Μια φορά κι ένα καιρό, όπως αφηγούνται αξιόπιστοι άνθρωποι (αν κι ο Αλλάχ ξέρει περισσότερα), ζούσε στα νησιά της Βαβυλωνίας ένας βασιλιάς, που μάζεψε μια μέρα τους αρχιτέκτονες και τους μάγους του και τους παράγγειλε να χτίσουν ένα λαβύρινθο τόσο περίπλοκο και τόσον αριστοτεχνικό, ώστε κανένας γνωστικός δε τολμούσε να διασχίσει το κατώφλι του κι όπος έμπαινε χανότανε. Το κτίριο αυτό αποτελούσε σκάνδαλο, γιατί τα θαύματα κι η σύγχυση, είν' έργα του Θεού κι όχι των ανθρώπων. Με τον καιρό, ήρθε στην αυλή του ένας βασιλιάς των Αράβων κι ο βασιλιάς της Βαβυλωνίας (για να διασκεδάσει με την αφέλεια του μουσαφίρη του), τον άφησε να μπει στον λαβύρινθο, που περιπλανήθηκε ταπεινωμένος, ζαλισμένος, ώσπου έπεσε το βράδι. Τότε παρακάλεσε τον Θεό να βάλει το χέρι Του κι έτσι βρήκε τη πόρτα. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα χείλια του. Το μόνο που είπε στον βασιλιά της Βαβυλωνίας ήταν ότι στην Αραβία είχεν έναν άλλο λαβύρινθο κι ότι αν ήθελε ο Θεός, θα 'ρχότανε κάποτε η μέρα που θα του τον έδειχνε.
Ύστερα γύρισε στην Αραβία, μάζεψε τους στρατηγούς και τους φύλαρχούς του κι εξαπέλυσεν επίθεση στα βασίλεια της Βαβυλωνίας με τέτοιαν ευτυχή κατάληξη, ώστε γκρέμισε τα κάστρα της, ρήμαξε το στρατό της κι έπιασεν αιχμάλωτο τον ίδιο τον βασιλιά. Τον έδεσε πάνω σε μια γοργή καμήλα και τον πήγε στην έρημο. Μετά από τρεις μέρες ταξίδι, του είπε:
-"Ω βασιλιά του χρόνου, ουσία και σύμβολο του αιώνα! Στη Βαβυλωνία μ' άφησες να χαθώ σ' ένα μπρούτζινο λαβύρινθο, μ' άφθονες σκάλες, πόρτες και τοίχους. Τώρα το 'φερεν ο Παντοδύναμος να σου δείξω κι εγώ τον δικό μου, που δεν έχει σκάλες ν' ανεβείς, ούτε πόρτες που να μη σου ανοίγουν, ούτε τοίχους να σου κόβουνε το δρόμο."
Τότε τον έλυσε και τον άφησε στη μέση της ερήμου, όπου και πέθανε από τη πείνα και τη δίψα. Δόξα σε Κείνον που δε πεθαίνει...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου