Ο Τζελαλαντίν Ρουμί ήρθε στον κόσμο στις 30 Σεπτεμβρίου του 1207 μ.Χ. στην πόλη Μπαλχ του Αφγανιστάν. Όλη του η ζωή θα μπορούσε να περιγραφεί με τη λέξη «αναζήτηση». Υπήρξε φιλόσοφος, θεολόγος, νομικός, ποιητής και μυστικιστής των Σούφι (πρώτες ασκητικές κοινότητες του Ισλάμ). Ο Ρουμί πέθανε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας τον Δεκέμβριο του 1273, αφήνοντάς μας ένα εξαιρετικό συγγραφικό έργο. Τα πιο γνωστά του έργα είναι το πολύτομο «Μεσνεβί» και «ο αγαπημένος». Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον εικοσι έξι γλώσσες και διαβάζονται ως τις μέρες μας σε όλο τον κόσμο, γιατί το ταξίδι της αναζήτησης προς την ανακάλυψη είναι αέναο.
Στο φύλλο της Τρίτης, 13 Νοεμβρίου 1928, ένας ανώνυμος αρθρογράφος της εφημερίδας Μακεδονία, έκανε μια σειρά απίστευτων εκτιμήσεων/προβλέψεων για τον άνθρωπο του μέλλοντος με βάση τις τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής του. Ο επίλογος μένει ν απαντηθεί από μας…
“Ο αιών μας θα αναγραφεί αναμφιβόλως εις την ιστορίαν ως ο αιών των απίστευτων θαυμάτων.
Ο αιών ο οποίος μας έδεσε το ραδιόφωνον, την ανάγλυφον και έγχρωμον φωτογραφίαν, τα θαύματα της εναερίου πτήσεως, ο οποίος τελειοποιεί την τελεόρασιν, ο οποίος κινεί τα πλοία και οδηγεί τα αεροπλάνα και κάμνει τα τηλεβόλα να εκπυρσοκροτούν δια των ερτσιανών κυμάτων, και παρασκευάζει και άλλα θαύματα, αξίζει πράγματι τον χαρακτηρισμόν αυτόν από τους μεταγενεστέρους.
Ο αήρ αναλυθείς εις τα εσώτερα συστατικά του, μας έδωκε τα καλούμενα «ευγενή» αέρια, τα οποία δεν εγνωρίζαμεν μέχρι τούδε. Είναι ταύτα το ήλιον, το νέον, το αργόν, το κρυπτόν και το ξένον.
Το ήλιον ανακαλυφθέν υπό του Ράμσεϊ κατά το 1896, εφαρμοζεται ήδη εις πρακτικάς χρήσεις. Είναι προτιμότερον του υδρογόνου εις την πλήρωση των πηδαλιουχούμενων αεροστάτων, επειδή είναι άκαυστον.
Ολόκληρον επίσης νέον κόσμον μας υπόσχεται η τηλεόρασις. Ο άνθρωπος πλησιάζων εις το τηλέφωνον, όχι μόνο θα ακούει τη φωνή του προσώπου με το οποίον θα συνομιλεί, αλλά θα βλέπει και το προσωπόν του.
Η νέα επιστήμη μας υπόσχεται ότι ο συγχρονισμός μεταξύ της φωνής και των κινήσεων του ανθρώπου ο οποίος θα ομιλεί μαζί μας θα είναι τέλειος.
Και θα ημπορείτε τότε από το δωματιόν σας να βλέπετε μια διαδήλωσιν που διασχίζει τους δρόμους της Νέας Υόρκης και του Πεκίνου ακούοντες συγχρόνως και την μουσικήν που θα συνοδεύει την παρέλασιν.
Το θέατρον και ο κινηματογράφος θα υποστούν αληθινή επανάστασιν από την εφεύρεσιν αυτήν. Με την ραδιοφονίαν, συνδυαζομένην με την τηλεόρασιν, θα έχετε πράγματι το θέατρον εις το σπίτι σας. Ο τηλεκινηματογράφος θα είναι η αυριανή διασκεδασίς μας!
Ένας ψαράς ήταν στο παραμύθι του ο Νοέμβρης!Ένας ψαράς, που΄χε γυναίκες, δυο!
Τη μια, πέρα απ’ τη θάλασσα! Που όμως λόγω κακοκαιρίας δεν μπορούσε να βλέπει συχνά.
Την άλλη στη στεριά, μαζί του.
Σ' αυτή τη στεριανή δεν δίνονταν όμως απόλυτα η καρδιά του γιατί η σκέψη έτρεχε μόνιμα στην άλλη...τη μακρινή.
Κι όταν ο καιρός καλυτέρευε την άφηνε για κείνη.
Έτσι ο ψαράς, την κοντινή την έβλεπε όλο και λιγότερο, όσο κρατούσε η μέρα που καθημερινά μίκραινε σε διάρκεια ...
