Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Τ’ άκουσες αδερφέ;... στον Πόντο έγινε λέει Γενοκτονία…

Τ’ άκουσες αδερφέ;….. στον Πόντο έγινε λέει Γενοκτονία…

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Μοίρα μου






Μοίρα μου, μάτια ματωμένα κοιτούν τρομαγμένα πίσω από δυο σπασμένα δάχτυλα
και κρατούν τη ζωή σφιχτά, και ας πονούν....
Χείλια στεγνά, βρώμικα, που τα ξεπλένουν λίγα δάκρυα
χείλια που μόνο αναφιλητά ξεβράζουν
αναφιλητά που φέρνουν τον ήχο της τελευταίας ελπίδας.
Σιχαμενε ήχε, στο σκοινί με τη ζωή μου αγκαλιά να ακροβατώ και συ να σιγοπαίζεις και να μη σταματάς...
Γεμάτη ζωή , τι ειρωνεία!
Κορμί που τρεμοσβήνει από την πλάνη σου... την πλάνη εκείνων....
Δίπλα σε ένα ερείπιο, ακουμπισμένος σε μια ξεφλουδισμένη γωνία κοιτάς γύρω σου
Ένα κόκκινο δάκρυ κυλά στο λαιμό σου και εγώ νιώθω τόσο ανάξια τόσο τιποτένια γιατί άφησα τα τέρατα να σε πειράξουν....
Στα όνειρα σου όλα χτες ήταν γεμάτα λουλούδια και τώρα...
σε κοιτώ να ανασαίνεις βαθιά
σαν να 'θελες να ρουφήξεις τη ζωή που σου πήραν....
Ήσουν εσύ, εσύ που με τις λιγοστές σου δυνάμεις
ζωγράφισες έναν ήλιο....
Έναν ήλιο που δε θα ξαναδείς ποτέ ή που, συμφορά μου δεν είδες ποτέ.... ΕΛΕΥΘΕΡΟ
"Κρατήσου ζωή μου, σφίξε τα λερωμένα χέρια σου από το ξένο αίμα
και πλησίασε εκεί..."
Όχι ! Μη σηκώνεις τα χέρια... πονάς... το νιώθω
θες να αγγίξεις εκείνο τ' αστέρι... το ίδιο που κοίταξες χτες....
Πόσο γρήγορα αλλάζει το όνειρο....
πόσο γρήγορα γίνεσαι ίσκιος στη δική σου ζωή....
Είσαι εκεί λουλούδι μου στο χωμάτινο μαύρο στρώμα σου...
πνέοντας την αηδιαστική μυρωδιά του θανάτου....
Υπόσχομαι καημέ μου να μη σ' αφήσω ποτέ μ' αδειανά χέρια
θα γίνω μάνα για σένα, όνειρο και ελπίδα
φως στο σκοτάδι του κάθε αναστεναγμού σου
πνοή στη πνοή σου
βλέμμα στην πικρή σου ματιά....
Κρυμμένε μου πόθε, μικρή μου αυγή
σε κρατώ στην αγκαλιά μου το νιώθεις;
Γλυκέ μου άγγελε, κρύα μου χέρια... ζεστή μου καρδιά....
Μη σταματάς να κοιτάς εκείνο τ' αστέρι... το δικό μας αστέρι
Όχι πνοή μου μη κλαις, είμαι εγώ τώρα εδώ.
Ο πόνος φριχτός μα σε παρακαλώ... ζήσε
Κοιτάς πλάι ζωή μου και ένα άσπρο δάκρυσαν τη ψυχή σου
πέφτει στο σκαμμένο χώμα από τις σφαίρες....
Μικρό μου όνειρο χαμογελάς...
πόσο ζωή μου δίνεις... τι ειρωνεία...
Και έτσι καθώς ζεις την αυγή μιας ελπίδας
το φως της καθάριας σου ψυχής
σβήνει για πάντα από τα μεγάλα, τρομαγμένα
βελούδινα μάτια σου....

Μη κλαις λαχτάρα μου... ψυχή είσαι πια
σε κείνο τ' αστέρι ... δίχως όνειρα αχνά
Ουράνιο τόξο είσαι πληγή μου... λουλούδι σε κάτασπρο χώμα
ντυμένος μ' αγάπη και της αιώνιας νιότης το χρώμα....



