του…
Στη κορυφή του λόφου έκλεισε τα μάτια του και στη σιωπή αναζήτησε τη παρουσία Του… …Μία απέραντη γαλήνη πλημμύρισε τη καρδιά του… Μια ευλογία έμπαινε στη κάθε του αναπνοή… Και στο κέντρο του μυαλού του, λέξεις μορφώνονταν από μία άφατη Παρουσία…
-Πατέρα τι θα κάνουμε;
- Θα το ξαναφτιάξετε το μοναστήρι… πολύ καλύτερο από πριν…
- Πατέρα, ειλικρινά, αισθάνομαι ότι έφτασα στα όρια μου, δεν μπορώ να καταφέρω να συνεχίσω… Να εκλέξουμε άλλον ηγούμενο;
- Παιδί μου, μην αφήνεις το λογισμό σου να κάνει κουμάντο… Κάθε δοκιμασία που έρχεται είναι ένα βουνό που θα διαβαίνεις μέχρι να φτάσεις εκεί ψηλά που είναι ο προορισμός σου… Ο άνθρωπος μόνος του δεν κάνει τίποτα, ο άνθρωπος που έχει Εμένα μέσα του, μπορεί να κάνει τα πάντα…
Ο Ηγούμενος μεταμορφωμένος επέστρεψε από το λόφο… Αδελφοί, θα το ξαναφτιάξουμε το μοναστήρι.. Μου το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Θεός… Μία Ομάδα θα μαζέψει τα ερείπια… εδώ τα χρήσιμα… εδώ οι πέτρες, εδώ τα αγκωνάρια…. Μία άλλη Ομάδα θα φτιάξει ένα πρόχειρο κατάλυμα να μένουμε μέχρι το μοναστήρι μας να είναι έτοιμο… Εδώ θα είναι ο πύργος του, εδώ τα όρια του… Οι αδελφοί ηλεκτρισμένοι με έναν νέο αέρα αισιοδοξίας ανασηκώσαν τα ράσα τους και ξεκίνησαν θαρρετά τον αγώνα…
Ο ηγούμενος έγραψε δύο γραφές: Η μία προς τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης για βοήθεια… «Παναγιότατε, τη σεπτή σας βοήθεια…»… Η άλλη στο μαστοροχώρι της Ηπείρου… «Πρωτομάστορα, μάζεψε το μεγαλύτερο μπουλούκι που μπορείς να φέρεις, θα χτίσεις ένα μοναστήρι που όμοιο του δεν έχει ο Άθως… θα πάρεις όσο χρυσό ζητήσεις…»
Μέχρι να έρθει η βοήθεια του Πατριάρχη ο ηγούμενος δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ… και όλοι οι μοναχοί αν και κάνανε τη πιο βαριά εργασία που υπάρχει με τις πέτρες, ένιωθαν ότι ο ίδιος ο Θεός τους αλάφρυνε στο έργο τους….
Δύο εβδομάδες αργότερα ήρθε η απάντηση του Πατριάρχη… Ο ηγούμενος παραξενεύτηκε που ήταν μόνο μία γραφή…. Περίμενε κανένα κασελάκι με χρυσό… Αποσβολωμένος διάβασε τη γραφή…. «Την ευλογίαν μου δια το Θεάρεστον έργο σας… Δυστυχώς οι καιροί είναι χαλεποί εδώ στην Κωνσταντινούπολη… ο σουλτάνος κάνει πόλεμο και χρήματα δεν υπάρχουν…. Και εδώ πείνα και στερήσεις…. Δοκίμασε στην Αίγυπτο… είναι το μοναδικό μέρος που ευημερεί…. Υπάρχουν και εκεί Χριστιανοί….»