Ενώ την άλλη την μακρινή, την ονειρεύονταν ξύπνιος στις ατέλειωτες, αξημέρωτες νύχτες του …
Αυτός είναι ο Νοέμβρης μας, ο κρασομηνάς μας, αυτός ο μήνας ο παραπλανητικός, ο ερωτιάρης, που μονίμως ψάχνεται μέσα στ' ατέρμονα βράδια της εσωτερικής του μοναξιάς και αναζήτησης ...
Σ΄ αυτό το εσωτερικό ταξίδι προς την αναζήτηση της όποιας χαράς που τυχόν καταφέρουμε ν΄ αντλήσουμε από "τη θάλασσα μέσα μας" μάς καλεί ο Νοέμβρης, φίλοι μου, που μόλις πάτησε το κατώφλι του χρόνου μας!
Και πόσες εκπλήξεις κρύβει αυτή η αναζήτηση..
Ψαχτήρι η ψυχή μας ν' ανακαλύψει το σπόρο που ' θαψε ο μήνας στη γη βαθιά...
Αισθήσεις σε επιφυλακή!
Νοέμβρης γενναιόδωρος! Θρόνους μοιράζει τα σύννεφα, και ζωφόρους χτίζει με κίτρινα φύλλα.
Βροχοψιχάλες στο μέτωπο μαρτυρούν πως αλλάζουμε...
Το αποχαιρετιστήριο φιλί στον ήλιο και τη θαλπωρή του έχει τη γεύση απ' το ρόδι, που κάρπισε στην αυλή μας...
Αλλάζει η φύση....κι αμφισβητούμε τη μέχρι τώρα σταθερά του λαμπρού της ήλιου.
Αλλάζουμε κι εμείς...
Πολλοί σε μια μελαγχολία κι άσκοπη περιπλάνηση, σ’ ένα βύθισμα του νου, σε μια παραίτηση που κι οι συγκυρίες μάς παροτρύνουν...
Ξερό το φύλλο, μα δείτε! Χρυσίζει στις διάφορες σκιές...
Μια ελπίδα, ένα όραμα της ανάδυσης της απροσδόκητης και της λυτρωτικής, το χρώμα και η λάμψη του!
Σημαντική κι η φθίνουσα αλλαγή πολλές φορές...Νυχτώνει νωρίς.
Στοχασμοί...Σκέψεις παλιές...απορριπτέες...
Νέοι δρόμοι να διαβούμε. Μα πώς; Νυχτώνει νωρίς.
Σε κάθε βήμα οι καταστάσεις μάς πετούν κατάμουτρα παράφωνες επωδούς ...
Νυχτώνει νωρίς. Τι κι αν ανθίζει το αναιδές κυκλάμινο;
Όσο κι αν θέλεις να κρατήσεις τη χρυσίζουσα όψη των Νοεμβριάτικων φύλλων σε ταλανίζει το αληθινό τους υπογάστριο...η απόγνωση και η απελπισία η καθημερινή, που συνυπάρχουμε στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο.
Φύγαν και κείνα τα πουλιά κι η ερήμωση, λύπη μεταλλαγμένη...
Πού χώρος για προσδοκία στων καιρών τη βαναυσότητα;;;
*****
Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο, βγες στη βροχή, άκου τη μουσική της και θα μεταλλαχθεί αυτή η αβεβαιότητα...
Αυτή, που τα φύλλα της χρυσίζουν κι οι φευγάτοι περνούν για φλόγες πύρινες ...
Στον ουρανό του Νοέμβρη φλογερές ρομφαίες αρχαγγέλων, οι ελπίδες...