Αφιερωμένο σ' όλα τα παιδιά του πολέμου... σ' όλες αυτές τις ψυχές που μας δίνουν το φως μας... το φως στην ψυχή μας 
και που κάποιοι βάλθηκαν να μας "τυφλώσουν".... να τυφλώσουν την καρδιά και το μυαλό μας!
Δήμητρα

http://hamomilaki.blogspot.gr

Ο βασιλιάς, τα παγώνια οι φασιανοί και ο κόκορας

Ο Κροίσος ήταν πολύ στεναχωρημένος τον τελευταίο καιρό. Ενώ ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ενώ ήταν βασιλιάς της Λυδίας και είχε δύναμη μεγάλη, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Καλά-καλά ούτε που κοιμόταν τις νύχτες. Συνέχεια σκεφτόταν πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο, που να μη θαυμάζει τα πλούτη και τη δύναμή του.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Σόλωνας, ο σοφός Αθηναίος νομοθέτης, που εδώ και δυο μήνες ήταν φιλοξενούμενος στο λαμπρό του παλάτι.
Την προηγούμενη βδομάδα τον είχε πάει να δει τους αμέτρητους θησαυρούς του και τον στρατό του και τον ρώτησε:
- - Έχεις δει, σοφέ Σόλωνα, πιο πλούσιο άνθρωπο και πιο δυνατό από μένα; Έχεις γνωρίσει στη ζωή σου κάποιον πιο ευτυχισμένο;
Ο Σόλωνας, χωρίς να διστάσει καθόλου του απάντησε:
- - «Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή κανέναν άνθρωπο να μη θεωρείς ευτυχισμένο, πριν να δεις το τέλος του.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Η σοφία



Μια φορά και έναν καιρό, ένας αναζητητής της αλήθειας, ο Πέτρος, μην αντέχοντας να ζει σε ένα κόσμο ψευτιάς, βίας και βασάνων αποφάσισε να φύγει από τη μεγαλούπολη που έμενε και να πάει σε ένα χωριό, να ξεφύγει πια από ένα αρρωστημένο τρόπο ζωής και να γνωρίσει τη σοφία μέσα στους απλούς ανθρώπους και τη Φύση.

Είχε διαβάσει πολλά βιβλία και είχε γνώμη και γνώση για το οτιδήποτε ωστόσο και ο ίδιος καταλάβαινε ότι κάτι του έλειπε και βαθιά μέσα του δεν είχε αυτοπεποίθηση, ήταν σίγουρος όμως για το τι δεν του άρεσε και έτσι πήρε το θάρρος και το κουράγιο να εγκαταλείψει όλα τα γνωστά.

Φτάνοντας στο χωριό, εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό σπιτάκι, ωστόσο ήταν φτωχό το χωριό, ο Πέτρος είχε λίγα υπάρχοντα και έτσι προσπάθησε να βγάζει αρχικά τα προς το ζειν, αλλά δυσκολευόταν. Στην ανάγκη του να βγάζει ένα μεροκάματο, αναγκάστηκε να κάνει τον ξυλοκόπο, να πηγαίνει βαθιά στο δάσος, και να φέρνει καθημερινά ένα φορτίο ξύλα. Ήταν πολύ δύσκολη και σκληρή αυτή η δουλειά όμως, γεμάτος ιδρώτα και εξουθενωμένος, επέστρεφε κάθε απόγευμα με το φορτίο, και ο Πέτρος δεν ήξερε πόσο ακόμα θα άντεχε να κάνει αυτή τη δουλειά, μιας και κάνοντας αυτή την κοπιαστική εργασία καθημερινά, πάλι δεν έβγαζε αυτά που έπρεπε, για να έχει ένα πιάτο φαγητό.

