Τα Χριστούγεννα μαζευτήκαμε όλοι οι αξιωματικοί, Έλληνες, Βέλγοι, Ολλανδοί και Αμερικανοί στο "καρέ των αξιωματικών" και έκπληκτοι είδαμε στολισμένο χριστουγεννιάτικα με το μεγάλο δένδρο, με λογής-λογής χρυσίζουσες μπάλες και λαμπάκια που λαμπύριζαν και κάτω από αυτό ένα σωρό κουτάκια περιτυλιγμένα με γυαλιστερά χαρτιά διαφόρων χρωμάτων. Κάποια στιγμή μπήκε ένας ανώτερος αξιωματικός του ναυτικού, ίσως ο κυβερνήτης του πλοίου και λέγοντας "Merry Christmas" πλησίασε τους αξιωματικούς του. Όλοι μαζί τραγούδησαν, στη γλώσσα τους βέβαια, το χριστουγεννιάτικο τραγούδι τους. Το ίδιο έκαναν και οι Βέλγοι και οι Ολλανδοί, είπαμε και μεις το "Χριστός γεννάται σήμερον...". Στη συνέχεια, ο Αμερικανός χαιρετώντας με χειραψία τον καθένα ξεχωριστά και επαναλαμβάνοντας το "Merry Christmas", έδινε και το δώρο του. Σε μένα έτυχε μια βούρτσα γυαλίσματος παπουτσιών από πραγματική τρίχα που η συσκευασία της έδειχνε να κλείνει μέσα της κάτι πολύτιμο.
Ο καθένας που έπαιρνε το δώρο του, πήγαινε στην αίθουσα εστιάσεως, όπου μας περίμενε πλούσιο φαγητό και βεβαίως παγωτό. Τότε για πρώτη φορά έμαθα ότι οι Αμερικανοί μοιράζουν δώρα τα Χριστούγεννα και όχι την Πρωτοχρονιά όπως εμείς στην Ελλάδα. Κάτι ανάλογο βέβαια θα έγινε και για τους οπλίτες με τους οποίους ήταν και οι μουσικοί μας.
Θυμάμαι πως οι άλλες εθνότητες παρουσίασαν δύο φορές, στην αίθουσα κινηματογράφου διάφορα σκετς, όπου πηγαίναμε κι εμείς, για να χαζέψουμε. Ένα από αυτά ήταν ο υπνωτιστής που κάλεσε έναν ανώνυμο οπλίτη στη σκηνή, τον κάθισε στην καρέκλα και τον υπνώτισε. Αφού βεβαιώθηκε γι' αυτό, του είπε ότι ήταν γάτος κι αυτός κατέβηκε από την καρέκλα νιαουρίζοντας και περπατώντας στα τέσσερα. Ύστερα τον πρόσταξε να ανεβεί στο κάθισμα και να καθίσει σαν γάτος, πράγμα που έκανε κι εξέπληξε το ακροατήριο για το πως κάθισε σε αυτήν πηδώντας με μαζεμένα τα χέρια και τα πόδια του. Του έδωσε δυό-τρεις άλλες εντολές και μετά τον ξύπνησε. Πριν κατεβεί από τη σκηνή, γύρισε στο ακροατήριο και ρωτώντας τι ώρα είναι, ζήτησε από αυτό να συντονίσουν ακριβώς τα ρολόγια τους με το δικό του κι αφού αυτό έγινε, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό, σαν σε προσευχή, και ψέλλισε κάποιες λέξεις που δεν ακούγονταν. Αυτό κράτησε ένα λεπτό περίπου. Στη συνέχεια απευθυνόμενος και πάλι στο ακροατήριο που αγωνιούσε, ρώτησε τι ώρα έδειχναν τα ρολόγια τους. Όλων έδειχναν μια ώρα μπροστά. Κατέβηκε από τη σκηνή χειροκροτούμενος.
Με γαληνεμένα νερά, περάσαμε την Ερυθρά Θάλασσα, την Αραβική, το στενό μεταξύ Ινδίας και Κεϋλάνης (Σρι-Λάνκα), διασχίσαμε ανοιχτά τον κόλπο της Βεγγάλης για να περάσουμε το στενό μεταξύ Μαλαϊκής χερσονήσου και λαμποβολούσης Σουμάτρας και κατευθυνθήκαμε στον κόλπο του Σιάμ, όπου και αγκυροβολήσαμε λίγα μέτρα από την ακτή της Μπαγκόγκ, ίσως διότι τα νερά της είναι ρηχά και εκβάλλει εκεί πλεύσιμο ποτάμι για πολύ ελαφρά σκάφη. Σκοπός της προσεγγίσεώς μας ήταν να πάρουμε μαζί μας και στρατιώτες του Σιάμ (σημερινή Ταϋλάνδη).