Κι ας νυχτώνει νωρίς...Απαντοχές υπαρκτές στων τρελών τα οράματα…
Όλα είχαν καεί… και εκεί που ήταν ένα από τα πιο όμορφα μοναστήρια του Αγίου Όρους, ένας σωρός έμεινε που κάπνιζε… ευτυχώς σώθηκαν όλοι οι μοναχοί…. Βουβοί κοιτούσαν τώρα τον ηγούμενο τους, με τα μάτια τους μιλούσαν ωστόσο: «Τι θα κάνουμε τώρα; Πως θα πορευτούμε; Να διαλύσουμε τη μονή και να πάμε σε άλλα μοναστήρια;»
Ο Ηγούμενος έπρεπε να τους δώσει μία απάντηση… «Αδελφοί, πάω στο λόφο για μια ώρα να εκτιμήσω τη κατάσταση και έρχομαι…» Ο Ηγούμενος μιλούσε με το Θεό και σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση έπρεπε να πάρει μία απόφαση, αλλά όχι μόνος του…
Στη κορυφή του λόφου έκλεισε τα μάτια του και στη σιωπή αναζήτησε τη παρουσία Του… …Μία απέραντη γαλήνη πλημμύρισε τη καρδιά του… Μια ευλογία έμπαινε στη κάθε του αναπνοή… Και στο κέντρο του μυαλού του, λέξεις μορφώνονταν από μία άφατη Παρουσία…
-Πατέρα τι θα κάνουμε;
- Θα το ξαναφτιάξετε το μοναστήρι… πολύ καλύτερο από πριν…
- Πατέρα, ειλικρινά, αισθάνομαι ότι έφτασα στα όρια μου, δεν μπορώ να καταφέρω να συνεχίσω… Να εκλέξουμε άλλον ηγούμενο;
- Παιδί μου, μην αφήνεις το λογισμό σου να κάνει κουμάντο… Κάθε δοκιμασία που έρχεται είναι ένα βουνό που θα διαβαίνεις μέχρι να φτάσεις εκεί ψηλά που είναι ο προορισμός σου… Ο άνθρωπος μόνος του δεν κάνει τίποτα, ο άνθρωπος που έχει Εμένα μέσα του, μπορεί να κάνει τα πάντα…
Ο Ηγούμενος μεταμορφωμένος επέστρεψε από το λόφο… Αδελφοί, θα το ξαναφτιάξουμε το μοναστήρι.. Μου το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Θεός… Μία Ομάδα θα μαζέψει τα ερείπια… εδώ τα χρήσιμα… εδώ οι πέτρες, εδώ τα αγκωνάρια…. Μία άλλη Ομάδα θα φτιάξει ένα πρόχειρο κατάλυμα να μένουμε μέχρι το μοναστήρι μας να είναι έτοιμο… Εδώ θα είναι ο πύργος του, εδώ τα όρια του… Οι αδελφοί ηλεκτρισμένοι με έναν νέο αέρα αισιοδοξίας ανασηκώσαν τα ράσα τους και ξεκίνησαν θαρρετά τον αγώνα…
Ο ηγούμενος έγραψε δύο γραφές: Η μία προς τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης για βοήθεια… «Παναγιότατε, τη σεπτή σας βοήθεια…»… Η άλλη στο μαστοροχώρι της Ηπείρου… «Πρωτομάστορα, μάζεψε το μεγαλύτερο μπουλούκι που μπορείς να φέρεις, θα χτίσεις ένα μοναστήρι που όμοιο του δεν έχει ο Άθως… θα πάρεις όσο χρυσό ζητήσεις…»
Μέχρι να έρθει η βοήθεια του Πατριάρχη ο ηγούμενος δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ… και όλοι οι μοναχοί αν και κάνανε τη πιο βαριά εργασία που υπάρχει με τις πέτρες, ένιωθαν ότι ο ίδιος ο Θεός τους αλάφρυνε στο έργο τους….
Δύο εβδομάδες αργότερα ήρθε η απάντηση του Πατριάρχη… Ο ηγούμενος παραξενεύτηκε που ήταν μόνο μία γραφή…. Περίμενε κανένα κασελάκι με χρυσό… Αποσβολωμένος διάβασε τη γραφή…. «Την ευλογίαν μου δια το Θεάρεστον έργο σας… Δυστυχώς οι καιροί είναι χαλεποί εδώ στην Κωνσταντινούπολη… ο σουλτάνος κάνει πόλεμο και χρήματα δεν υπάρχουν…. Και εδώ πείνα και στερήσεις…. Δοκίμασε στην Αίγυπτο… είναι το μοναδικό μέρος που ευημερεί…. Υπάρχουν και εκεί Χριστιανοί….»
Στη σιωπή του ο Ηγούμενος άκουσε τη φωνή του Θεού:
- Κάνε ότι σου λέει η γραφή… Ξεκίνα σήμερα… Θα πάτε τρεις όμως και στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι, θα είστε οι τρεις τελευταίοι που θα βγείτε από το πλοίο…
- Πατέρα μου, συγνώμη που ρωτάω, αλλά σε λίγο θα έρθουν οι μάστορες… Πως θα δουλέψουν δίχως χρυσό; Και από την άλλη, γιατί να πάμε τρεις μοναχοί στην Αίγυπτο και όχι ένας;
- Έχε πίστη παιδί μου και κάνε ότι σου λέω… Δεν θα γελάσεις τους μάστορες, θα τους φέρεις το χρυσό που χρειάζονται και ακόμα παραπάνω… Τρεις πρέπει να πάτε…
Ο ηγούμενος καθησύχασε τους αδελφούς… «Ο Πατριάρχης θα μας δώσει το χρυσό, θα πάμε τρεις να τον παραλάβουμε… Οι μάστορες να ξεκινήσουν να δουλεύουν μόλις έρθουν… έρχομαι με το χρυσό τους…»
Πήρε τους δύο πιο έμπιστους και χειροδύναμους αδελφούς και φύγαν… από την Ουρανούπολη και μετά τους είπε τον αληθινό προορισμό τους… Από καΐκι σε καΐκι και από λιμάνι σε λιμάνι βρέθηκαν σε ένα πλεούμενο με κόκκινα πανιά για την Αίγυπτο… Όταν ο Θεός θέλει κάτι, πάντα φυσάει ούριος άνεμος …
Ιστορίες έρχονταν στο νου του ηγούμενου, για τη βρωμιά που υπάρχει εκεί στους άπιστους, στους μαύρους… Φαντάζονταν δρόμους με περιττώματα όπου ζούσανε οι μουσουλμάνοι… Τι να κάνει όμως, έπρεπε να πάει εκεί… αλλά, θα τον βοηθούσαν οι Χριστιανοί… ……
Ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, ο Χαρούν ο Ευσεβής, ξύπνησε με ένα υπέροχο όνειρο αυτό το πρωί. Είδε λέει ότι ήταν περιπατητής και αφού περπάτησε σε βουνά και κοιλάδες, βρέθηκε σε μία πεδιάδα, και μαζί του ήταν άνθρωποι πολλοί, που κρατούσαν δρεπάνια και κόβαν τα σιτάρια που ήταν γεμάτη η πεδιάδα, και όσο κόβαν τα σιτάρια αυτά αμέσως ξαναβγαίνανε και οι άνθρωποι δεν προλαβαίναν να τα ξανακόβουν, και τριγυρισμένο από τέσσερα ποτάμια ήταν ένας υπέροχος κήπος, και εκεί αισθανόταν ότι έπρεπε να πάει, γιατί είναι το σπίτι του….
Κάλεσε τον προσωπικό του Σούφι, τον μουσουλμάνο μοναχό που του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί μπορούσε και άκουγε τη φωνή του Αλλάχ…. Του είπε το όνειρό του, το όνειρο που του έφερνε ευλογία και χαρά και ζήτησε την εξήγησή του…
Ο Σούφι με σεβασμό απάντησε: «Πολυχρονεμένε μου Άρχοντα, είναι πολύ εύκολο να απαντήσω, γιατί είδα και εγώ το ίδιο όνειρο με σένα: Ο δρόμος που ακολουθείς σαν περιπατητής είναι ο άγιος δρόμος του Αλλάχ, γιατί σαν ηγεμόνας ποτέ δεν θέλησες να θησαυρίζεις κάνοντας πολέμους και τυραννώντας με φόρους, αλλά ακολουθώντας τον, έφερες τον λαό σου στην πεδιάδα της αφθονίας, όπου πάντα υπάρχει σιτάρι και ψωμί για το λαό. Και ο κήπος που είδες ανάμεσα στα τέσσερα ποτάμια είναι ο παράδεισος….
Είδα όμως και τη συνέχεια του ονείρου: Να ευεργετείς τρεις μαυροφορεμένους ξένους άντρες, τους τρεις που θα φτάσουν σήμερα το πρωί και θα κατέβουν τελευταίοι από ένα πλοίο με κόκκινα πανιά…»
Τότε ας μη χάνουμε χρόνο, είπε ο Σουλτάνος και έδωσε οδηγίες στον Αρχηγό της Φρουράς…..
«Μια μέρα ο Αλλάχ βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά κι έπλασε το Ρωμιό. Μα ευτύς, ως τον είδε, το μετάνιωσε.
Είχε ένα μάτι ο αφιλότιμος που τρυπούσε ατσάλι. «Τι να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα. Ας πιάσω να κάμω τώρα τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του.»
Και ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ’ ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν. Πάλευαν, πάλευαν ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε το κάτω τον άλλον Μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!
«Ο διάολος θα με πάρει, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι. Τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι… Τι να κάμω;»
Ολονύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης, μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις χερούκλες του: «Βρήκα βρήκα» φώναξε. Έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, κι έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και τους έβαλε στο ταψί να παλέψουν.
Άρχισε το πάλεμα. Τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος.
Μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος. Μπαμπεσιά ο ένας, μπαμπεσιά κι ο άλλος… Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνουνταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνουνταν, πάλευαν… Κι ακόμα παλεύουν!
Η αρχή είναι πάντα ίδια. Παραπέμπει αυτόματα, το νου του αναγνώστη, σε παραμύθι. Ωστόσο όχι... Όσο κι αν αυτό ακουστεί περίεργο κι απίστευτο, τούτο δω, δεν είναι παραμύθι. Τουλάχιστον όχι με την ευρεία έννοια του όρου. Όλα είναι παραμύθια ή και κανένα. Το θέμα είναι, τι πιστεύει κανείς ή τι είναι διατεθειμένος να πιστέψει.
"...ήταν ένας μικρός ψαράς..."
