Ο πόλεμος είχε αρχίσει και το Γυμνάσιο άρχισε να υπολειτουργεί λόγω επιστρατεύσεως των περισσοτέρων καθηγητών του. Την επομένη το πρωΐ ή την μεθεπομένη, συνοδευόμενος ο πατέρας από καμιά τριανταριά πόντιους καβαλάρηδες, ντυμένοι όλοι τους με τις παραδοσιακές τους χρυσοκέντητες στολές τους, με τα φυσεκλίκια τους περασμένα στους ώμους τους, τα «κιοστέκια» τους (ασημένιες αλυσίδες που συγκρατούνταν στους μπροστινούς ώμους με καρφίτσα και στη μέση τους με φτερά του ασημένιου δικέφαλου αετού στο στήθος), και τα όπλα τους, οι περισσότεροι τουρκόφωνοι εμφανίστηκαν με τάξη μπροστά στη Νομαρχία. Νομάρχης ήταν κάποιος Δρέλιας που το Νοέμβριο του 1944 τον συνέλαβαν οι κομμουνιστές, τον διαπόμπευσαν, του έβαλαν καπίστρι κι' αφού ένας απ' αυτούς τον καβάλησε, τον οδήγησαν έξω από την πόλη και τον έγδαραν ζωντανό.
Τετάρτη 4 Απριλίου 2012
Δευτέρα 2 Απριλίου 2012
12. Πόλεμος
Ο Αδόλφος Χίτλερ(1) κρίνοντας επιτακτική την ανάγκη της Γερμανίας να αυξήσει τα όριά της λόγω του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού, έθεσε σαν πρωταρχικό στόχο της πολιτικής του την επέκταση αυτών προς τις αραιοκατοικημένες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης. Έτσι με την ανοχή της Αγγλίας και Γαλλίας, εισήλθαν τα στρατεύματά του στην Αυστρία και στην Τσεχοσλοβακία το 1937-1939 και ενσωμάτισε τις χώρες αυτές στη Γερμανία. Ύστερα από μυστική συμφωνία με τη Ρωσία (Αύγουστος 1939), οι Γερμανικές στρατιές καταλαμβάνουν την 1η Σεπτεμβρίου 1939 την Πολωνία την οποία μοιράζονται με τη Ρωσία, που εν τω μεταξύ εισέβαλε και προσάρτησε και τις κάτω χώρες (Λετονία - Εσθονία - Λιθουανία). Τον Απρίλιο του 1940 οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη Νορβηγία και Δανία, εισέρχονται στην Ολλανδία και το Μάϊο σαρώνουν με τα τεθωρακισμένα τους το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία, παρακάμπτοντας την οχυρωμένη γραμμή της Μαζινό. Τα ευρισκόμενα στη Γαλλία αγγλικά στρατεύματα, εκμεταλλευόμενα την προσωρινή αδράνεια του Χίτλερ, διαπεραιώνονται από το στενό της Μάγχης (Καλαί και Δουγκέρκη) στην Αγγλία, εγκαταλείποντας το βαρύ οπλισμό τους και τα εφόδια στα χέρια των Γερμανών.
Κυριακή 1 Απριλίου 2012
11. Τα χρόνια του γυμνασίου
Μόλις τελείωσα το Δημοτικό 1938 (;) με πήρε ο πατέρας στα καπούλια του αλόγου του και με πήγε στο Κιλκίς για τις εισαγωγικές μου εξετάσεις στο μοναδικό τότε μικτό Γυμνάσιο. Με την επιτυχία μου σ' αυτές, χαρούμενος με οδήγησε στον καλύτερο ράφτη του Κιλκίς που μου πήρε τα μέτρα για την καινούργια μου μαθητική στολή από μάλλινο μπλε ύφασμα. Την καθορισμένη για τις εγγραφές στο Γυμνάσιο μέρα, η στολή μου ήταν έτοιμη. Μακρύ παντελόνι, για πρώτη φορά, σταυρωτό σακάκι με χρυσά κουμπιά επί των οποίων φάνταζε ανάγλυφη η άγκυρα, καπέλο με γυαλιστερό γείσωμα και με μεταλλική κουκουβάγια για στέμμα. Έτσι ντυμένος και με κρυφή χαρά και περηφάνια πήγαμε στο Γυμνάσιο για την εγγραφή μου. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε γνωστό του πατέρα ασπρομάλλη καθηγητή των Θρησκευτικών ο οποίος του συνέστησε κάποιον στρατιωτικό αρχίατρο που θα μου μάθαινε βυζαντινή μουσική και βιολί.
Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012
9. καθημερινότητα...
Οι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς του χωριού μας δεν συνήθιζαν να μιλούν στο οικογενειακό τους περιβάλλον για τα βάσανά τους κατά τους τουρκικούς κατατρεγμούς και τις εξορίες και πορείες των εν μέσω χειμώνος. Ίσως ήθελαν να ξεχάσουν ή τα προβλήματα και οι έννοιες για επιβίωση στην καινούργια τους πατρίδα δεν τους άφηναν περιθώρια. Αν οι γηγενείς Έλληνες, δάσκαλοι, καθηγητές και λοιποί γραμματιζούμενοι κατέγραφαν τότε τις αναμνήσεις των, όπως ο αείμνηστος Ψαθάς με το βιβλίο του «Γη του Πόντου», θα ξέραμε σήμερα τον τρόπο συμβιώσεως Ελλήνων και Τούρκων στη Μ.Ασία. Τα κυκλοφορήσαντα και κυκλοφορούντα σχετικά βιβλία αναφέρονται κυρίως στον πολιτισμό που ανέπτυξαν οι Έλληνες κατά καιρούς στη Μ.Ασία και στα δεινά του ξεριζωμού τους. Ενώ από τις αναμνήσεις των γεγονότων της καθημερινής των ζωής θα προέκυπταν και ψήγματα έστω καλής συμπεριφοράς των Τούρκων έναντι των γειτόνων των Ελλήνων, όπως από τα θολά νερά των ποταμών, τη λάσπη, τα χώματα και τα συντρίμματα των ορυχείων ξεδιαλύνεται ο χρυσός. Πάντως όταν βρίσκονταν μεταξύ των τους ξέφευγε και καμιά ιστοριούλα. Θυμάμαι δυο τέτοιες που άκουσα από τον πατέρα μου.
10. παιδικές σκανταλιές..
Ένα από τα ποντιακά φαγητά που τρώγαμε ήταν ο «σουρβάς». Έστρωσε το βράδυ η μάνα μου το στρογγυλό μας τραπέζι, το «σοφρά» και καθίσαμε γύρω σ' αυτό για να φάμε. Ο διάβολος ξύπνησε μέσα μου και είπα στη μάνα μου να διαχωρίσει από τον «σουρβά» το γιαούρτι. Στη δήλωση της μητέρας ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και στα παρακάλια της «φα πουλόπομ, φα»(1) εγώ επέμενα στο αίτημά μου, οπότε ο πατέρας που ήταν δίπλα μου μ' άστραψε ένα γερό μπάτσο και κλαίγοντας σηκώθηκα από το τραπέζι, για να τον «τιμωρήσω» δε, κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, μπήκα στο στάβλο και κοιμήθηκα στο παχνί με τη ζεστασιά των χνώτων από τις αγελάδες. Από τότε και μέχρι σήμερα δεν δυσφόρησα ποτέ στο όποιο είδος φαγητού μου προσφερόταν. Ιδού μια τρανή απόδειξη ότι "το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο".
Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012
8. απερισκεψίες... ζαβολιές
Την εποχή εκείνη οι ιερείς δεν μισθοδοτούνταν από την Πολιτεία και γι' αυτό οι κάτοικοι των χωριών, κατά εθιμικό στον Πόντο δίκαιο, έφερναν στον παπά κατ' έτος 25 οκάδες σιτάρι που τις περισσότερες φορές ήταν κακής ποιότητος και γεμάτο σκύβαλα, καθαριζόμενο δε από τη μητέρα ήταν κάτω της μισής ποσότητας. Οι συγκεντρούμενες έτσι ποσότητες ήσαν ελάχιστες αφού και τα χωριά ήταν μικρά, γι' αυτό και παράλληλα με τα ιερατικά τους καθήκοντα ασχολούνταν κι' αυτοί με την καλλιέργεια των αγρών τους ή με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που δεν ήταν αντίθετη σ' αυτά. Έτσι ο πατέρας μου είχε στα σύνορα με το χωριό «Στεφάνια» ένα νερόμυλο που συχνά πυκνά χαλούσε και για την επισκευή αλλά και τον εκσυγχρονισμό του κάλεσε από τη Θεσσαλονίκη στο χωριό κάποιον μηχανικό που τον έλεγαν Μαλάκη. Οι γνώσεις του με επηρέασαν ώστε ήθελα σαν μεγάλωνα να γινόμουν μηχανικός, σε αντίθεση με τον πατέρα που με ήθελε αξιωματικό.
7. παιδικά, σκανταλιάρικα χρόνια...
Τον νονό μας έκτοτε μία και μόνη φορά τον συναντήσαμε. Ήταν το 1943. Το σπίτι στο χωριό με όλα τα υπάρχοντά μας το είχαν κάψει οι κομμουνιστές κι' η οικογένειά μας γυμνητεύουσα κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη και στριμώχθηκε στο μικρό της Μενεμένης σπίτι. Δεν ξέρω για ποια αιτία και αφορμή, μας πήρε η μεγάλη μας αδελφή Μαρίκα και μας πήγε στο σπίτι του κάπου κοντά στην Αγία Σοφία. Ήταν διαμέρισμα σε πολυκατοικία, πολυτελέστατα επιπλωμένο που μαρτυρούσε υπερβολική οικονομική άνεση. Ήταν μεσημέρι. Μας άνοιξε και μας οδήγησε στο σαλόνι. Δεν θυμάμαι τι συζήτησε η μεγάλη μου αδελφή μαζί του. Μπροστά στην ψυχρή υποδοχή του σηκωθήκαμε να φύγουμε και στο άνοιγμα της εξώπορτας τον άκουσα να μας λέει: «θα σας έλεγα να καθίσετε να φάμε αλλά εμείς δεν τρώμε το μεσημέρι». Η αδελφή μου του είπε πως ήμασταν φαγωμένοι και δεν πεινούσαμε, εν γνώσει της ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Κλείνοντας πίσω μας η πόρτα χτύπησαν δαιμονισμένα οι σειρήνες για συναγερμό. Κατεβήκαμε τρέχοντας τα σκαλιά και ζαρώσαμε σε κάποια γωνιά, ευτυχώς για λίγο λόγω λήξεως του συναγερμού.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
6. ... η ζωή συνεχίζεται...
Ο πατέρας μου είχε μεγάλη αδυναμία στα άλογα. Το τελευταίο άλογο ήταν μαύρο και ταχύτατο. Σ' όλη την περιοχή δεν υπήρχε άλλο που να το συναγωνίζονταν. Για να το αποκτήσει έδωσε το άλογο που είχε, ένα άσπρο με μαύρες βούλες, όμορφο στην εμφάνιση πλην γερασμένο κάπως, ένα ζευγάρι βόδια και αγελαδίτσα που σε λίγο θα γεννούσε. Το αντάλλαγμα ήταν μεγάλο γι' αυτό και η πίκρα της μητέρας μου για τη λεόντια αυτή συναλλαγή καθώς και του αδελφού μου κράτησε πολύ καιρό. Χαρούμενος για το απόκτημά του παράγγειλε και του έφτιαξαν μια τσερκίζικη σέλα, όπως την χρησιμοποιούσαν οι Τσερκέζοι (τουρκογενής φυλή) της Μικράς Ασίας, καινούργιο χαλινό και καινούργιους αναβατήρες, όλα στολισμένα με ασημοκαπνισμένα κομμάτια.