Στη σιωπή του ο Ηγούμενος άκουσε τη φωνή του Θεού:
- Κάνε ότι σου λέει η γραφή… Ξεκίνα σήμερα… Θα πάτε τρεις όμως και στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι, θα είστε οι τρεις τελευταίοι που θα βγείτε από το πλοίο…
- Πατέρα μου, συγνώμη που ρωτάω, αλλά σε λίγο θα έρθουν οι μάστορες… Πως θα δουλέψουν δίχως χρυσό; Και από την άλλη, γιατί να πάμε τρεις μοναχοί στην Αίγυπτο και όχι ένας;
- Έχε πίστη παιδί μου και κάνε ότι σου λέω… Δεν θα γελάσεις τους μάστορες, θα τους φέρεις το χρυσό που χρειάζονται και ακόμα παραπάνω… Τρεις πρέπει να πάτε…
Ο ηγούμενος καθησύχασε τους αδελφούς… «Ο Πατριάρχης θα μας δώσει το χρυσό, θα πάμε τρεις να τον παραλάβουμε… Οι μάστορες να ξεκινήσουν να δουλεύουν μόλις έρθουν… έρχομαι με το χρυσό τους…»
Πήρε τους δύο πιο έμπιστους και χειροδύναμους αδελφούς και φύγαν… από την Ουρανούπολη και μετά τους είπε τον αληθινό προορισμό τους… Από καΐκι σε καΐκι και από λιμάνι σε λιμάνι βρέθηκαν σε ένα πλεούμενο με κόκκινα πανιά για την Αίγυπτο… Όταν ο Θεός θέλει κάτι, πάντα φυσάει ούριος άνεμος …
Ιστορίες έρχονταν στο νου του ηγούμενου, για τη βρωμιά που υπάρχει εκεί στους άπιστους, στους μαύρους… Φαντάζονταν δρόμους με περιττώματα όπου ζούσανε οι μουσουλμάνοι… Τι να κάνει όμως, έπρεπε να πάει εκεί… αλλά, θα τον βοηθούσαν οι Χριστιανοί… ……
Ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, ο Χαρούν ο Ευσεβής, ξύπνησε με ένα υπέροχο όνειρο αυτό το πρωί. Είδε λέει ότι ήταν περιπατητής και αφού περπάτησε σε βουνά και κοιλάδες, βρέθηκε σε μία πεδιάδα, και μαζί του ήταν άνθρωποι πολλοί, που κρατούσαν δρεπάνια και κόβαν τα σιτάρια που ήταν γεμάτη η πεδιάδα, και όσο κόβαν τα σιτάρια αυτά αμέσως ξαναβγαίνανε και οι άνθρωποι δεν προλαβαίναν να τα ξανακόβουν, και τριγυρισμένο από τέσσερα ποτάμια ήταν ένας υπέροχος κήπος, και εκεί αισθανόταν ότι έπρεπε να πάει, γιατί είναι το σπίτι του….
Κάλεσε τον προσωπικό του Σούφι, τον μουσουλμάνο μοναχό που του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί μπορούσε και άκουγε τη φωνή του Αλλάχ…. Του είπε το όνειρό του, το όνειρο που του έφερνε ευλογία και χαρά και ζήτησε την εξήγησή του…
Ο Σούφι με σεβασμό απάντησε: «Πολυχρονεμένε μου Άρχοντα, είναι πολύ εύκολο να απαντήσω, γιατί είδα και εγώ το ίδιο όνειρο με σένα: Ο δρόμος που ακολουθείς σαν περιπατητής είναι ο άγιος δρόμος του Αλλάχ, γιατί σαν ηγεμόνας ποτέ δεν θέλησες να θησαυρίζεις κάνοντας πολέμους και τυραννώντας με φόρους, αλλά ακολουθώντας τον, έφερες τον λαό σου στην πεδιάδα της αφθονίας, όπου πάντα υπάρχει σιτάρι και ψωμί για το λαό. Και ο κήπος που είδες ανάμεσα στα τέσσερα ποτάμια είναι ο παράδεισος….
Είδα όμως και τη συνέχεια του ονείρου: Να ευεργετείς τρεις μαυροφορεμένους ξένους άντρες, τους τρεις που θα φτάσουν σήμερα το πρωί και θα κατέβουν τελευταίοι από ένα πλοίο με κόκκινα πανιά…»
Τότε ας μη χάνουμε χρόνο, είπε ο Σουλτάνος και έδωσε οδηγίες στον Αρχηγό της Φρουράς…..