Αυτή η ιστορία λοιπόν, είναι εντελώς μα εντελώς αληθινή. Αν δυσκολεύεται να το πιστέψει κάποιος, ας πούμε τότε πως είναι σχεδόν αληθινή. Έστω, έχει αρκετά ψήγματα αλήθειας. Είναι αληθοφανής, εν πάσει περιπτώσει. Πως αλλιώς να πείσω, παρά μόνον αν πω, πως κάποιο πρόσωπο, είμαι γω ο ίδιος! Κάποιο ή κάποια εξ αυτών. Ίσως πάλι και να το νειρεύτηκα, ποιος ξέρει; Συνήθως τα όμορφα όνειρα, δε τα θυμόμαστε το πρωΐ ή ίσως κι έτσι να πιστεύουμε. Εκεί που σκεφτόμαστε πως "πάει... χάθηκε" και ξεχνάμε τα πάντα, μιαν άλλη νύχτα, που δε κολλά ύπνος ή μιαν άλλη μέρα, που 'χει ένα κάποιο δροσερό ή καφτό περίβλημα, μας έρχεται μια ιδέα, για ένα παραμύθι. Ή κάτι σα παραμύθι. Που 'χει πολλές πιθανότητες, να 'ναι τ' όνειρο που ξεχάσαμε, σ' άλλη ίσως μορφή. Ίσως πάλι κι ατόφιο...
"...που κέρδιζε τη ζωή του δύσκολα, ολημερίς στη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας..."
Κι απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι ανθρώπους. (Όμ., Οδ. ε 1-2)
Η Ηώ λοιπόν, ερωτεύτηκε τον Τιθωνό και τον απήγαγε μαζί με τον Γανυμήδη, κατά μία εκδοχή, για να τους καταστήσει εραστές της. Ωστόσο, ο Δίας κράτησε τον Γανυμήδη για τον εαυτό του. Η Ηώ τότε τον μετέφερε στην Ανατολική Αιθιοπία όπου ίδρυσε τα Σούσα. Επειδή όμως ο Τιθωνός, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα (γιου του Ίλου, ιδρυτή της Τροίας, γιου του Τρώα, γιου του Εριχθόνιου, γιου του Δαρδάνου, γιου του Δία και της Ηλέκτρας) ήταν θνητός η Ηώ ζήτησε από τον Δία να γίνει αθάνατος και να ζήσει αιώνια. Αλλά όταν ζήτησε την χάρη της αθανασίας, ξέχασε όμως να ζητήσει και αιώνια νεότητα και έτσι ο Τιθωνός γέρασε πολύ, παρά τις προσπάθειες της Ηούς να τον κρατήσει νέο.
Έτσι αρχικά, έζησαν ως ενθουσιώδεις εραστές, αλλά όταν τα μαλλιά του άρχισαν να ασπρίζουν, η Ηώ τον βαρέθηκε και παρότι τον φρόντιζε και έτρεφε με αμβροσία. Το Γήρας ήρθε σ’ αυτόν και σταδιακά έφθασε σε σημείο να μην μπορεί να κινηθεί. Ο Τιθωνός λοιπόν έφθασε σε έσχατο γήρας, κι έτσι η Ηώ, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Με την παράλειψη της Ηούς να ζητήσει από τους θεούς, μαζί με την αθανασία, και την αιώνια νεότητα, ο Τιθωνός δεν μπορεί να πεθάνει, αλλά βρίσκεται σε διαδικασία διαρκούς γήρανσης.
Γέρος αδύνατος και εξασθενημένος, έφτασε σε μεγάλη ηλικία μετά από παράκληση τής Ηούς, δεν διατήρησε όμως και την έξοχη ομορφιά του. Μόνο η φωνή του διατήρησε την νεανικότητά της, γι’ αυτό και οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκι. Σε ένα ζαρωμένο έντομο δηλαδή που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση. Ωστόσο, άλλοι υποστηρίζουν ότι η Ηώ διατήρησε την αγάπη της και ότι ουδέποτε ντράπηκε που κοιμόταν μαζί του, ζητώντας μάλιστα από τον Δία να τον μεταμορφώσει σε τέττιγα (τζιτζίκι).
Απέκτησαν και δύο γιους μαζί, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα.
Έτσι έμεινε και ως τις μέρες μας η έκφραση «ὑπὲρ τὸν Τιθωνὸν ζῆν» που λεγόταν για άνθρωπο που είχε φθάσει σε πολύ βαθιά γεράματα.
Σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης του παραπάνω μύθου μας λέει ο Ρ. Γκρέιβς στο βιβλίο του Λευκή Θεά:"Ο μύθος του Τιθωνού και της Ηούς (Αυγής ή Αουρόρας) φαίνεται ότι προέρχεται από λανθασμένη ερμηνεία κάποιας ιερής απεικόνισης η οποία παρίστανε την Σελήνη-θεά πιασμένη χέρι-χέρι με τον Άδωνη, δίπλα στον ανατέλλοντα Ήλιο, σύμβολο της νιότης του και στο τζιτζίκι σύμβολο της καταστροφής που τον περίμενε."