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012
5. Τα παιδικά χρόνια
Tο σπίτι στο χωριό ήταν τεράστια λιθοδομή που στο χτίσιμό της εξωτερικά είχαν χρησιμοποιηθεί τεράστιοι πελεκητοί κορμοί βαλανιδιάς (δρυς) και καραγάτσι (πτελέα η πελιδνή) κατά το ήμισυ σχεδόν του πάχους του τοίχου για τη συνεκτικότητά του, όπως σήμερα χρησιμοποιείται το οπλισμένο ή μη σκυρόδεμα (σινάζ) στις πλινθοδομές. Το ισόγειο με τον όροφο χωρίζονταν με χοντρά δοκάρια από το ίδιο ξύλο. Το πάτωμα του ορόφου ήταν από χοντρές σανίδες του ίδιου ξύλου που εφάπτονταν τέλεια μεταξύ τους. Στο ισόγειο υπήρχε ο στάβλος για τα αροτριώντα ζώα, τις αγελάδες, το αγαπημένο άλογο του πατέρα και το πανύψηλο γαϊδούρι μας, την «Ερσέκα», φερμένο από την Κύπρο. Υπήρχαν ακόμα σ' αυτό και σε ιδιαίτερο χώρο καλώς αεριζόμενο οι αναγκαίες ετήσιες προμήθειες τροφίμων (βούτυρο, λοιπά παράγωγα του γάλακτος όπως τα έφτιαχναν στον Πόντο, λάδι, όσπρια διάφορα κ.λπ.), δύο μεγάλα, στερεά συνδεδεμένα με το έδαφος, ξύλινα αμπάρια για το σιτάρι και δίπλα απ' αυτά δύο τεράστια βαρέλια από γαλβανιζέ λαμαρίνα για το αλεύρι. Δίπλα στο σπίτι υπήρχε λιθόκτιστος αχυρώνας για τις ζωοτροφές.
Σάββατο 24 Μαρτίου 2012
4. Τα χρόνια κυλούν...
Οι
Πόντιοι, για να δείξουν κάποιον χρησιμοποιούσαν τη δεικτική αντωνυμία «αούτος»
ή «αβούτος» προκειμένου για άνθρωπο ή τις ίδιες λέξεις χωρίς το τελικό σίγμα
για αντικείμενο. Με τον καιρό η λέξη αυτή στους γηγενείς Έλληνες και ιδίως αυτής της μικρής πόλης, πήρε την έννοια της βρισιάς, του βλάκα, του χαζού, χωρίς οι Πόντιοι να
θίγονται γιατί οι περισσότεροί τους ήξεραν την αρχαιοελληνική της ρίζα.
![]() |
| Νίκος - Κλεοπάτρα |
Το 1949
παντρεύτηκα εκεί την Κλεοπάτρα, τελευταία θυγατέρα της οικογενείας
Κ.Μ. Μια Κυριακή ο πρώτος σύγγαμβρός μου Ι.Χ., μας κάλεσε για
τραπέζι στο οποίο θα παρευρίσκετο και ο δεύτερος σύγγαμβρος μου Α.Κ. Και οι δύο τους είχαν αγοράκια ο πρώτος τον Κωστάκη και ο
δεύτερος τον Λούλη (Αργύρη), που πρέπει να πήγαιναν στο Δημοτικό. Ενώ
στρώνονταν το τραπέζι, τα παιδιά, Κωστάκης και Λούλης, έπαιζαν κάτω απ’ αυτό,
νομίζω «μπίλιες». Σε μία φάση του παιχνιδιού ο Λούλης, θεωρήσας ότι αδικήθηκε
απηύθυνε στον Κωστάκη σε έντονο ύφος τη λέξη «αούτε». Οι αδελφές της γυναίκας
μου κοκκίνισαν, κατσάδιασαν τους μικρούς που έφυγαν από το δωμάτιο, κι’ αυτό
γιατί ήμουν Πόντιος και πιθανώς πίστευαν ότι θα παρεξηγιόμουν. Είναι όμως
αλήθεια ότι πειράχτηκα, μα δεν το έδειξα.
