Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ





Όλα είχαν καεί… και εκεί που ήταν ένα από τα πιο όμορφα μοναστήρια του Αγίου Όρους, ένας σωρός έμεινε που κάπνιζε… ευτυχώς σώθηκαν όλοι οι μοναχοί…. Βουβοί κοιτούσαν τώρα τον ηγούμενο τους, με τα μάτια τους μιλούσαν ωστόσο: «Τι θα κάνουμε τώρα; Πως θα πορευτούμε; Να διαλύσουμε τη μονή και να πάμε σε άλλα μοναστήρια;»

Ο Ηγούμενος έπρεπε να τους δώσει μία απάντηση… «Αδελφοί, πάω στο λόφο για μια ώρα να εκτιμήσω τη κατάσταση και έρχομαι…» Ο Ηγούμενος μιλούσε με το Θεό και σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση έπρεπε να πάρει μία απόφαση, αλλά όχι μόνος του…

Στη κορυφή του λόφου έκλεισε τα μάτια του και στη σιωπή αναζήτησε τη παρουσία Του… …Μία απέραντη γαλήνη πλημμύρισε τη καρδιά του… Μια ευλογία έμπαινε στη κάθε του αναπνοή… Και στο κέντρο του μυαλού του, λέξεις μορφώνονταν από μία άφατη Παρουσία…

-Πατέρα τι θα κάνουμε;

- Θα το ξαναφτιάξετε το μοναστήρι… πολύ καλύτερο από πριν…


- Πατέρα, ειλικρινά, αισθάνομαι ότι έφτασα στα όρια μου, δεν μπορώ να καταφέρω να συνεχίσω… Να εκλέξουμε άλλον ηγούμενο;

- Παιδί μου, μην αφήνεις το λογισμό σου να κάνει κουμάντο… Κάθε δοκιμασία που έρχεται είναι ένα βουνό που θα διαβαίνεις μέχρι να φτάσεις εκεί ψηλά που είναι ο προορισμός σου… Ο άνθρωπος μόνος του δεν κάνει τίποτα, ο άνθρωπος που έχει Εμένα μέσα του, μπορεί να κάνει τα πάντα…

Ο Ηγούμενος μεταμορφωμένος επέστρεψε από το λόφο… Αδελφοί, θα το ξαναφτιάξουμε το μοναστήρι.. Μου το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Θεός… Μία Ομάδα θα μαζέψει τα ερείπια… εδώ τα χρήσιμα… εδώ οι πέτρες, εδώ τα αγκωνάρια…. Μία άλλη Ομάδα θα φτιάξει ένα πρόχειρο κατάλυμα να μένουμε μέχρι το μοναστήρι μας να είναι έτοιμο… Εδώ θα είναι ο πύργος του, εδώ τα όρια του… Οι αδελφοί ηλεκτρισμένοι με έναν νέο αέρα αισιοδοξίας ανασηκώσαν τα ράσα τους και ξεκίνησαν θαρρετά τον αγώνα…

Ο ηγούμενος έγραψε δύο γραφές: Η μία προς τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης για βοήθεια… «Παναγιότατε, τη σεπτή σας βοήθεια…»… Η άλλη στο μαστοροχώρι της Ηπείρου… «Πρωτομάστορα, μάζεψε το μεγαλύτερο μπουλούκι που μπορείς να φέρεις, θα χτίσεις ένα μοναστήρι που όμοιο του δεν έχει ο Άθως… θα πάρεις όσο χρυσό ζητήσεις…»

Μέχρι να έρθει η βοήθεια του Πατριάρχη ο ηγούμενος δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ… και όλοι οι μοναχοί αν και κάνανε τη πιο βαριά εργασία που υπάρχει με τις πέτρες, ένιωθαν ότι ο ίδιος ο Θεός τους αλάφρυνε στο έργο τους….

Δύο εβδομάδες αργότερα ήρθε η απάντηση του Πατριάρχη… Ο ηγούμενος παραξενεύτηκε που ήταν μόνο μία γραφή…. Περίμενε κανένα κασελάκι με χρυσό… Αποσβολωμένος διάβασε τη γραφή…. «Την ευλογίαν μου δια το Θεάρεστον έργο σας… Δυστυχώς οι καιροί είναι χαλεποί εδώ στην Κωνσταντινούπολη… ο σουλτάνος κάνει πόλεμο και χρήματα δεν υπάρχουν…. Και εδώ πείνα και στερήσεις…. Δοκίμασε στην Αίγυπτο… είναι το μοναδικό μέρος που ευημερεί…. Υπάρχουν και εκεί Χριστιανοί….»

Στη σιωπή του ο Ηγούμενος άκουσε τη φωνή του Θεού:

- Κάνε ότι σου λέει η γραφή… Ξεκίνα σήμερα… Θα πάτε τρεις όμως και στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι, θα είστε οι τρεις τελευταίοι που θα βγείτε από το πλοίο…

- Πατέρα μου, συγνώμη που ρωτάω, αλλά σε λίγο θα έρθουν οι μάστορες… Πως θα δουλέψουν δίχως χρυσό; Και από την άλλη, γιατί να πάμε τρεις μοναχοί στην Αίγυπτο και όχι ένας;

- Έχε πίστη παιδί μου και κάνε ότι σου λέω… Δεν θα γελάσεις τους μάστορες, θα τους φέρεις το χρυσό που χρειάζονται και ακόμα παραπάνω… Τρεις πρέπει να πάτε…

Ο ηγούμενος καθησύχασε τους αδελφούς… «Ο Πατριάρχης θα μας δώσει το χρυσό, θα πάμε τρεις να τον παραλάβουμε… Οι μάστορες να ξεκινήσουν να δουλεύουν μόλις έρθουν… έρχομαι με το χρυσό τους…»

Πήρε τους δύο πιο έμπιστους και χειροδύναμους αδελφούς και φύγαν… από την Ουρανούπολη και μετά τους είπε τον αληθινό προορισμό τους… Από καΐκι σε καΐκι και από λιμάνι σε λιμάνι βρέθηκαν σε ένα πλεούμενο με κόκκινα πανιά για την Αίγυπτο… Όταν ο Θεός θέλει κάτι, πάντα φυσάει ούριος άνεμος …