Του είχαν ζητήσει να φέρει ένα φορτίο Δρυός, απαγορευμένο για ξύλευση, και επειδή αυτό το ξύλο ήταν πολύτιμο, ήταν σπάνια τα δέντρα αυτά κοντά στο χωριό. Περπάτησε βαθιά στο δάσος λοιπόν ο Πέτρος και σε ένα ποταμάκι συνάντησε ένα υπέροχο μεγάλο δέντρο Δρυός, με αυτό θα έβγαζε τα αναγκαία ξύλα που του ζητήσανε, αλλά δεν ήθελε να κόψει το δέντρο αυτό. Ήταν σημαδιακό δέντρο, και απέπνεε μία ιερότητα. Ήταν απελπισμένος, έφυγε από μία άσχημη ζωή, πήγε σε ένα καλύτερο περιβάλλον, αλλά και πάλι ήταν υποχρεωμένος να κάνει πράγματα που δεν του αρέσανε. Σκέφτηκε να βάλει τέλος στη ζωή του από την απελπισία του, κλαίγοντας, αποφάσισε να δώσει λίγο χρόνο σε αυτή του την απόφαση, και τον πήρε ο ύπνος κάτω από τη Βελανιδιά.

Στον ύπνο του παρουσιάστηκε η Δρυάδα, το πνεύμα που ζούσε μέσα στη Βελανιδιά:


- «Σε ευχαριστώ Πέτρο που δεν με έκοψες, και έτσι συνεχίζω να ζω και να αντιλαμβάνομαι αυτό το κόσμο που ζεις. Θα σε βοηθήσω στο πρόβλημά σου. Για να ξεπεράσεις τη κατάστασή σου, χρειάζεσαι σοφία!»

- «Μα για αυτήν εγκατέλειψα όλα τα γνωστά, αλλά και πάλι βλέπεις δεν μπορώ ούτε ένα μεροκάματο να βγάζω….»

- «Βρες πρώτα τη σοφία! Μετά θα μπορέσεις να λύσεις όλα σου τα προβλήματα!»

- «Και που θα βρω έναν τέτοιο άνθρωπο που έχει τη σοφία;»

- «Στη κορυφή του Αγίου Όρους ζει ένας γέροντας…..»

Ο Πέτρος ξύπνησε αμέσως μετά και συνεπαρμένος από αυτό το προφητικό όνειρο, έφυγε τρέχοντας, παρατώντας τα καθημερινά, για να πάει στο Άγιο Όρος. Χρειάστηκε να περπατήσει, να ζητιανέψει, να χαθεί αρκετές φορές, άλλα συνέχισε τη προσπάθειά του. Ο νους του, του έλεγε τι βλακεία κάνεις, που πιστεύεις στα όνειρα, αλλά ο Πέτρος συνέχιζε τη κοπιαστική πορεία του για το βουνό.

Με τα πολλά κατάφερε να το βρει και με χίλιους δύο κόπους να φτάσει στη κορυφή του. Εκεί δεν συνάντησε άλλον από έναν παράξενο γέροντα, που του φάνηκε πολύ αλαφροΐσκιωτος.

- «Γέροντα, μπορείς να μου δώσεις τη σοφία;»

- «Δεν μπορώ τώρα παιδί μου, με φωνάζει η καρδερίνα μου και πρέπει να πάω….»
Ο Πέτρος ακούγοντας αυτό, αποχαιρέτησε το γέροντα και έφυγε αμέσως «Θεέ μου, σαλεμένος είναι ο παππούς….»

Μετά από εβδομάδες και από μήνες ο Πέτρος γεμάτος κακουχίες και ίσα-ίσα ζωντανός, ξαναέφτασε στο χωριό που ξεκίνησε και πήγε κατευθείαν στην ιερή βελανιδιά, έπεσε για ύπνο, και κάλεσε τη Δρυάδα.

- «Δρυάδα, με γέλασες! Με έστειλες να βρω έναν σοφό, αλλά αυτός ήταν σαλεμένος!»

- «Πέτρο, εσύ από μόνος σου αποφάσισες ότι για να βρεις τη σοφία πρέπει να βρεις έναν σοφό, και ξεκίνησες το κοπιαστικό ταξίδι σου, ενώ τη σοφία μπορείς και μόνος σου να την αποκτήσεις, αλλά ακόμα και έτσι δεν σε γέλασα, πραγματικά έφτασες στον σοφό γέροντα, αλλά ούτε που τον αναγνώρισες!»