Η Ηώ κυνηγάει τον Τιθωνό
Ένα ποίημα της Σαπφούς μας περιγράφει τον μύθο. Μας λέει ο φιλόλογος Σταύρος Γκιργκένης σχετικά:
"Το ποίημα αυτό της Σαπφούς ήταν ουσιαστικά άγνωστο μέχρι το 2004. Ως τότε κατείχαμε από πάπυρο που εξέδωσαν στις αρχές του 20ου οι Grenfell και Hunt (P. Oxy. 1787) τα δεύτερα μισά των στίχων. Το 2004 εκδόθηκαν άλλοι δύο πάπυροι (P. Köln 21351+21376), οι οποίοι μας επέτρεψαν να συμπληρώσουμε τα κενά και να έχουμε σχεδόν ακέραιο το ποίημα. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ασκληπιάδειο μέτρο και οργανωμένο σε δίστιχα. Με βάση το μέτρο πρέπει να ανήκε στο 4ο βιβλίο της αλεξανδρινής έκδοσης.
Η Σαπφώ απευθύνεται στα μέλη του θιάσου της, νεαρές κοπέλες, και τις καλεί να συνεχίσουν τη σπουδή και την εξάσκηση της μουσικής και του χορού, ώστε να αποκτήσουν τα ωραία και ευγενή δώρα που χαρίζουν οι Μούσες στον καλλιεργημένο άνθρωπο. Η ίδια δεν μπορεί να τις ακολουθήσει στο χορό, επειδή έχει πια γεράσει. Ωστόσο αντιμετωπίζει το γήρας με φιλοσοφική διάθεση: κανένας άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να αποφύγει την παρακμή του σώματος που φέρνουν τα γηρατειά." ...Ας πάμε να το απολαύσουμε σε μετάφραση του ιδίου.
<Εσείς για τα ωραία δώρα των πορφυρόντυτων Μουσών,
παιδιά μου, να φροντίζετε και για τη λύρα, που αγαπά να τραγουδά, γεμάτη μελωδία.
Μένα το δέρμα μου, απαλό που ήταν πριν, το γήρας πια
το πρόφτασε και τα μαλλιά μου έγιναν από μαύρα άσπρα.
Βάρυνε η ψυχή μου, τα γόνατα δε με βαστούν
κι ας χόρευαν κάποτε γοργά σαν ελαφάκι.
Συχνά γι’ όλα αυτά στενάζω. Μα τι μπορώ να κάνω;
Να μην γεράσει ο άνθρωπος δεν γίνεται.
Λένε πως κάποτε τον Τιθωνό ροδόχερη η Αυγή
από έρωτα γεμάτη έφτασε κουβαλώντας τον στις εσχατιές της γης.
Όμορφος ήτανε και νιος, όμως κι αυτόν στην ώρα τους τα γκρίζα γηρατειά τον πιάσανε, κι ας είχε αθάνατη γυναίκα>.
Η Ηώ κυνηγά τον Τιθωνό
Στον Τιθωνό η Ηώ τού γέννησε τον χαλκοντυμένο Μέμνονα, των Αιθιόπων βασιλιά, μα και τον άνακτα Ημαθίωνα. (Ησίοδος στιχ. 984-985).
Αιώνια συντροφιά των καλοκαιρινών μας στιγμών το τζιτζίκι. Εάν κάποιος περιέγραφε το καλοκαίρι στην Ελλάδα, μία από τις πέντε-έξι λέξεις που θα έβαζε στην περιγραφή του θα ήταν και αυτός ο ήχος, ο ακατάπαυστος ήχος από το συμπαθές έντομο. Ποιος όμως είναι ο μύθος γύρω από το τζιτζίκι; Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου.
Λέγεται λοιπόν πως το τζιτζίκι ήτανε κάποτε άνθρωπος, ο Τιθωνός. Ο Τιθωνός κατά την ελληνική μυθολογία ήταν αδελφός του Πριάμου, γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς. Λέγεται πως ήταν άνδρας έξοχης ομορφιάς, τον οποίο απήγαγε η Ηώ λόγω τού σφοδρού έρωτα που ένιωθε γι' αυτόν και από τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Ημαθίωνα και τον Μέμνονα.
Κατά μία άλλη εκδοχή ήτανε γιος τής Ηούς και του Κεφάλου και πατέρας τού Φαέθοντος. Ας πάρουμε όμως τον μύθο από την αρχή. Ορισμένοι μυθογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Τιθωνός είχε στη γη και μία θνητή σύζυγο, την Κισσία.
Ο Απολλόδωρος παραδίδει και τις δύο εκδοχές για τον Τιθωνό και τη σχέση του με την Ηώ, και μάλιστα στο ίδιο βιβλίο (3.12.3 και 3.14.3).
Σύμφωνα λοιπόν με τη μία εκδοχή ο Τιθωνός ήταν γιος της Ηώς και του Αθηναίου Κέφαλου, γιου του Ερμή και της Έρσης. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή εντάσσει τον Τιθωνό στον Τρωικό κύκλο και τον θεωρεί γιο του Λαομέδοντα και της Στρυμώς, κόρης του θεού ποταμού, ή της Πλακίας, κόρης του Οτρέα, ή της Λευκίππης.
Η έρευνα έγινε από την Γιώβη Βασιλική
*Πληροφορίες για τον Τιθωνό από: Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας της Δήμητρας Μήττα/ Βικιπαίδεια/chilonas.com/ http://heterophoton.blogspot.gr/2014/02/blog-post_1226.html/ Ρ. Γκρέιβς-"Λευκή Θεά".
Ένας νέος με δυνατό κορμί, εξασθενημένος από την πείνα καθόταν στο πεζοδρόμιο απλώνοντας το χέρι σε όσους περνούσαν, ζητιανεύοντας κι επαναλαμβάνοντας το θλιμμένο τραγούδι της ήττας του στη ζωή, υποφέροντας από πείνα και ταπείνωση.
Όταν ήρθε η νύχτα, τα χείλη και η γλώσσα του είχαν στεγνώσει, ενώ το χέρι του ήταν ακόμα τόσο άδειο όσο και το στομάχι του.
Σηκώθηκε και βγήκε έξω από την πόλη, όπου κάθισε κάτω από ένα δέντρο κι έκλαψε πικρά. Μετά σήκωσε τα απορημένα μάτια του στον ουρανό, ενώ η πείνα του έτρωγε τα σωθικά και είπε: "Κύριε, πήγα στον πλούσιο και ζήτησα δουλειά, αλλά αυτός μου γύρισε την πλάτη, εξαιτίας της φτωχικής μου εμφάνισης.
Χτύπησα την πόρτα του σχολείου, αλλά μου αρνήθηκαν την παρηγοριά, γιατί τα χέρια μου ήταν άδεια. Έψαξα για οποιαδήποτε απασχόληση που θα μου έδινε ψωμί, αλλά μάταια. Στην απελπισία του ζήτησα ελεημοσύνη, αλλά οι πιστοί Σου με είδαν και είπαν: - Είναι δυνατός και τεμπέλης και δεν θα'πρεπε να ζητιανεύει... Ω Κύριε, ήταν θέλημά Σου που με γέννησε η μάνα μου και τώρα η γη με ξαναπροσφέρει σε σένα πριν από το τέλος."
Η έκφρασή του άλλαξε. Σηκώθηκε και τα μάτια του τώρα άστραφταν με αποφασιστικότητα. Έφτιαξε ένα χοντρό και βαρύ ραβδί από ένα κλαδί του δέντρου και το έστρεψε προς την πόλη φωνάζοντας: "Ζήτησα ψωμί μ' όλη τη δύναμη της φωνής μου και μου τ' αρνήθηκαν. Τώρα θα το αποκτήσω με τη δύναμη των χεριών μου! Ζήτησα ψωμί στο όνομα του ελέους και της αγάπης, αλλά η ανθρωπότητα δε μ' άκουσε. Τώρα θα το πάρω στο όνομα του κακού!"
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο νέος έγινε ληστής, φονιάς και καταστροφέας ψυχών. Σύντριβε όλους όσους του αντιστέκονταν. Συγκέντρωσε μυθικά πλούτη και μ' αυτό εξαγόρασε αυτούς που είχαν την εξουσία. Οι σύντροφοί του τον θαύμαζαν, οι άλλοι κλέφτες τον ζήλευαν και τα πλήθη τον φοβόταν.
Τα πλούτη και η πλαστή του θέση έκαναν τον Εμίρη να τον διορίσει κυβερνήτη της πόλης - η θλιβερή πορεία που ακολουθούν οι ασύνετοι άρχοντες. Τότε οι κλοπές νομιμοποιήθηκαν, η καταπίεση υποστηριζόταν από τις αρχές, η συντριβή των αδυνάτων έγινε κάτι πολύ συνηθισμένο και τα πλήθη κολάκευαν και επαινούσαν.
Μ' αυτό τον τρόπο το πρώτο άγγιγμα του ανθρώπινου εγωισμού κάνει εγκληματίες τους ταπεινούς και φονιάδες τους γιους της ειρήνης. Μ' αυτό τον τρόπο η αρχική απληστία της ανθρωπότητας αυξάνεται και επιστρέφει για να της ανταποδώσει το χτύπημα στο χιλιαπλάσιο!
Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας φτωχός και βασανισμένος άνθρωπος. Είχε τόσα πολλά χρέη που απελπισμένος έφυγε τρέχοντας να κρυφτεί στην άγρια φύση.