Ιστορίες έρχονταν στο νου του ηγούμενου, για τη βρωμιά που υπάρχει εκεί στους άπιστους, στους μαύρους… Φαντάζονταν δρόμους με περιττώματα όπου ζούσανε οι μουσουλμάνοι… Τι να κάνει όμως, έπρεπε να πάει εκεί… αλλά, θα τον βοηθούσαν οι Χριστιανοί…
……

Ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, ο Χαρούν ο Ευσεβής, ξύπνησε με ένα υπέροχο όνειρο αυτό το πρωί. Είδε λέει ότι ήταν περιπατητής και αφού περπάτησε σε βουνά και κοιλάδες, βρέθηκε σε μία πεδιάδα, και μαζί του ήταν άνθρωποι πολλοί, που κρατούσαν δρεπάνια και κόβαν τα σιτάρια που ήταν γεμάτη η πεδιάδα, και όσο κόβαν τα σιτάρια αυτά αμέσως ξαναβγαίνανε και οι άνθρωποι δεν προλαβαίναν να τα ξανακόβουν, και τριγυρισμένο από τέσσερα ποτάμια ήταν ένας υπέροχος κήπος, και εκεί αισθανόταν ότι έπρεπε να πάει, γιατί είναι το σπίτι του….

Κάλεσε τον προσωπικό του Σούφι, τον μουσουλμάνο μοναχό που του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί μπορούσε και άκουγε τη φωνή του Αλλάχ…. Του είπε το όνειρό του, το όνειρο που του έφερνε ευλογία και χαρά και ζήτησε την εξήγησή του…

Ο Σούφι με σεβασμό απάντησε: «Πολυχρονεμένε μου Άρχοντα, είναι πολύ εύκολο να απαντήσω, γιατί είδα και εγώ το ίδιο όνειρο με σένα: Ο δρόμος που ακολουθείς σαν περιπατητής είναι ο άγιος δρόμος του Αλλάχ, γιατί σαν ηγεμόνας ποτέ δεν θέλησες να θησαυρίζεις κάνοντας πολέμους και τυραννώντας με φόρους, αλλά ακολουθώντας τον, έφερες τον λαό σου στην πεδιάδα της αφθονίας, όπου πάντα υπάρχει σιτάρι και ψωμί για το λαό. Και ο κήπος που είδες ανάμεσα στα τέσσερα ποτάμια είναι ο παράδεισος….

Είδα όμως και τη συνέχεια του ονείρου: Να ευεργετείς τρεις μαυροφορεμένους ξένους άντρες, τους τρεις που θα φτάσουν σήμερα το πρωί και θα κατέβουν τελευταίοι από ένα πλοίο με κόκκινα πανιά…»

Τότε ας μη χάνουμε χρόνο, είπε ο Σουλτάνος και έδωσε οδηγίες στον Αρχηγό της Φρουράς…..

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Κι έτσι ο κόσμος βρήκε την ησυχία του…! – Καζαντζάκης



«Μια μέρα ο Αλλάχ βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά κι έπλασε το Ρωμιό. Μα ευτύς, ως τον είδε, το μετάνιωσε.

Είχε ένα μάτι ο αφιλότιμος που τρυπούσε ατσάλι. «Τι να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα. Ας πιάσω να κάμω τώρα τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του.»

Και ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ’ ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν. Πάλευαν, πάλευαν ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε το κάτω τον άλλον Μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!

«Ο διάολος θα με πάρει, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι. Τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι… Τι να κάμω;»

Ολονύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης, μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις χερούκλες του:
«Βρήκα βρήκα» φώναξε. Έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, κι έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και τους έβαλε στο ταψί να παλέψουν.

Άρχισε το πάλεμα. Τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος.

Μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος. Μπαμπεσιά ο ένας, μπαμπεσιά κι ο άλλος… Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνουνταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνουνταν, πάλευαν… Κι ακόμα παλεύουν!

Κι έτσι ο κόσμος βρήκε την ησυχία του…!»


  ~Ν.Καζαντζάκης.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Μικρός Ψαράς & Η Όμορφη Γοργόνα




"Μια φορά κι ένα καιρό..."
Η αρχή είναι πάντα ίδια. Παραπέμπει αυτόματα, το νου του αναγνώστη, σε παραμύθι. Ωστόσο όχι... Όσο κι αν αυτό ακουστεί περίεργο κι απίστευτο, τούτο δω, δεν είναι παραμύθι. Τουλάχιστον όχι με την ευρεία έννοια του όρου. Όλα είναι παραμύθια ή και κανένα. Το θέμα είναι, τι πιστεύει κανείς ή τι είναι διατεθειμένος να πιστέψει.
"...ήταν ένας μικρός ψαράς..."
Αυτή η ιστορία λοιπόν, είναι εντελώς μα εντελώς αληθινή. Αν δυσκολεύεται να το πιστέψει κάποιος, ας πούμε τότε πως είναι σχεδόν αληθινή. Έστω, έχει αρκετά ψήγματα αλήθειας. Είναι αληθοφανής, εν πάσει περιπτώσει. Πως αλλιώς να πείσω, παρά μόνον αν πω, πως κάποιο πρόσωπο, είμαι γω ο ίδιος! Κάποιο ή κάποια εξ αυτών. Ίσως πάλι και να το νειρεύτηκα, ποιος ξέρει; Συνήθως τα όμορφα όνειρα, δε τα θυμόμαστε το πρωΐ ή ίσως κι έτσι να πιστεύουμε. Εκεί που σκεφτόμαστε πως "πάει... χάθηκε" και ξεχνάμε τα πάντα, μιαν άλλη νύχτα, που δε κολλά ύπνος ή μιαν άλλη μέρα, που 'χει ένα κάποιο δροσερό ή καφτό περίβλημα, μας έρχεται μια ιδέα, για ένα παραμύθι. Ή κάτι σα παραμύθι. Που 'χει πολλές πιθανότητες, να 'ναι τ' όνειρο που ξεχάσαμε, σ' άλλη ίσως μορφή. Ίσως πάλι κι ατόφιο...
"...που κέρδιζε τη ζωή του δύσκολα, ολημερίς στη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας..."