Ακουμπισμένοι στην κουπαστή, είδαμε να έρχονται στην εκβολή του ποταμού μερικές βάρκες γεμάτες κόσμο. Πλησιάζοντας στο πλοίο, διαπιστώσαμε ότι οι επιβάτες τους ήταν άνδρες γυμνοί από τη μέση και πάνω με κρεμασμένο στο λαιμό τους ξύλινο ογκώδες φυλακτό που εξέδιδε, για μας τουλάχιστον, ανυπόφορη μυρωδιά. Μαζί με αυτούς, νεαρές και στρογγυλοπρόσωπες κοπέλες που κρατούσαν στα χέρια τους αρμάδες από χάρτινα λουλούδια. Οι άνδρες αυτοί ήταν στρατιώτες για τον πόλεμο της Κορέας. Σε καθέναν τους κατά την επιβίβασή τους με την ανεμόσκαλα, οι αγαπημένες τους προφανώς ή και συγγενείς τους, κρεμούσαν μια και δυό χάρτινες αρμαθιές λουλουδιών. Αξιωματικούς τους δεν είδα με στολή και αναρωτιόμουν αν αυτοί θα πολεμήσουν. Στρώθηκαν όλοι στο κατάστρωμα και το πλοίο έφυγε συνοδευόμενο από τους χαιρετισμούς των κοριτσιών του Σιάμ.
Μπαίνοντας στη Νότια Θάλασσα της Κίνας, ξεχάσαμε τις μέχρι τότε ήρεμες ημέρες. Άρχισε το πλοίο να κάνει σκαμπανεβάσματα, πότε να βυθίζεται η πλώρη και πότε η πρύμνη με τον προπέλα να βγαίνει από το νερό. Η κατάσταση αυτή επέφερε σε εμάς τους στεριανούς ναυτία, με συνέπεια οι περισσότεροι να μείνουν στα κρεβάτια τους, λίγοι δε σε ασφαλές μέρος του καταστρώματος. Την άλλη μέρα, έβαλα κάποιον να μου σκιτσάρει έναν Έλληνα, δίνοντάς του τα χαρακτηριστικά του ομοιοβάθμου μου και φίλου Βαγγέλη Ρέπα, δεμένον σε κατάρτι, το οποίο και δημοσίευσα με λεζάντα "ο ατρόμητος θαλασσοπόρος", επειδή καυχιόταν ότι δεν τον πειράζει η θάλασσα. Καίτοι φίλος καλός, για τρεις μέρες δεν μου μιλούσε.
Όταν μπήκαμε πια στην Κίτρινη Θάλασσα, ομαλοποιήθηκε ο πλους του πλοίου και σε λίγες μέρες φτάσαμε στο λιμάνι της Ιντσόν. Αγκυροβολήσαμε πολύ έξω από αυτό, διότι τα νερά του αποσύρονται και τα σκάφη που βρίσκονται στο λιμάνι κάθονται στον πυθμένα του. Όταν δε μετά οκτώ ώρες επανέρχονται τα νερά, αυτά τα σκάφη που κάθισαν, σηκώνονται, ενώ τα αγκυροβολημένα έξω από αυτό, όπως το δικό μας, μπορούν άνετα να πλησιάσουν την προβλήτα. Έτσι αφού έδεσε το καράβι, αποβιβάστηκαν όλοι, με όσα πράγματα κουβαλούσε η κάθε αποστολή. Η δική μας είχε κιβώτια κονιάκ Μεταξά, καφέ και σταφίδα σουλτανίνα. Και οι μεν μάχιμοι και οι μουσικοί ανεχώρησαν αμέσως με αυτοκίνητα εγώ δε με τα κιβώτια αυτά παρέμεινα εκεί, διότι, επειδή ήταν πολλά, θα ταξίδευαν σιδηροδρομικώς σε κάποιο σημείο κοντά στην έδρα του τάγματος. Φαίνεται ότι η διακίνησή τους ήταν οργανωμένη πολύ καλά, διότι μόλις έφυγαν τα αυτοκίνητα με τους δικούς μας, ήρθε μια ομάδα Κορεατών πολιτών, φόρτωσαν τα κιβώτια σε ένα βαγόνι στο οποί μπήκα κι εγώ ως συνοδός και φύλακας, κι ας μην ήξερα λέξη από αγγλικά.
Έτσι τελείωσε το ταξίδι από Πειραιά μέχρι το λιμάνι της Ινστόν της Κορέας, που κράτησε από 2 Δεκεμβρίου 1952 μέχρι 8 Ιανουαρίου 1953.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου