Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

«Πώς γίνεται και αναπτύσσεσαι τόσο καλά μέσα σ ’ αυτόν τον μαραμένο και θλιβερό κήπο;»


Ο Βασιλιάς πάει στον κήπο του και βλέπει πως τα δέντρα, οι θάμνοι και τα λουλούδια του ξεραίνονται
Η Βελανιδιά τού λέει πως ξεραίνεται γιατί δεν μπορεί να είναι τόσο ψηλή όσο το Πεύκο.
Γυρίζει προς το Πεύκο και το βλέπει πεσμένο κάτω γιατί δεν μπορεί να κάνει σταφύλια όπως το Αμπέλι.
Και το Αμπέλι ξεράθηκε γιατί δεν έκανε λουλούδια σαν την Τριανταφυλλιά.
Βλέπει την Τριανταφυλλιά να κλαίει γιατί δεν είναι γερή και δυνατή σαν τη Βελανιδιά.
Και ξάφνου, βλέπει ένα φυτό, μια Φρέζια, γεμάτη άνθη και πιο δροσερή από ποτέ.
Τη ρωτάει ο βασιλιάς:
«Πώς γίνεται και αναπτύσσεσαι τόσο καλά μέσα σ ’ αυτόν τον μαραμένο και θλιβερό κήπο;»
Το λουλούδι τού απαντάει:
«Δεν ξέρω. Ίσως γιατί υπέθετα πάντα ότι, όταν με φύτεψες, ήθελες φρέζιες. Αν ήθελες Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά, θα είχες φυτέψει Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά.Εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου: Θα προσπαθήσω να είμαι Φρέζια όσο μπορώ καλύτερα.»
Τώρα, είναι η σειρά σου. Είσαι εδώ για να προσφέρεις την ευωδιά σου.
Κοιτάξου, απλώς, στον καθρέφτη.
Δεν γίνεται να είσαι άλλος άνθρωπος.
Μπορείς να χαίρεσαι και να ανθίζεις ποτισμένος με την αγάπη για τον εαυτό σου, ή να μαραίνεσαι καταδικασμένος από εσένα τον ίδιο.


Ο Δρόμος της Αυτοεξάρτησης
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος







- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός 
μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και αν φανείς 
συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και 
υπουργός οικονομικών ή και αντιπρόεδρος 
στην κυβέρνηση του ποταμού!


- Μαμά τι είναι οι ίπποι; ρώτησε ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Άλογα. Γιατί;
- Να εδώ λέει ότι περήφανοι ίπποι καλπάζουν στους πέρα κάμπους. Σάλιωσε το χοντρό 
του δάχτυλο και γύρισε τη σελίδα του βιβλίου που κρατούσε. Θέλω κι εγώ να καλπάσω… 
σε κάμπους, πρόσθεσε κλείνοντας το βιβλίο και ρίχνοντας ένα ονειροπόλο βλέμμα 
στον ορίζοντα.
- Αγόρι μου εσύ έχεις τον ποταμό σου. Πλατσουρίζεις όλη μέρα στο χλιαρό νερό 
χωρίς κανένας να σε ενοχλεί. Κυλιέσαι στη δροσερή λάσπη στα μαλακά. Τι να τους 
κάνεις τους κάμπους.
- Μαμά;
- Μμμμ…
- Θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω περήφανος ίππος.
- Παιδί μου τι λες; Είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος και όταν μεγαλώσεις 
θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος.
- Μα δεν θέλω!
- Είσαι τρελός; Με τέτοια προσόντα όλοι οι δρόμοι είναι ανοικτοί. Μπορεί να γίνεις ακόμα 
και … πολιτικός
- Αλήθεια;
- Αλήθεια. Απλώς χρειάζεται η κατάλληλη προετοιμασία.
- Τι πρέπει να κάνω δηλαδή;
- Πρώτον: Να στέκεις ακίνητος όσο μπορείς περισσότερη ώρα για να μην ξοδεύεις 
ενέργεια. Να, ας πούμε ξάπλωσε στην όχθη του ποταμού στον ήλιο και βάλε να 
δεις τηλεόραση. 
Δεύτερον: Να τρως τεράστιες ποσότητες φαγητού και γλυκών. Μάσα αργά και κατάπινε νωχελικά. 
Τρίτον: Να κοιμάσαι πολύ ή όταν δεν κοιμάσαι να χασμουριέσαι. Ότι κάνεις δηλαδή. Και κυρίως να σταματήσεις να σκέπτεσαι ανατρεπτικά.
- Τι θα πει ανατρεπτικά.
- Εννοώ να μην κάνεις απότομες κινήσεις και ταράζεις την επιφάνεια του νερού στον 
ήρεμο βούρκο μας.
- Γιατί;
- Γιατί μην ξεχνάς ότι ο ποταμός είναι το σπίτι μας αλλά και ο καμπινές μας. 
Δεν θέλεις να έρθουν στην επιφάνεια οι βρωμιές; Θέλεις;
- Εγώ θέλω να γίνω περήφανος ίππος και να καλπάζω σε κάμπους.
- Να είδες; Πάλι ανατρεπτικά σκέφτεσαι.
- Μα δεν κουνήθηκα! Και δεν έκανα βρωμιές.
- Ναι αλλά λες βρωμιές. Άκου ίππος!
Ο μικρός παχουλός ιπποπόταμος δεν μίλησε. Ξανάνοιξε το βιβλίο του και ξανάρχισε 
το διάβασμα.
Ύστερα από λίγο καιρό, ένα απόγευμα, είχε βουτήξει ολόκληρο το κεφάλι του στο νερό 
και στεκόταν ακίνητος. Η μαμά του που τον παρακολουθούσε μετά από 4,5 λεπτά 
άπνοιας άρχισε να ανησυχεί και εκνευρισμένη έμπηξε τις φωνές.
- Τι θα γίνει επιτέλους; Βγάλε το κεφάλι σου έξω!!
Ο μικρός άκουσε τα ουρλιαχτά και ξεπρόβαλλε το κεφάλι.
- Τι κάνεις; Θέλεις να με τρελλάνεις;
- Μα μαμά είδα ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για τους λεπτεπίλεπτους 
ιππόκαμπους. Νά 'βλεπες πως κολυμπούσαν με τις ώρες μέσα στο νερό χωρίς να 
βγαίνουν στην επιφάνεια.
- Άκου παιδάκι μου εσύ είσαι ένας παχουλός μικρός ιπποπόταμος.
- Θέλω να κολυμπήσω σε θαλασσινό νερό.
- Αγόρι μου είσαι με τα καλά σου; Εσύ έχεις τον ποταμό σου με το γλυκό λασπόνερο. 
Τι να το κάνεις το αλμυρό θαλασσινό νερό;
- Μαμά, θα ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω λεπτεπίλεπτος ιππόκαμπος.
- Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις ένας παχουλός μεγάλος ιπποπόταμος. Με λίγη τύχη και 
αν φανείς συνετός, μπορεί να γίνεις ακόμα και υπουργός οικονομικών ή και 
αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του ποταμού!
- Τι θα πει συνετός;
- Αυτός που δεν σκέπτεται ανατρεπτικά όπως εσύ, αλλά κοιτάει το συμφέρον του.
- Μαμά πεινάω.
- Α γειά σου παιδί μου! Τώρα μιλάς συνετά. Πάρε αυτή τη μεγάλη πλάκα σοκολάτα 
και άδειασε το μυαλό σου από κάθε σκέψη.
Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος έκλεισε το βιβλίο του, ξετύλιξε την σοκολάτα, 
την δάγκωσε και δεν ξαναμίλησε.


Τα χρόνια πέρασαν. Οι ανατρεπτικές σκέψεις βούλιαξαν στα γλυκά χλιαρά νερά 
του λασποπόταμου και πνίγηκαν. Ο παχουλός μικρός ιπποπόταμος μεταμορφώθηκε σε 
έναν συνετό παχουλό πολιτικό, διακεκριμένο στέλεχος της κυβέρνησης του ποταμού, 
που έτρωγε κάθε μέρα μια μεγάλη πλάκα σοκολάτα.


http://christoskokkinos.blogspot.gr

Ο αετός που νόμιζε πως ήταν κοτόπουλο.


Μια φορά κι έναν καιρό ένας άνθρωπος πήγε στο δάσος κι έψαχνε να βρει κανένα πουλί της προκοπής. Τελικά έπιασε ένα αετόπουλο. Το πήρε στο σπίτι του και το 'βαλε ανάμεσα στις κότες, στις πάπιες και στα γαλόπουλα, και μόλο που ήτανε αετόπουλο το τάϊζε με το ίδιο φαΐ που τάϊζε και τα άλλα πουλιά.

Περάσανε πέντε χρόνια. Μια μέρα τον επισκέφτηκε ένας φυσιοδίφης.

Εκεί που σεργιανούσαν στον κήπο του είπε:

«Αυτό το πουλί δεν είναι κοτόπουλο. Αετός είναι».

«Το ξέρω, απάντησε ο ιδιοκτήτης του αετού, αλλά τον έχω εξασκήσει να συμπεριφέρεται σαν κοτόπουλο. Δεν είναι πια αετός. Έγινε κοτόπουλο, μόλο που οι φτερούγες του από τη μιαν άκρη στην άλλη έχουν μήκος 15 πόδια».

«Όχι, του λέει ο φυσιοδίφης, εξακολουθεί να είναι αετός, έχει την καρδιά ενός αετού και θα τον κάνω να πετάξει στον ουρανό».

«Είναι κοτόπουλο και δε θα πετάξει ποτέ», ξαναλέει ο ιδιοκτήτης του.

Συμφωνήσανε τότε να κάνουν ένα πείραμα. Ο φυσιοδίφης πήρε τον αετό τον σήκωσε ψηλά και του είπε επιτακτικά:

«Αετέ, είσαι ένας αετός, ανήκεις στον ουρανό κι όχι σ’ αυτή τη γη. Άνοιξε τα φτερά σου και πέταξε».

Ο αετός γύρισε από δω γύρισε από κει και ύστερα βλέποντας τις κότες που τρώγανε πήδηξε κάτω. Και ο ιδιοκτήτης:

«Δε σου ‘λεγα πως είναι κοτόπουλο…».

«Όχι, επέμενε ο φυσιοδίφης, είναι αετός. Δωσ’ του ακόμα μια ευκαιρία αύριο».

Έτσι την άλλη μέρα ο φυσιοδίφης πήρε τον αετό στη στέγη του σπιτιού και του είπε:

«Αετέ, είσαι ένας αετός. Άνοιξε τα φτερά σου και πέταξε».

Ο αετός όμως βλέποντας τα κοτόπουλα να τρώνε πήδηξε πάλι κάτω κι άρχισε να τρώει κι αυτός μαζί τους.

Τότε ο ιδιοκτήτης ξανάπε:

«Δε σου το είπα πως είναι κοτόπουλο».


«Όχι, επέμενε ο φυσιοδίφης, είναι ένας αετός κι εξακολουθεί να έχει την καρδιά ενός αετού. Δωσ' του μόνο μια ευκαιρία ακόμα.  Αύριο θα τον κάνω να πετάξει».

Την άλλη μέρα σηκώθηκε νωρίς και πήρε τον αετό έξω από την πόλη, μακριά από τα σπίτια, στα ριζά ενός ενός ψηλού βουνού. Ο ήλιος, που μόλις γεννιότανε, έβαφε χρυσαφιά την κορφή του βουνού κι έκανε όλα τα βράχια να λάμπουνε μέσα σ’ εκείνο τ’ όμορφο πρωινό.

Ο φυσιοδίφης σήκωσε τον αετό και του είπε:

«Αετέ, είσαι ένας αετός, ανήκεις στον ουρανό κι όχι σ’ αυτή τη γη. Άνοιξε τα φτερά σου και πέταξε».

Ο αετός κοίταξε γύρω και τρεμούλιασε, λες κι έμπαινε μέσα του καινούρια ζωή.

Δεν πέταξε όμως. Ο φυσιοδίφης τον έκανε τότε να κοιτάξει κατά τον ήλιο.

Ξαφνικά άπλωσε τα φτερά του και με μιαν αετήσια κραυγή πέταξε ψηλότερα και ψηλότερα και δεν ξαναγύρισε πια. Έμεινε ένας αετός, μόλο που θελήσανε να τον υποτάξουνε και να τον κάνουνε κοτόπουλο.

Λαέ μου της Αφρικής, πλαστήκαμε κατ’ εικόναν του Θεού, οι άνθρωποι όμως θέλησαν να μας κάνουν να πιστεύουμε πως είμαστε κοτόπουλα, και το πιστεύουμε ακόμα.

Όμως είμαστε αετοί.

Απλώστε τα φτερά σας και πετάξτε! Μην ευχαριστιέστε με το φαΐ που δίνουνε στα κοτόπουλα.