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2020

Τιθωνός και Ηώ: Ένας έρωτας που νικήθηκε από το γήρας


Κι απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι ανθρώπους. (Όμ., Οδ. ε 1-2) 


Η Ηώ λοιπόν, ερωτεύτηκε τον Τιθωνό και τον απήγαγε μαζί με τον Γανυμήδη, κατά μία εκδοχή, για να τους καταστήσει εραστές της. Ωστόσο, ο Δίας κράτησε τον Γανυμήδη για τον εαυτό του. Η Ηώ τότε τον μετέφερε στην Ανατολική Αιθιοπία όπου ίδρυσε τα Σούσα. Επειδή όμως ο Τιθωνός, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα (γιου του Ίλου, ιδρυτή της Τροίας, γιου του Τρώα, γιου του Εριχθόνιου, γιου του Δαρδάνου, γιου του Δία και της Ηλέκτρας) ήταν θνητός η Ηώ ζήτησε από τον Δία να γίνει αθάνατος και να ζήσει αιώνια. Αλλά όταν ζήτησε την χάρη της αθανασίας, ξέχασε όμως να ζητήσει και αιώνια νεότητα  και έτσι ο Τιθωνός γέρασε πολύ, παρά τις προσπάθειες της Ηούς να τον κρατήσει νέο. 
Έτσι αρχικά, έζησαν ως ενθουσιώδεις εραστές, αλλά όταν τα μαλλιά του άρχισαν να ασπρίζουν, η Ηώ τον βαρέθηκε και παρότι τον φρόντιζε και έτρεφε με αμβροσία. Το Γήρας ήρθε σ’ αυτόν και σταδιακά έφθασε σε σημείο να μην μπορεί να κινηθεί. Ο Τιθωνός λοιπόν έφθασε σε έσχατο γήρας, κι έτσι η Ηώ, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Με την παράλειψη της Ηούς να ζητήσει από τους θεούς, μαζί με την αθανασία, και την αιώνια νεότητα, ο Τιθωνός δεν μπορεί να πεθάνει, αλλά βρίσκεται σε διαδικασία διαρκούς γήρανσης. 


Γέρος αδύνατος και εξασθενημένος, έφτασε σε μεγάλη ηλικία μετά από παράκληση τής Ηούς, δεν διατήρησε όμως και την έξοχη ομορφιά του. Μόνο η φωνή του διατήρησε την νεανικότητά της, γι’ αυτό και οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκι. Σε ένα ζαρωμένο έντομο δηλαδή που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση. Ωστόσο, άλλοι υποστηρίζουν ότι η Ηώ διατήρησε την αγάπη της και ότι ουδέποτε ντράπηκε που κοιμόταν μαζί του, ζητώντας μάλιστα από τον Δία να τον μεταμορφώσει σε τέττιγα (τζιτζίκι). 
Απέκτησαν και δύο γιους μαζί, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα. 

Έτσι έμεινε και ως τις μέρες μας η έκφραση «ὑπὲρ τὸν Τιθωνὸν ζῆν» που λεγόταν για άνθρωπο που είχε φθάσει σε πολύ βαθιά γεράματα. 


Σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης του παραπάνω μύθου μας λέει ο Ρ. Γκρέιβς στο βιβλίο του Λευκή Θεά:"Ο μύθος του Τιθωνού και της Ηούς (Αυγής ή Αουρόρας) φαίνεται ότι προέρχεται από λανθασμένη ερμηνεία κάποιας ιερής απεικόνισης η οποία παρίστανε την Σελήνη-θεά πιασμένη χέρι-χέρι με τον Άδωνη, δίπλα στον ανατέλλοντα Ήλιο, σύμβολο της νιότης του και στο τζιτζίκι σύμβολο της καταστροφής που τον περίμενε."



Η Ηώ κυνηγάει τον Τιθωνό

Ένα ποίημα της Σαπφούς μας περιγράφει τον μύθο. Μας λέει ο φιλόλογος Σταύρος Γκιργκένης σχετικά: 
"Το ποίημα αυτό της Σαπφούς ήταν ουσιαστικά άγνωστο μέχρι το 2004. Ως τότε κατείχαμε από πάπυρο που εξέδωσαν στις αρχές του 20ου οι Grenfell και Hunt (P. Oxy. 1787) τα δεύτερα μισά των στίχων. Το 2004 εκδόθηκαν άλλοι δύο πάπυροι (P. Köln 21351+21376), οι οποίοι μας επέτρεψαν να συμπληρώσουμε τα κενά και να έχουμε σχεδόν ακέραιο το ποίημα. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ασκληπιάδειο μέτρο και οργανωμένο σε δίστιχα. Με βάση το μέτρο πρέπει να ανήκε στο 4ο βιβλίο της αλεξανδρινής έκδοσης. 
Η Σαπφώ απευθύνεται στα μέλη του θιάσου της, νεαρές κοπέλες, και τις καλεί να συνεχίσουν τη σπουδή και την εξάσκηση της μουσικής και του χορού, ώστε να αποκτήσουν τα ωραία και ευγενή δώρα που χαρίζουν οι Μούσες στον καλλιεργημένο άνθρωπο. Η ίδια δεν μπορεί να τις ακολουθήσει στο χορό, επειδή έχει πια γεράσει. Ωστόσο αντιμετωπίζει το γήρας με φιλοσοφική διάθεση: κανένας άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να αποφύγει την παρακμή του σώματος που φέρνουν τα γηρατειά." ...Ας πάμε να το απολαύσουμε σε μετάφραση του ιδίου.