Έτσι
ο πατέρας πάντρεψε τις αδελφές μου, την μεν Μαρίκα με τον Μ.Τ., γιο
του Παπαγιάννη στο Καρατζάτερε[1], την
δε Κίτσα (Κυριακή) στο «Σέρτσελη»[2], με
τον Σ.Κ., ο οποίος με τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκε στη Γαλλία
κι’ από κεί κατέληξε στο χωριό αυτό όπου διατηρούσε μέχρι το 1941 παντοπωλείο
που ήταν συγχρόνως και καφενείο.
Ο
Κων. Α. Βοβολίνης αναφέρει για τον πατέρα μου, δημοσιεύοντας και τη φωτογραφία
του[3] ότι
«... μετασχών δε εις τον Εθνικόν Αγώνα του Πόντου, κατεδικάσθη, το 1921 εις
θάνατον παρά του τουρκικού στρατοδικείου. Μετά πολλάς περιπετείας κατόρθωσε να
διαφύγη...», ερειδόμενος στις εκθέσεις του Μητροπολίτου Ιωακείμ (προφανώς
Κιλκισίου) και του αρχιερατικού επιτρόπου της Μητροπόλεως Πολυανής και
Κιλκισίου της 27ης Μαΐου 1947 και της 19ης Μαρτίου 1948
αντιστοίχως. Ο δε Αθαν. Παπαευγενίου[4],
δημοσιεύων και αυτός ομοία φωτογραφία του αναφέρει ότι «... Το 1921 έλαβε
ενεργό μέρος εις τον αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας του Πόντου καταδικασθείς δια
τούτο υπό του Τουρκικού Στρατοδικείου εις θάνατον. Κατορθωθείσης της μη
εκτελέσεως της αποφάσεως, εξορίσθη μετά της οικογενείας του εις Μάρας...». Δεν
γνωρίζω σε ποιες μαρτυρίες στηρίχθηκαν οι εκθέσεις της Μητροπόλεως Κιλκίς και
οι πληροφορίες του Π. Παπαευγενίου περί καταδίκης του πατέρα μου από Τουρκικό
Στρατοδικείο και ματαίωσης εκτελέσεως της θανατικής του ποινής. Η συμμετοχή του
βεβαίως, του πατέρα, στο αντάρτικο του Πόντου από την άφιξη στη Μητρόπολη
Αμασείας το Μάρτιο του 1908 του Καραβαγγέλη μέχρι την εξορία του στο
Κουρδιστάν, που έγινε στις αρχές του 1919, πρέπει να θεωρείται βεβαία κι’ αυτό
διότι ο κατά πάντα άξιος της πατρίδος και του Γένος εκείνος ιεράρχης, στον
αγώνα του στον Πόντο χρησιμοποιούσε πρώτα τους υπ’ αυτόν ιερείς και προύχοντες
και δι’ αυτών επέλεγε και οργάνωνε τον ένοπλο κατά των Τούρκων αγώνα, όπως
έκανε και στην Καστοριά. Δεν μπορούσε λοιπόν ο πατέρας να μείνει έξω από έναν
τέτοιον αγώνα και μάλιστα αναληφθέντα από τον ακτινοβόλο δεσπότη του. Άλλωστε
ένας αντάρτικος ή άλλως ανορθόδοξος αγώνας ποτέ δεν έγινε και δεν γίνεται
αποκλειστικά και μόνο από ένοπλους λαϊκούς μαχητές, αγώνας στον οποίο
πρωτοστατούσαν πάντοτε οι κληρικοί κάθε βαθμού ιεροσύνης.
(Συνεχίζεται...)
(Συνεχίζεται...)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