- «Τι έκανε λέει; Τη πάτησα τόσο πολύ σαν βλάκας; Γιατί τη πάτησα; Και….. μπορείς να μου πεις πως θα βρω τη σοφία;»

- «Οι δύο ερωτήσεις σου Πέτρο, έχουν την ίδια απάντηση:

Για να βρεις τη σοφία μάθε…. πρώτα να ακούς και έπειτα να μιλάς….»



http://emmkopanakis.blogspot.gr



Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Όλα ή Τίποτα! Κι αυτό είναι δέσμευση.


Ένας Ιταλός, πολύ φτωχός, αποφάσισε να βελτιώσει την άθλια ζωή του ζητώντας βοήθεια από τον αγαπημένο του άγιο. 
Πήγαινε λοιπόν κάθε πρωί στον ναό του Αγίου Αντωνίου και τον θερμοπαρακαλούσε: «Άγιε μου Αντώνη, στείλε μου σε παρακαλώ εκατό φλουριά! Αλλά να’ ναι εκατό, γιατί αν είναι έστω 99 δεν τα θέλω!». 

Ο μαθητής και ο δάσκαλος...

                                                                Ήταν ένας σοφός δάσκαλος και ένας μαθητής του.

Επειδή τα πάντα που έλεγε στον μαθητή του ήταν τόσο σοφά θέλησε ο μαθητής να πειράξει τον δάσκαλό του και να τον πιάσει αδιάβαστο κάπου.

Σκέφτηκε λοιπόν να πιάσει μια πεταλούδα με το χέρι του και να ρωτήσει τον δάσκαλό του τι κρατούσε και αν αυτό που είχε μέσα στον καρπό του ήταν ζωντανό ή νεκρό.

Ήξερε επίσης ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του εύκολα θα εύρισκε την πεταλούδα αλλά αν ο δάσκαλός του απαντούσε ότι ήταν ζωντανή τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα σκότωνε την πεταλούδα για να του αποδείξει ότι δεν ήταν και τόσο σοφός.

Έπιασε λοιπόν μια πεταλούδα και αφού την έκλεισε στη χούφτα του ρώτησε τον δάσκαλό του.

-Δάσκαλε τι κρατώ στο χέρι μου;

-Την ψυχή σου κρατάς νεαρέ μου.

Σκέφτεται ο μαθητής ότι ο δάσκαλός του έχει δίκιο.

Η πεταλούδα είναι μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και η δική του.

-Λοιπόν δάσκαλε , συνεχίζει ο μαθητής, είναι η ψυχή μου και τι είναι ζωντανή ή νεκρή; ξαναρωτά ο μαθητής.

-Απαντά ο σοφός δάσκαλος λέγοντας: Από το χέρι σου εξαρτάται…

Άρα η τύχη της ψυχής μας εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς τους ίδιους.

Διότι την σωτηρία της, την κρατάμε στο χέρι μας.-



Στη σκέψη που συλλογίστηκε πως τούτα τα λόγια θα μου αρέσουν εκφράζω λευκά συναισθήματα. Και το λευκό δεν έχει το νόημα της ουδετερότητας αλλά της αγνότητας.




http://dimarath.blogspot.gr

Μια μικρή αληθινή ιστορία




Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος. Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Τα Χρυσά Έπη των Πυθαγορείων


Είναι άγνωστο ποίος έγραψε τα Χρυσά Έπη. Σίγουρα είναι Πυθαγόρεια, αλλά δεν μπορούμε να δεχθούμε πως τα έγραψε ο ίδιος ο Πυθαγόρας, καθότι γνωρίζομε πως δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο. Απλά εντάσσονται στην παράδοση των Πυθαγορείων.

Αυτή τη θέση έχει κρατήσει ο Ιάμβλιχος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Ιεροκλής, ο Πρόκλος και ο Σιμπλίκιος. Σύμφωνα με τον σχολιασμό του Ιεροκλέους, τα εν λόγω Έπη λέγονται "Χρυσά" για να επισημανθεί ότι “περιέχουν την τελειότατη στοιχείωση της φιλοσοφίας των Πυθαγορείων". Ο χρυσός, σύμφωνα πάντα με τον Ιεροκλή, είναι μέταλλο καθαρότατο, και ανώτερο από τα υπόλοιπα, διότι δεν οξειδώνεται, ενώ τα υπόλοιπα αλλοιώνονται, καθώς προσμειγνύονται με ξένα και γήινα συστατικά.