Το αρχαίο κείμενο: 

<ὔμμες πεδὰ Μοίσαν ἰ]οκ[ό]λπων κάλα δῶρα, παῖδες, 
σπουδάσδετε καὶ τὰ]ν φιλάοιδαν λιγύραν χελύνναν· 
ἔμοι δ’ ἄπαλον πρίν] ποτ’ [ἔ]οντα χρόα γῆρας ἤδη 
ἐπέλλαβε, λεῦκαι δ’ ἐγ]ένοντο τρίχες ἐκ μελαίναν· 
βάρυς δέ μ’ ὀ [θ]ῦμος πεπόηται, γόνα δ’ [ο]ὐ φέροισι, 
τὰ δή πότα λαίψηρ’ ἔον ὄρχησθ’ ἴσα νεβρίοισι. 
τὰ <μὲν> στεναχίσδω θαμέως· ἀλλὰ τί κεν ποείην; 
ἀγήραον ἄνθρωπον ἔοντ’ οὐ δύνατον γένεσθαι. 
καὶ γάρ π[ο]τα Τίτωνον ἔφαντο βροδόπαχυν Αὔων 
ἔρωι φ[υρ]άθεισαν βάμεν’ εἰς ἔσχατα γᾶς φέροισα[ν, 
ἔοντα [κ]άλον καὶ νέον, ἀλλ’ αὖτον ὔμως ἔμαρψε 
χρόνωι πόλιον γῆρας, ἔχ[ο]ντ’ ἀθανάταν ἄκοιτιν>. 


Σε νεοελληνική απόδοση: 

<Εσείς για τα ωραία δώρα των πορφυρόντυτων Μουσών, 
παιδιά μου, να φροντίζετε και για τη λύρα, που αγαπά να τραγουδά, γεμάτη μελωδία. 
Μένα το δέρμα μου, απαλό που ήταν πριν, το γήρας πια 
το πρόφτασε και τα μαλλιά μου έγιναν από μαύρα άσπρα. 
Βάρυνε η ψυχή μου, τα γόνατα δε με βαστούν 
κι ας χόρευαν κάποτε γοργά σαν ελαφάκι. 
Συχνά γι’ όλα αυτά στενάζω. Μα τι μπορώ να κάνω; 
Να μην γεράσει ο άνθρωπος δεν γίνεται. 
Λένε πως κάποτε τον Τιθωνό ροδόχερη η Αυγή 
από έρωτα γεμάτη έφτασε κουβαλώντας τον στις εσχατιές της γης. 
Όμορφος ήτανε και νιος, όμως κι αυτόν στην ώρα τους τα γκρίζα γηρατειά τον πιάσανε, κι ας είχε αθάνατη γυναίκα>.



Η Ηώ κυνηγά τον Τιθωνό

Στον Τιθωνό η Ηώ τού γέννησε τον χαλκοντυμένο Μέμνονα, των Αιθιόπων βασιλιά, μα και τον άνακτα Ημαθίωνα. (Ησίοδος στιχ. 984-985).
Αιώνια συντροφιά των καλοκαιρινών μας στιγμών το τζιτζίκι. Εάν κάποιος περιέγραφε το καλοκαίρι στην Ελλάδα, μία από τις πέντε-έξι λέξεις που θα έβαζε στην περιγραφή του θα ήταν και αυτός ο ήχος, ο ακατάπαυστος ήχος από το συμπαθές έντομο. Ποιος όμως είναι ο μύθος γύρω από το τζιτζίκι; Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου.

Λέγεται λοιπόν πως το τζιτζίκι ήτανε κάποτε άνθρωπος, ο Τιθωνός. Ο Τιθωνός κατά την ελληνική μυθολογία ήταν αδελφός του Πριάμου, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς. Λέγεται πως ήταν άνδρας έξοχης ομορφιάς, τον οποίο απήγαγε η Ηώ λόγω τού σφοδρού έρωτα που ένιωθε γι' αυτόν και από τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα.
Κατά μία άλλη εκδοχή ήτανε γιος τής Ηούς και του Κεφάλου και πατέρας τού Φαέθοντος. Ας πάρουμε όμως τον μύθο από την αρχή. Ορισμένοι μυθογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Τιθωνός είχε στη γη και μία θνητή σύζυγο, την Κισσία.

Ο Απολλόδωρος παραδίδει και τις δύο εκδοχές για τον Τιθωνό και τη σχέση του με την Ηώ, και μάλιστα στο ίδιο βιβλίο (3.12.3 και 3.14.3). 
Σύμφωνα λοιπόν με τη μία εκδοχή ο Τιθωνός ήταν γιος της Ηώς και του Αθηναίου Κέφαλου, γιου του Ερμή και της Έρσης. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή εντάσσει τον Τιθωνό στον Τρωικό κύκλο και τον θεωρεί γιο του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, κόρης του θεού ποταμού, ή της Πλακίας, κόρης του Οτρέα, ή της Λευκίππης.





Η έρευνα έγινε από την Γιώβη Βασιλική
*Πληροφορίες για τον Τιθωνό από: Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας της Δήμητρας Μήττα/ Βικιπαίδεια/chilonas.com/ http://heterophoton.blogspot.gr/2014/02/blog-post_1226.html/ Ρ. Γκρέιβς-"Λευκή Θεά".
http://mythiki-anazitisi.blogspot.com/
ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Εγκληματίας

     Ένας νέος με δυνατό κορμί, εξασθενημένος από την πείνα καθόταν στο πεζοδρόμιο απλώνοντας το χέρι σε όσους περνούσαν, ζητιανεύοντας κι επαναλαμβάνοντας το θλιμμένο τραγούδι της ήττας του στη ζωή, υποφέροντας από πείνα και ταπείνωση.

    Όταν ήρθε η νύχτα, τα χείλη και η γλώσσα του είχαν στεγνώσει, ενώ το χέρι του ήταν ακόμα τόσο άδειο όσο και το στομάχι του.

    Σηκώθηκε και βγήκε έξω από την πόλη, όπου κάθισε κάτω από ένα δέντρο κι έκλαψε πικρά. Μετά σήκωσε τα απορημένα μάτια του στον ουρανό, ενώ η πείνα του έτρωγε τα σωθικά και είπε: "Κύριε, πήγα στον πλούσιο και ζήτησα δουλειά, αλλά αυτός μου γύρισε την πλάτη, εξαιτίας της φτωχικής  μου εμφάνισης. 



Χτύπησα την πόρτα του σχολείου, αλλά μου αρνήθηκαν την παρηγοριά, γιατί τα χέρια μου ήταν άδεια. Έψαξα για οποιαδήποτε απασχόληση που θα μου έδινε ψωμί, αλλά μάταια. Στην απελπισία του ζήτησα ελεημοσύνη, αλλά οι πιστοί Σου με είδαν και είπαν: - Είναι δυνατός και τεμπέλης και δεν θα'πρεπε να ζητιανεύει... Ω Κύριε, ήταν θέλημά Σου που με γέννησε η μάνα μου και τώρα η γη με ξαναπροσφέρει σε σένα πριν από το τέλος."

    Η έκφρασή του άλλαξε. Σηκώθηκε και τα μάτια του τώρα άστραφταν με αποφασιστικότητα. Έφτιαξε ένα χοντρό και βαρύ ραβδί από ένα κλαδί του δέντρου και το έστρεψε προς την πόλη φωνάζοντας: "Ζήτησα ψωμί μ' όλη τη δύναμη της φωνής μου και μου τ' αρνήθηκαν. Τώρα θα το αποκτήσω με τη δύναμη των χεριών μου! Ζήτησα ψωμί στο όνομα του ελέους και της αγάπης, αλλά η ανθρωπότητα δε μ' άκουσε. Τώρα θα το πάρω στο όνομα του κακού!"



    Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο νέος έγινε ληστής, φονιάς και καταστροφέας ψυχών. Σύντριβε όλους όσους του αντιστέκονταν. Συγκέντρωσε μυθικά πλούτη και  μ' αυτό εξαγόρασε αυτούς που είχαν την εξουσία. Οι σύντροφοί του τον θαύμαζαν, οι άλλοι κλέφτες τον ζήλευαν και τα πλήθη τον φοβόταν.

    Τα πλούτη και η πλαστή του θέση έκαναν τον Εμίρη να τον διορίσει κυβερνήτη της πόλης - η θλιβερή πορεία που ακολουθούν οι ασύνετοι άρχοντες. Τότε οι κλοπές νομιμοποιήθηκαν, η καταπίεση υποστηριζόταν από τις αρχές, η συντριβή των αδυνάτων έγινε κάτι πολύ συνηθισμένο και τα πλήθη κολάκευαν και επαινούσαν.


Μ' αυτό τον τρόπο το πρώτο άγγιγμα του ανθρώπινου εγωισμού κάνει εγκληματίες τους ταπεινούς και φονιάδες τους γιους της ειρήνης. Μ' αυτό τον τρόπο η αρχική απληστία της ανθρωπότητας αυξάνεται και επιστρέφει για να της ανταποδώσει το χτύπημα στο χιλιαπλάσιο!


Χαλίλ Γκιμπράν - Δάκρυα και γέλιο

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

Ο καθρέφτης

     Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας φτωχός και βασανισμένος άνθρωπος. Είχε τόσα πολλά χρέη που απελπισμένος έφυγε τρέχοντας να κρυφτεί στην άγρια φύση.  


    Μια μέρα, εκεί που περιπλανιόταν βρήκε ένα σεντούκι γεμάτο σπάνιους και πανέμορφους θησαυρούς. Αυτός που είχε βάλει μέσα τους θησαυρούς, είχε τοποθετήσει πάνω τους και έναν λαμπερό καθρέφτη.    Όταν ο φτωχός είδε το σεντούκι ενθουσιάστηκε. Το άνοιξε αμέσως αλλά όταν πήρε στα χέρια του τον καθρέφτη και είδε το πρόσωπό του, φοβήθηκε. Ένωσε τα χέρια του και είπε στο πρόσωπο που έβλεπε (το δικό του) : "Νόμιζα ότι το σεντούκι ήταν άδειο και δεν ανήκε σε κανέναν. Δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ μέσα. Σε εκλιπαρώ, κύριε, μη θυμώσεις."

    Και με τα λόγια αυτά, άφησε κάτω τον καθρέφτη και έτρεξε να κρυφτεί ακόμα πιο μακρυά...



100+1 Σοφές Ιστορίες της Ανατολής, Εκδ. Αρχέτυπο

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Κόκκινα αυγά και pysanki

Είναι ξύλινα και τα έχω φέρει από τη Ρωσία. Η καταγωγή τους βέβαια είναι Ουκρανική κι αποτελεί
 έθιμο των Hutsuls, που ζουν στα Καρπάθια της δυτικής Ουκρανίας.



"Eκείνη πιο πολύ η ανάμνηση 
της παιδικής ηλικίας,
καθώς έχουμε συνηθίσει 
να τη νοσταλγούμε, μου ήρθε.
 Συνήθως, ή μάλλον πάντα
πηγαίναμε τη Mεγάλη Πέμπτη, πρωί,
στην εκκλησία να μεταλάβουμε…
[…]
Όταν επιστρέφαμε,
έβαφαν τα κόκκινα αυγά.
Kόκκινη Πέμπτη…"

(απόσπασμα "Mεγάλη Πέμπτη", Ζωής Καρέλλη)


Πόσο μοιάζουν οι παραδόσεις των λαών και με τι σεβασμό
 και φροντίδα συντηρούνται σε επίπεδα ιερότητος τα έθιμα 
εκείνα, που συνηχούν προς το δόγμα και το  ήθος 
της κάθε φυλής, είναι πραγματικά θαυμαστό!



Έτοιμα και τα κόκκινα αυγουλάκια μας, σύμβολο του αίματος του Χριστού μας…, 
καθώς η Μεγάλη Πέμπτη είναι αφιερωμένη στο Μυστικό Δείπνο, 
όπου ο Χριστός πρόσφερε άρτο και κρασί ως συμβολισμό για το σώμα Του και το αίμα Του.


Ανάμεσα στα κόκκινα αυγά θα διακρίνετε και μερικά σχεδιασμένα με γραμμικά σχέδια.

pysanky eggs

Τα αυγά λέγονται  "pysanki" κι η  παράδοση  θέλει τη συνέχεια του κόσμου να εξαρτάται από αυτά
 και τη διατήρηση του εθίμου.
Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι να διακοσμούν pysanki, θα υφίσταται και η πλάση…
Αν για κάποιο λόγο το έθιμο εκλείψει, τότε ένα κακό φίδι θα καταστρέψει τον κόσμο.
Κάθε χρόνο το φίδι στέλνει τα τσιράκια του για να δει πόσα pysanki έχουν φιλοτεχνηθεί.
Αν ο αριθμός είναι μικρός, το φίδι χαλαρώνει και ελεύθερο περιπλανιέται προκαλώντας τον όλεθρο
 και την καταστροφή.
Εάν όμως, ο αριθμός των pysanki είναι αυξημένος, το φίδι αλυσοδένεται και το καλό θριαμβεύει 
για ακόμη μία χρονιά.

Η λαογραφία αναμειγνύεται με τις Χριστιανικές πεποιθήσεις και δίνει πλήθος θρύλων…

Όπως αυτός με την Παναγία, που έδωσε στους στρατιώτες που φύλαγαν το Χριστό αυγά, 
ικετεύοντάς τους να μην είναι μαζί του σκληροί…
Τότε, λέει, δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της πάνω στ’αυγά, που δημιούργησαν  ανάγλυφες 
κουκίδες και σχέδια με λαμπερά χρώματα.

Τα Ουκρανικά "pysanki" σήμερα διακοσμούνται με λαϊκά σχέδια και αποτελούν έργα τέχνης.
Γίνονται με τεχνική του κεριού, όπως η μπατίκ.
Από συναδέλφους μου Ουκρανούς που δουλέψαμε μαζί πάνω στη θεματική: "Πασχαλινές 
Παραδόσεις και Έθιμα" εκτός από τους θρύλους,έμαθα και ένα παραδοσιακό τραγουδάκι τους, 
που υμνεί την ομορφιά των Πασχαλινών Pysanki και με αυτό σας εύχομαι καλή Μεγάλη Πέμπτη 
κι ας έχουμε υγεία και του χρόνου να κοκκινίσουμε τ’αυγά μας...






http://notesmuthoikaielpida.blogspot.gr

https://en.wikipedia.org/wiki/Hutsuls

Μεγάλη Παρασκευή!!


Μεγάλη Παρασκευή: Δείτε live την Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και ...

Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας». Σε πολλές περιοχές της χώρας τα κορίτσια της ομάδας κρατούν ένα στεφάνι, πλεγμένο με λουλούδια εποχής, το οποίο στη συνέχεια το εναποθέτουν είτε στον Επιτάφιο, είτε στον τάφο του προσφάτως αποβιώσαντος ενορίτη. Τα Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής, όπως τα ονομάζει η Λαογραφία, τείνουν σήμερα να εκλείψουν.
Στη Σκιάθο και σε όσες περιοχές ακολουθούν το Αγιορείτικο τυπικό η περιφορά του Επιταφίου γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου.

Στη Ναύπακτο, η περιφορά του Επιταφίου συνδυάζεται με ρίψη πυροτεχνημάτων στο λιμάνι, σε ανάμνηση της ηρωικής προσπάθειας του μπουρλοτιέρη Ανεμογιάννη να πυρπολήσει την τουρκική ναυαρχίδα στο χώρο αυτό.
Προβληματισμός στην κυβέρνηση για τη Μεγάλη Παρασκευή - MeaCulpa

Στην Κέρκυρα, η περιφορά των Επιταφίων ξεκινά το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φρούριο. Μέχρι της 9:30 το βράδυ, από κάθε εκκλησία βγαίνει ο Επιτάφιος με την απαραίτητη μπάντα της ενορίας, τις χορωδίες, τους πιστούς. Τελευταίος βγαίνει ο μεγαλοπρεπέστατος επιτάφιος της Μητρόπολης.
Στη Θράκη, ένα από τα έθιμα είναι και το «κάψιμο του Ιούδα». Οι νεότεροι συνήθως, αφού φτιάξουν το ομοίωμα του Ιούδα, το περιφέρουν από σπίτι σε σπίτι και ζητούν κλαδιά. Τη Μεγάλη Παρασκευή, μετά την περιφορά του Επιταφίου, θα βάλουν φωτιά στα κλαδιά αυτά και θα «κάψουν» τον Ιούδα. Συνηθίζεται μέρος της στάχτης αυτής, να το ρίχνουν στα μνήματα.
Στη Νέα Πέραμο Καβάλας, κατά την περιφορά του επιταφίου, οι κάτοικοι σε κάθε γειτονιά της πόλης αναβιώνουν ένα πολύ παλιό έθιμο: καίουν από ένα ομοίωμα του Ιούδα, τη στιγμή που η πομπή του επιταφίου περνάει από τους δρόμους. Ολόκληρη η πόλη εκείνη τη νύχτα φωτίζεται από τις δεκάδες φωτιές, που ανάβουν οι κάτοικοι, στέλνοντας έτσι το μήνυμα της κάθαρσης, αλλά και της αιώνιας ανάστασης.
Στη συνοικία Καμίνι της Ύδρας, ο Επιτάφιος μπαίνει στη θάλασσα και διαβάζεται η ακολουθία του.
Στη Ζάκυνθο, το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, πλήθος πιστών συμμετέχει στην περιφορά του Εσταυρωμένου που διασχίζει όλη την πόλη. Στις 2 μ.μ. στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου του Μώλου εκτός από τον Εσταυρωμένο λιτανεύεται και η εικόνα της «Mater Dolorosa», δηλαδή της Παναγίας του Πάθους. Η λιτανεία διασχίζει σχεδόν όλη την πόλη και επιστρέφει στην πλατεία Σολωμού, όπου, πάνω σε βάθρο, ο Μητροπολίτης ευλογεί τον κλήρο και το λαό με τον Εσταυρωμένο. Η λιτανεία καταλήγει στον ίδιο ναό, όπου γίνεται η εναπόθεση του Χριστού στον Επιτάφιο.
Στην Αμοργό, τη Μεγάλη Παρασκευή προσφέρονται ψωμί, ελιές και νηστίσιμα γλυκά και κατά την περιφορά του Επιταφίου οι γυναίκες ραίνουν την πομπή με αρώματα.
Στην Ίο, μετά την Αποκαθήλωση, οι νέοι του νησιού παίζουν τις «μπάλες», ένα παιχνίδι με μικρές σιδερένιες κόκκινες και πράσινες μπάλες. Κατά την Περιφορά των Επιταφίων των δύο Ενοριών του νησιού, τα Εγκώμια ψάλλονται από χορωδίες γυναικών και κοριτσιών.
Στο χωριό Πλάκες της Μήλου το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται η αναπαράσταση της Αποκαθήλωσης του Χριστού.
Στην Πάρο, η περιφορά του Επιταφίου κάνει δεκαπέντε στάσεις. Σε καθεμία από αυτές φωτίζεται κι ένα σημείο του βουνού, όπου τα παιδιά ντυμένα ρωμαίοι στρατιώτες ή μαθητές του Χριστού, αναπαριστούν σκηνές από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα, την προσευχή στο Όρος των Ελαιών, το Μαρτύριο της Σταύρωσης και την Ανάσταση.
Στο χωριό Πύργος της Σαντορίνης, μετά την Αποκαθήλωση βγαίνει το «Τάνταλο» στους δρόμους του χωριού για να αναγγείλει το γεγονός και οι καμπάνες ηχούν πένθιμα. Η περιφορά του Επιταφίου σημαίνεται από μικρές φωτιές σε λυχναράκια. Οι γυναίκες από τις αυλές των σπιτιών ραίνουν την πομπή του Επιταφίου με ροδόνερο.
Στη Σύρο, οι Καθολικοί επιτάφιοι από τις εκκλησίες των Ευαγγελιστών και του Αγίου Γεωργίου συναντώνται με τους Ορθόδοξους από τους ναούς της Μητροπόλεως (Μεταμόρφωσης) του Αγίου Νικολάου και της Κοιμήσεως, μετά το τέλος της περιφοράς στην κεντρική πλατεία Μιαούλη. Ακολουθεί κατανυκτική δέηση και ψάλλονται τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής από τη χορωδία του Αγίου Νικολάου και Ιεροψάλτες.
Στην Τήνο, οι περιφορές των Επιταφίων στη Χώρα συγκλίνουν στη μαρμάρινη εξέδρα της παραλίας, ενώ ο Επιτάφιος της Ενορίας του Αγίου Νεκταρίου καταλήγει μέσα στη θάλασσα, στην περιοχή Καλάμια στα Κιόνια.
Madata.GR - Μεγάλη Παρασκευή: Κορυφώνεται το θείο δράμα