Μια μέρα, εκεί που περιπλανιόταν βρήκε ένα σεντούκι γεμάτο σπάνιους και πανέμορφους θησαυρούς. Αυτός που είχε βάλει μέσα τους θησαυρούς, είχε τοποθετήσει πάνω τους και έναν λαμπερό καθρέφτη. Όταν ο φτωχός είδε το σεντούκι ενθουσιάστηκε. Το άνοιξε αμέσως αλλά όταν πήρε στα χέρια του τον καθρέφτη και είδε το πρόσωπό του, φοβήθηκε. Ένωσε τα χέρια του και είπε στο πρόσωπο που έβλεπε (το δικό του) : "Νόμιζα ότι το σεντούκι ήταν άδειο και δεν ανήκε σε κανέναν. Δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ μέσα. Σε εκλιπαρώ, κύριε, μη θυμώσεις."
Και με τα λόγια αυτά, άφησε κάτω τον καθρέφτη και έτρεξε να κρυφτεί ακόμα πιο μακρυά...
Είναι ξύλινα και τα έχω φέρει από τη Ρωσία. Η καταγωγή τους βέβαια είναι Ουκρανική κι αποτελεί έθιμο των Hutsuls, που ζουν στα Καρπάθια της δυτικής Ουκρανίας.
"Eκείνη πιο πολύ η ανάμνηση
της παιδικής ηλικίας,
καθώς έχουμε συνηθίσει
να τη νοσταλγούμε, μου ήρθε.
Συνήθως, ή μάλλον πάντα
πηγαίναμε τη Mεγάλη Πέμπτη, πρωί,
στην εκκλησία να μεταλάβουμε…
[…]
Όταν επιστρέφαμε,
έβαφαν τα κόκκινα αυγά.
Kόκκινη Πέμπτη…"
(απόσπασμα "Mεγάλη Πέμπτη", Ζωής Καρέλλη)
Πόσο μοιάζουν οι παραδόσεις των λαών και με τι σεβασμό και φροντίδα συντηρούνται σε επίπεδα ιερότητος τα έθιμα εκείνα, που συνηχούν προς το δόγμα και το ήθος της κάθε φυλής, είναι πραγματικά θαυμαστό! Έτοιμα και τα κόκκινα αυγουλάκια μας, σύμβολο του αίματος του Χριστού μας…, καθώς η Μεγάλη Πέμπτη είναι αφιερωμένη στο Μυστικό Δείπνο, όπου ο Χριστός πρόσφερε άρτο και κρασί ως συμβολισμό για το σώμα Του και το αίμα Του.
Ανάμεσα στα κόκκινα αυγά θα διακρίνετε και μερικά σχεδιασμένα με γραμμικά σχέδια. Τα αυγά λέγονται "pysanki" κι η παράδοση θέλει τη συνέχεια του κόσμου να εξαρτάται από αυτά και τη διατήρηση του εθίμου. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι να διακοσμούν pysanki, θα υφίσταται και η πλάση… Αν για κάποιο λόγο το έθιμο εκλείψει, τότε ένα κακό φίδι θα καταστρέψει τον κόσμο. Κάθε χρόνο το φίδι στέλνει τα τσιράκια του για να δει πόσα pysanki έχουν φιλοτεχνηθεί. Αν ο αριθμός είναι μικρός, το φίδι χαλαρώνει και ελεύθερο περιπλανιέται προκαλώντας τον όλεθρο και την καταστροφή. Εάν όμως, ο αριθμός των pysanki είναι αυξημένος, το φίδι αλυσοδένεται και το καλό θριαμβεύει για ακόμη μία χρονιά. Η λαογραφία αναμειγνύεται με τις Χριστιανικές πεποιθήσεις και δίνει πλήθος θρύλων… Όπως αυτός με την Παναγία, που έδωσε στους στρατιώτες που φύλαγαν το Χριστό αυγά, ικετεύοντάς τους να μην είναι μαζί του σκληροί… Τότε, λέει, δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της πάνω στ’αυγά, που δημιούργησαν ανάγλυφες κουκίδες και σχέδια με λαμπερά χρώματα. Τα Ουκρανικά "pysanki" σήμερα διακοσμούνται με λαϊκά σχέδια και αποτελούν έργα τέχνης. Γίνονται με τεχνική του κεριού, όπως η μπατίκ. Από συναδέλφους μου Ουκρανούς που δουλέψαμε μαζί πάνω στη θεματική: "Πασχαλινές Παραδόσεις και Έθιμα" εκτός από τους θρύλους,έμαθα και ένα παραδοσιακό τραγουδάκι τους, που υμνεί την ομορφιά των Πασχαλινών Pysanki και με αυτό σας εύχομαι καλή Μεγάλη Πέμπτη κι ας έχουμε υγεία και του χρόνου να κοκκινίσουμε τ’αυγά μας...