Ο Μύθος του Ερμαφρόδιτου - αποσυμβολισμός

Ο Μύθος του Ερμαφρόδιτου - αποσυμβολισμός
Ο  Ερμαφρόδιτος παρουσιάζεται στην Ελληνική και Ρωμαϊκή μυθολογία και τέχνη ως το ον που έχει ταυτόχρονα τα χαρακτηριστικά και των δύο φύλων.  
Ήταν  γιος του Ερμή και της Αφροδίτης τον οποίο ανέθρεψαν οι νύμφες στις σπηλιές του όρους Ίδη της Φρυγίας. Στο πρόσωπό του αντιφέγγιζε η χάρη και η ομορφιά και των δύο γονέων του, από τους οποίους πήρε και το όνομά του. Όταν έγινε δεκαπέντε χρόνων, εγκατέλειψε το βουνό όπου μεγάλωσε για να περιπλανηθεί στη Μικρά Ασία και να γνωρίσει καινούργια μέρη.  Πέρασε από πόλεις της Λυκίας, καθώς και από την Καρία, όπου σταμάτησε να ξεκουραστεί σε μια πηγή που ονομαζόταν Σαλμακίς, τα νερά της οποίας σχημάτιζαν λίμνη.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Γιατί τα αειθαλή δέντρα κρατούν τα φύλλα τους το χειμώνα




«By the moon» του Chris Hiedeman


Κάποτε, πριν πολύ πολύ καιρό, οι μέρες ήταν κρύες κι ο χειμώνας πλησίαζε γοργά. Και όλα τα πουλιά πέταξαν μακρυά στο ζεστό νότο, περιμένοντας να επιστρέψει η άνοιξη. Ένα μικρό πουλί όμως, είχε σπασμένη φτερούγα και δεν μπορούσε να πετάξει. Δεν ήξερε τι να κάνει. Κοίταξε τριγύρω του, αναζητώντας ένα μέρος να το κρατήσει ζεστό. Αλλά δεν είδε τίποτε πέρα από τα δέντρα του μεγάλου δάσους.

«Ίσως τα δέντρα δεχτούν να με κρατήσουν ζεστό κατά τη διάρκεια του χειμώνα», είπε.
Έτσι προχώρησε μέχρι την άκρη του δάσους, χοροπηδώντας και φτερουγίζοντας όσο καλύτερα μπορούσε με τη σπασμένη του φτερούγα. Το πρώτο δέντρο ήταν μια λεπτόκορμη ασήμοχρωμη σημύδα.

«Όμορφη σημύδα», είπε το πουλί, «θα μου επιτρέψεις να κουρνιάσω στα ζεστά κλαδιά σου μέχρι να έρθει η άνοιξη;»
«Αγαπητέ μου», είπε η σημύδα «τι είναι αυτό που ζητάς! ´Εχω να φροντίσω τα φύλλα μου κατά τη διάρκεια του χειμώνα – αυτό μου αρκεί. Φύγε μακρυά από δω.»

Το μικρό πουλί χοροπήδησε και φτερούγισε όσο καλύτερα μπορούσε με τη σπασμένη του φτερούγα, μέχρι που έφτασε στο επόμενο δέντρο. Ήταν μια θαυμαστή, μεγάλη βελανιδιά.

«Ω μεγάλη βελανιδιά », είπε το μικρό πουλί «θα μου επιτρέψεις να σταθώ στα ζεστά κλαδιά σου μέχρι να έρθει η άνοιξη;»

«Αγαπητέ μου», είπε η βελανιδιά, «είναι πράγματα αυτά που ζητάς; Αν σταθείς στα κλαδιά μου όλο το χειμώνα, θα μου φας τα βελανίδια. Φύγε μακρυά από δω.»

Έτσι το μικρό πουλί χοροπήδησε και φτερούγισε με τη σπασμένη φτερούγα του όσο καλύτερα μπορούσε μέχρι που έφτασε σε μια ιτιά στην όχθη του ρέμματος.

«Αχ όμορφη ιτιά», είπε το μικρό πουλί, «θα μου επιτρέψεις να κάτσω στα ζεστά κλαδιά σου μέχρι να έρθει η άνοιξη;»

«Ε, όχι!», είπε η ιτιά, «εγώ δε μιλώ με ξένους. Φύγε μακρυά.»

Το καημένο μικρό πουλί δεν ήξερε πια που να πάει. Όμως προχώρησε παρακάτω, χοροπηδώντας και φτερουγίζοντας με τη σπασμένη φτερούγα του όσο καλύτερα μπορούσε. Εκείνη τη στιγμή το πρόσεξε ένα έλατο και του ‘πε: «Πού πας μικρό πουλί;»

«Ούτε κι εγώ γνωρίζω», είπε το πουλί. «Τα δέντρα δε δέχονται να με φιλοξενήσουν και η φτερούγα μου είναι σπασμένη και δεν μπορώ να πετάξω.»

«Μπορείς να ζήσεις σε ένα από τα κλαδιά μου», είπε το έλατο. «Ορίστε, αυτό είναι το πιο ζεστό.»

«Μπορώ να μείνω όλο το χειμώνα;»

«Ναι», είπε το έλατο. «Θα μου άρεσε να σε έχω παρέα.»

Μόλις το πεύκο που στεκόταν δίπλα στο έλατο είδε το μικρό πουλί να χοροπηδά και να φτερουγίζει με τη σπασμένη φτερούγα του όσο καλύτερα μπορούσε, του είπε: «Τα κλαδιά μου δεν είναι πολύ ζεστά, αλλά μπορώ να σε προστατέψω από τον άνεμο, γιατί είμαι μεγάλο και δυνατό.»

Έτσι το μικρό πουλί φτερούγισε (όσο καλύτερα μπορούσε) μέχρι το πιο ζεστό κλαδί του ελάτου και το πεύκο κράτησε τον άνεμο μακρυά από τη φωλιά του και όταν ο κέδρος είδε τι συνέβαινε, είπε ότι αυτός θα προσφέρει στο μικρό πουλί κάτι να τρώει κατά τη διάρκεια του χειμώνα – τους καρπούς των κλαδιών του. Τα κεδρόμηλα είναι μια πολύ καλή τροφή για τα μικρά πουλιά..
Το μικρό πουλί ένιωθε άνετα μέσα στη φωλιά του, προστατευμένο από τον άνεμο κι έχοντας ένα σωρό κεδρόμηλα για φαγητό.
Τα υπόλοιπα δέντρα στην άκρη του δάσους σχολίαζαν το ένα στο άλλο:

«Εμένα καρφάκι δεν μου καίγεται για τα ξένα πουλιά», είπε η σημύδα.

«Κι άσε που θα έπρεπε να χαραμίσω τα βελανίδια μου…», είπε η βελανιδιά.

«Κι εγώ δε μιλώ σε ξένους», συμπλήρωσε η ιτιά. Και τα τρία δέντρα κορδώθηκαν περήφανα με τον εαυτό τους.

Εκείνη τη νύχτα ο Βόρειος Άνεμος έφτασε μέχρι τα δέντρα για να παίξει. Φύσηξε τα φύλλα τους με την παγωμένη ανάσα του κι όποιο φύλλο άγγιζε, έπεφτε στο έδαφος. Ήθελε ν’ αγγίξει κάθε φύλλο του δάσους, γιατί του άρεσε να βλέπει τα δέντρα γυμνά.

«Μπορώ να αγγίξω όλα τα φύλλα;», ρώτησε τον πατέρα του, το Βασιλιά της Παγωνιάς.



«Όχι», είπε ο Βασιλιάς. «Όσα δέντρα φέρθηκαν μ’ ευγένεια στο πουλί με τη σπασμένη φτερούγα θα κρατήσουν τα φύλλα τους.»

Έτσι, ο Βόρειος Άνεμος τα άφησε στην ησυχία τους και το έλατο, το πεύκο και ο κέδρος κράτησαν όλα τα φύλλα τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα εκείνου. Κι έτσι συνεχίζει να συμβαίνει από τότε.





https://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com
http://etc.usf.edu