Στη Μονή του Προφήτου Ηλία, στο Άγιο Πνεύμα Σερρών, που βρίσκεται σ' ένα λόφο πάνω από το ομώνυμο χωριό, αναβιώνει το έθιμο της Αποκαθήλωσης του Κυρίου.
Στο Αγρίνιο, αμέσως μετά την περιφορά των επιταφίων, αναβιώνει το έθιμο των χαλκουνιών.Τα χαλκούνια είναι αυτοσχέδιες εκρηκτικές κατασκευές που αποτελούνται από έναν μεγάλο κύλινδρο γεμάτο με ένα μείγμα μπαρουτιού και ένα φυτίλι στο άκρο. Η ιστορία τους χάνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας όταν οι Βραχωρίτες (νυν Αγρινιώτες) τα άναβαν κατά την περιφορά του Επιταφίου για να απομακρύνουν τους αλλόθρησκους.


Πηγή: https://www.sansimera.gr

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Σεπτέμβριος

o τρύγος – Henri Martin
Την 1η Σεπτεμβρίου, που την λένε και Πρωτοσταυριά ή Αρχιχρονιά, στα αρχαία χρόνια, οι παρθένες ντυμένες με ολόλευκους πέπλους έβγαιναν από το σπίτι τους και πήγαιναν να κάνουν "ποδαρικό" σε διάφορα φιλικά σπίτια πριν τα επισκεφθεί κανένας άλλος. Σήμερα τηρείται νηστεία με την κατάλυση κρασιού και λαδιού.Ο παπάς κάνει αγιασμό σε όλα τα σπίτια της Αιτωλίας και γενικώς της Ρούμελης. Στην Κάρπαθο τον φιλεύουν "κουλούρια μελιτωμένα". Πριν τον αγιασμό δεν γίνεται ποδαρικό - δηλαδή επισκέψεις σε άλλα σπίτια. Οι ντόπιοι ανταλλάσσουν τα "χρόνια πολλά". Στις γεωργικές περιοχές πηγαίνουν σακκουλάκια με σπόρο ή φρούτα στην εκκλησία για να διαβαστούν με ευχή για αφθονία. Στις νησιωτικές πηγαίνουν στην παραλία και χύνουν όσο νερό έχουν στο σπίτι και φέρνουν το καινούργιο νερό, μαζί με 40 βότσαλα, που τα βάζουν στα μπαούλα, για να μη φάει ο σκώρος τα ρούχα τους. Άλλοι, σπάνε στο κατώφλι τους ρόδι τυλιγμένο με βασιλικό. 
Παραδέχονται ότι την ημέρα αυτή "κλειδώνει ο χρόνος" γι' αυτό δεν δουλεύουν. Σε άλλα μέρη, οι ζευγάδες κάνουν αγιασμό και ξεχωρίζουν τον σπόρο τους. Στα Δωδεκάνησα σπάνε το ρόδι, σκορπάνε τα σπόρια του στο πάτωμα και λένε ευχές. Στην Κω οι γυναίκες φέρνουν από πολύ πρωί νερό και λαντουρούν (ραντίζουν) το σπίτι, ενώ στολίζουν με σταθόρια, βασιλικούς, κατηφέδες και αρμαθιές από ρόδα τους στύλους του κήπου - ένα από αυτά τα ρόδια θα πατήσει κι' ο γαμπρός,  όταν θα μπαίνει πρώτη φορά στο σπίτι της νύφης. Αλλαχού κρεμούν κυδώνια και κρητικά μήλα.
Από τους Μακεδόνες γιορταζόταν ως αρχή του έτους ο μήνας Δίος (Σεπτέμβριος / Οκτώβριος). Η 1η Σεπτεμβρίου ορίστηκε από το 312/3 από τον Μ. Κωνσταντίνο ως η αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Καθιερώθηκε και ως γιορτή με ανάλογη ακολουθία, την Ακολουθία της Ινδίκτου. Στα πατριαρχεία γίνεται ιδιαίτερη τελετή, όπου υπογράφεται από τον πατριάρχη και τους συνοδικούς η Πράξη της Ινδικτιώνος.

Η "Πρωτοχρονιά" της ανατολικής και ορθοδόξου εκκλησίας, λέγεται και αρχή της ινδίκτου ή ινδικτιώνος. Επί Βυζαντίου ήταν χρονική περίοδος 15 ετών, που άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου. Το 537 ο Ιουστινιανός την επέβαλε στα κρατικά έγγραφα και τα δικαστικά πρακτικά ως επίσημη χρονολογία. Χρησιμοποιήθηκε στο Βυζάντιο, στα μετά από αυτό ελληνικά κείμενα, τα παπικά έγγραφα (από τον 5ο αι. ως το 1187), τη νότια Ιταλία, στα κράτη που ήταν υπό το Βυζάντιο, την αυλή του Ανζού, το Αμάλφι κ.ά.
Στη Δύση και κυρίως στην Ιταλία, ως αρχή του εκκλησιαστικού έτους και του εορτολογίου, έχουν τα Χριστούγεννα. Σε άλλες περιοχές την 1η ή την 25η Μαρτίου.
Σεπτέμβριος Ή Σεπτέμβρης ή Σεπτέβρης ή Στέμπρης (στη Μάνη) ή Σπορτιάτης ή Τρυγητής ή Τρυγομηνάς ή Τρύγος ή Πετιμεζάς ή Πρωτοβρόχιας ή Χινόπορος ή Ορτυκολόγος ή Σταυρίτης (στον Πόντο) ή Σταυριάτης ή Σταυριώτης ή Σταυρός ή Αγιονικήτας (από τη γιορτή του αγίου Νικήτα). 
Γενικώς τις ημέρες του πατιούνται τα σταφύλια στα ιδιωτικά πατητήρια, βγαίνει ο μούστος και τα σπιτικά φτιάχνουν μουσταλευριά - τη "βυσινιά κρέμα" της γιαγιάς, που την πασπαλίζουν με μπόλικο σουσάμι και την πλουτίζουν με ψιλοκομμένα αμύγδαλα.

Τα σύκα ξεραίνονται, γίνονται παστελαριές και πατικώνονται καλά στα κουτιά. Είναι έτσι έτοιμα για το γλυκό κέρασμα τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Το ίδιο και το γλυκό κυδώνι, γεμίζει τα βάζα. Ο σπιτικός φιδές, τα χερίσια μακαρόνια και ο τραχανάς γεμίζουν τα νάυλον σακκούλια. 









ΤΑΜΑΤΑ και ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ Γ. Λεκάκη, εκδ. Γεωργιάδη 2001

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Μακεδονία ξακουστή!! Θεσσαλονίκη: Η ιστορία της Γ'

Το κίνημα των Ζηλωτών

Οι ζηλωτές κατά την βυζαντινή εποχή εξέφραζαν τον "ζήλο", την πίστη δηλαδή στο συντηρητισμό και την παράδοση, γι' αυτό και ήσαν εχθροί των νεωτερισμών. Στα χρόνια όμως της παρακμής του Βυζαντίου και ιδίως μετά την ανασύσταση της Αυτοκρατορίας έπειτα από τη φραγκική κυριαρχία, μέσα στην αποσύνθεση της φεουδαρχίας που ακολουθούσε και στη γέννηση της αστικής τάξεως, βρέθηκαν οι Ζηλωτές ευθυγραμμισμένοι με τις λαϊκές μάζες και τα προοδευτικά στοιχεία. Το μεγάλο τους πολιτικό κέντρο βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν φυσικό σαν εμπορική μητρόπολη να συγκεντρώνη στον ύψιστο βαθμό τις κοινωνικές ζυμώσεις της εποχής.
Ιωάννης Κατακουζηνός
Το 1342 η παρακμασμένη αυτοκρατορία συγκλονιζόταν από μια δεινή δυναστική διαμάχη. Ήταν μεταξύ του Ιωάννου ΣΤ΄Κατακουζηνού, που ήταν στασιαστής αυτοκράτωρ (1347-1354) και του Ιωάννου Ε΄ του Παλαιολόγου που ήταν ανήλικος αλλά και ο νόμιμος αυτοκράτωρ. Οι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης ετάχθησαν με το μέρος του νόμιμου ηγεμόνος και στασίασαν κατά του στρατιωτικού διοικητού της πόλεως, του Θεοδώρου Συνοδινού, στρεφόμενοι ταυτόχρονα εναντίον των οπαδών του Κατακουζηνού που κατά πλειοψηφία απετελούντο από τους πλούσιους και τους ισχυρούς γαιοκτήμονες ή εμπόρους. Η στάση εκείνη εξελίχθηκε σε κοινωνική επανάσταση που είχε επί κεφαλής τις συντεχνικές και εργατικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης. Οι επαναστάτες εγκατέστησαν πολιτική εξουσία και αρχηγοί ήταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος και ο Ιωάννης, γιος του Μεγάλου Δουκός Αλεξίου Αποκαύκου. Μαζί όμως με αυτούς συμμετείχαν στην αρχηγία της εξουσίας και ορισμένα καθαρώς λαϊκά στοιχεία.
O Δεύτερος Εμφύλιος των Βυζαντινών ξεκινά το 1341 και στη διάρκειά του οι αντίπαλες πλευρές αναγκάστηκαν να συνάψουν συμμαχίες με εχθρούς του Βυζαντίου, όπως το Στέφανο Δουσάν της Σερβίας, ο οποίος άλλαξε στρατόπεδα κατά τα ίδια συμφέροντα, αλλά ακόμα και τους ίδιους τους Τούρκους, τους οποίους έφεραν ως επιδιαιτητές οι ίδιοι οι Βυζαντινοί στην καθαρά εσωτερική αυτή υπόθεση. Παράλληλα, ξόδεψαν κάθε ίχνος χρυσού που υπήρχε διαθέσιμο, με χαρακτηριστικό δείγμα την κατάθεση των αυτοκρατορικών κοσμημάτων σε βενετικό ενεχυροδανειστήριο από την Άννα της Σαβοΐας έναντι ευτελούς ποσού. Η διαμάχη τελείωσε το 1347, με πρώτο αυτοκράτορα τον ανήλικο Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο και συναυτοκράτορα τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, όμως, έληξαν οριστικά μόνο όταν ο δεύτερος παραιτήθηκε από το θρόνο το 1354.