Τζέιμς Ε. Κ. Άγκρει
Η ιστορία αντλείται από το βιβλίο: Αφρικανοί πεζογράφοι, Εκδόσεις Θεμέλιο
Μετάφραση-παρουσίαση: Κατσούρη Ντίνα
asante.gr

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Οι άγιοι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Ευαγγελιστής



Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής ήταν ο τελευταίος και μεγαλύτερος από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ονομάζεται «Πρόδρομος», γιατί με το κήρυγμα και με το έργο του εσήμανε τον ερχομό του Ιησού Χριστού και «Βαπτιστής», διότι βάπτιζε τους ανθρώπους στον Ιορδάνη ποταμό και εβάπτισε και τον Ιησού Χριστό. Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν μία συμβολική πράξη καθαρμού εκείνων, που πήγαιναν σ’ αυτόν να εξομολογηθούν, ήταν όμως και ο τύπος του βαπτίσματος του Ιησού Χριστού, γι’ αυτό και ο Ιωάννης έλεγε: «Εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω» (Μάρκου α΄ 8).

Ο Ιωάννης (εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Γιοχανάν, που σημαίνει «παρά Θεώ εύρον χάριν») γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο από τον ιερέα Ζαχαρία και τη γηραιά Ελισάβετ. Ήταν συγγενής του Ιησού Χριστού από την πλευρά της μητέρας του και έξι μόλις μήνες μεγαλύτερός του. Έζησε ασκητικό βίο στην έρημο και δεν δίστασε να ελέγξει απερίφραστα και κατά πρόσωπο την αδικία και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων της εποχής του. Αυτό έγινε αιτία να συλληφθεί και να φυλακισθεί από τον τοπάρχη της Ιουδαίας Ηρώδη Αντύπα, που συζούσε παράνομα με την Ηρωδιάδα, σύζυγο του αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου. Η Ηρωδιάδα έπεισε την κόρη της Σαλώμη να ζητήσει την «κεφαλήν του Ιωάννου επί πίνακι» (Μάρκου στ΄25) ως δώρο γενεθλίων και ο Ηρώδης Αντύπας για να την ευχαριστήσει διέταξε τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Η ιστορία των Ελληνικών Ημερολογίων της Αρχαιότητας - Δ΄

ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΜΗΝΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΥΤΗ ΘΑ ΔΩΣΟΥΜΕ αλφαβητικά τις ονομασίες διαφόρων μηνών των ελληνικών πόλεων, όπως έχουν βρεθεί από αντίστοιχες επιγραφές ή όπως τους περιγράφουν στα έργα τους αρχαίοι συγγραφείς. Επίσης, επειδή συνήθως οι μήνες ονομάζονταν από τις μεγάλες γιορτές που πανηγυρίζονταν κατά τη διάρκειά τους, θα αναφέρουμε και τις γιορτές που σχετίζονταν μ’ αυτούς.
Αγναίος είναι η ονομασία μήνα κάποιων ελληνικών πόλεων, και ειδικά της πόλης Άλος της Φθιώτιδας στο νότιο άκρο της πεδιάδας του Αλμυρού, όπως μαρτυρεί η αντίστοιχη επιγραφή που βρέθηκε εκεί (Rev. Arch. 1876, 256-7).
Αγριάνιος είναι μήνας του ημερολογίου της Επιδαύρου, της Ρόδου, της Κω, της Καλύμνου, του Βυζαντίου, της Μεσσήνης και άλλων ελληνικών πόλεων. Η ονομασία του βασίζεται στο επίθετο του Διονύσου Αγριώνιος. Για την αντιστοιχία του οι γνώμες των ειδικών
διχάζονταν άλλοι τον αντιστοιχούν με τον Απρίλιο ή τον Μάιο, και άλλοι με τον Νοέμβριο ή τον Ιανουάριο. Πιθανώς η ονομασία του μήνα να σχετίζεται με τα Αγριάνια ή Αγράνια, γιορτή που ετελείτο στο Άργος προς τιμήν του Διόνυσου, αλλά και είδος μνημοσύνου για τις θυγατέρες του μυθικού βασιλιά του Άργους Προίτου. Σύμφωνα με τον μύθο, οι τρεις βασιλοπούλες μόλις έφτασαν σε ηλικία γάμου, επειδή περιφρόνησαν τις θυσίες του Διονύσου, καταλήφθηκαν από μανία και περιπλανιόνταν στα βουνά της Πελοποννήσου. Τελικά, οι δύο θεραπεύτηκαν από τον Μελάμποδα, ενώ η τρίτη σκοτώθηκε. Παρόμοια γιορτή ετελείτο στον Ορχομενό της Βοιωτίας με την ονομασία Αγριώνια, προς τιμήν του θεού Διονύσου και βασισμένη σ ένα παραπλήσιο μύθο για τις θυγατέρες του Μινύα. Έτσι, στη Βοιωτία ο αντίστοιχος μήνας ονομαζόταν Αγριώνιος. Η γιορτή των Αγριωνίων είχε επεκταθεί και σε άλλες πόλεις και περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Θήβα, Κρήτη, Λέσβο, Χίο, που κατά κάποιο τρόπο δικαιολογεί την ονομασία κάποιου μήνα του έτους ως Αγριάνιο.

Η ευτυχία είναι σχετική - Ινδικό παραμύθι

Ένα κοράκι ήταν πολύ ευχαριστημένο με τη ζωή του. Μια μέρα όμως, είδε έναν κύκνο ολόλευκο και σκέφθηκε ότι αυτός θα έπρεπε να είναι ο ευτυχέστερος των πουλιών. Του είπε λοιπόν ότι σίγουρα θα είναι το πιο ευτυχισμένο πουλί. Ο κύκνος του απάντησε ότι για κάμποσο καιρό πίστευε ότι όντως ήταν το πιο ευτυχισμένο πουλί, μέχρι που συνάντησε έναν παπαγάλο που το φτέρωμά του είχε δύο χρώματα.
Είπε λοιπόν ο κύκνος στο κοράκι ότι ο παπαγάλος θα έπρεπε να είναι το ευτυχέστερο όλων των πουλιών.
Ο κόρακας ξεκίνησε προς αναζήτηση του παπαγάλου. Όταν τον συνάντησε, του είπε ότι θα έπρεπε να είναι το πιο ευτυχισμένο πουλί του κόσμου με τα δύο του χρώματα, αφού ο ίδιος είχε μόνο ένα χρώμα. Ο παπαγάλος είπε στον κόρακα ότι για πολύ καιρό πίστευε ότι ήταν το πιο ευτυχισμένο πουλί με τα δύο του χρώματα, μέχρι που συνάντησε ένα παγώνι. Ο παπαγάλος είπε στο κοράκι ότι το παγώνι θα έπρεπε να είναι το πιο ευτυχισμένο πουλί του κόσμου με όλα του τα χρώματα.
Ο κόρακας πήγε να συναντήσει το παγώνι που ήταν κλειδωμένο σ’ ένα κλουβί και του είπε ότι θα έπρεπε να είναι το πιο ευτυχισμένο πουλί του κόσμου με όλα αυτά τα χρώματα ενώ εκείνος, ο κόρακας, είχε μόνο ένα. Το παγώνι απάντησε ότι και αυτό πίστευε ότι ήταν το ομορφότερο πουλί του κόσμου.
Επειδή όμως ήταν πολύ όμορφο, οι άνθρωποι θέλανε να το πιάσουν και να το κλείσουν σε κλουβί. Με θλιμμένη φωνή, το παγώνι είπε στον κόρακα ότι νόμιζε ότι το μαύρο κοράκι ήταν το πιο ευτυχισμένο από όλα τα πουλιά του κόσμου γιατί ήταν ελεύθερο να πετάει όπου θέλει.

Γιατί είμαστε δυστυχισμένοι; 
Γιατί πάντα νομίζουμε ότι οι άλλοι είναι πιο ευτυχισμένοι από εμάς. Δεν εκτιμούμε την πραγματική αξία αυτού που μας έδωσε ο Θεός, πράγμα που μας οδηγεί σε θλίψη. Πρέπει να αποδεχτούμε και να σεβαστούμε αυτό που λάβαμε, να μάθουμε να είμαστε ευτυχείς και να πάψουμε να συγκρινόμαστε με τους άλλους, γιατί αυτό μας οδηγεί αμετάκλητα στη δυστυχία.
(Απο το Γιόγκακσεμαμ τεύχος 3)


http://www.awakengr.com

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Η ιστορία των Ελληνικών Ημερολογίων της Αρχαιότητας - Γ΄

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΟΠΩΣ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ, έτσι και το ημερολόγιο των Μακεδόνων ήταν σεληνοηλιακό. Το μακεδονικό έτος άρχιζε από την πρώτη νουμηνία μετά τη
φθινοπωρινή ισημερία, κατά τον μήνα Δίο, αντίστοιχο του αττικού Πυανεψιώνα.
Οι μακεδονικοί μήνες είχαν κατά σειρά τα ονόματα: Δίος, Απελλαίος, Αυδυναίος, Περίτιος, Δύστρος, Ξανθικός, Αρτεμίσιος, Δαίσιος, Πάνεμος ή Πάνημος, Λώος, Γορπιαίος και Υπερβερεταίος. Δεν είναι, όμως, γνωστό το σημείο στο οποίο παρεμβαλλόταν ο 13ος εμβόλιμος μήνας.

Το 334 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν επρόκειτο να ξεκινήσει την εκστρατεία του στην Ασία, παρέμβαλε αυθαίρετα πριν από τον Δαίσιο έναν δεύτερο Αρτεμίσιο, γιατί οι Μακεδόνες θεωρούσαν ότι ο μήνας Δαίσιος ήταν γρουσούζικος για πολεμικές επιχειρήσεις.
Μια επιγραφή που βρέθηκε στο χωριό Τσεπίχοβο στη Μακεδονία αναφέρει τον
μήνα Δαίσιο:

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Η ιστορία των Ελληνικών Ημερολογίων της Αρχαιότητας - Β΄


Γαμηλιών Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο πρώτος μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς Ιανουάριο-Φεβρουάριο.
Η ονομασία του προέρχεται από τις αντίστοιχες ιερές αθηναϊκές γιορτές, στο επίκεντρο των οποίων δέσποζε η γιορτή των Θεογαμίων, στην οποία γιορταζόταν ο ιερός γάμος του Δία και της Ήρας. Ο ιερός γάμος γινόταν με σκοπό να ενισχύσει την ευεργετική δύναμη των βροχών που είχαν πέσει στη γη, ώστε να ευοδωθεί η βλάστηση.

Ο μήνας αυτός ήταν ιερός και αφιερωμένος στους πέντε γαμήλιους θεούς· Δία τον Τέλειο, Ήρα την Τελεία, Αφροδίτη, Πειθώ και Άρτεμη, από τους οποίους εξαρτιόταν η ευτυχής έκβαση του γάμου. Ιδιαίτερα όμως οι Αθηναίοι τιμούσαν τον Δία τον Τέλειο και την Ήρα την Τελεία, η οποία ήταν η προστάτιδα-θεά του γάμου.
Στη διάρκεια του Γαμηλιώνα γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι των Αθηναίων, ενώ ειδικά την 27ητου μηνός ετελούντο στην Αθήνα οι γαμήλιες θυσίες ή γάμηλα.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η ιστορία των Ελληνικών Ημερολογίων της Αρχαιότητας - Α΄

Μπορεί κάθε μία ελληνική πόλη και περιοχή να είχε διαφορετικό ημερολόγιο και μάλιστα ατελές σεληνιακό. 
Μπορεί οι ελληνικές πόλεις να μη δημιούργησαν ποτέ ένα ακριβές ηλιακό ημερολόγιο, αλλά στην Οδύσσεια των ημερολογίων που περιγράφουμε, θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφέρουμε τις επιστημονικές προσπάθειες των σπουδαίων Ελλήνων αστρονόμων της αρχαιότητας.
 Ο Κλεόστρατος, ο Εύδοξος, ο Μέτωνας, ο Κάλλιππος και ο Ίππαρχος προσπάθησαν και εργάστηκαν επιστημονικά στην κατεύθυνση να συνταιριάξουν το αστρονομικά σχεδόν αδύνατο. Να συνταυτίσουν, δηλαδή, τον σεληνιακό με τον αντίστοιχο ηλιακό χρονικό κύκλο σε μεγάλες χρονικές περιόδους...

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Το χρώμα του φεγγαριού




- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη; 
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Τί χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι … Κοίταξε μακριά στο κενό … Και δάκρυσε …
Ζω …
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μην αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ” αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησε το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιει μια γουλιά νερό. Σ” αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα “ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι” αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
- Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ’ άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’ αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ” αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και Γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
- Ποιός είναι ο δυνατός;  ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. 
Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγει ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
- Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…





   Αλκυόνη Παπαδάκη – «Το χρώμα του Φεγγαριού! «