Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

2. Οδοιπορικό προς την Ελλάδα

Μετά εξάμηνο η αστυνομία συγκέντρωσε και τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά μεταξύ των οποίων τη μητέρα μου Σοφία (1880-7.10.1962), τον αδελφό μου Γεώργιο (1911-1947), την αδελφή μου Μαρία (1915-15.6.1975) και την επίσης αδελφή μου Κυριακή (1916- ), και τους έκλεισε στο σχολείο. Την παραμονή της εξορίας των, ο επικεφαλής της αποστολής Τούρκος αξιωματικός, επέτρεψε σε μια γυναίκα από κάθε οικογένεια να πάρει από το σπίτι της ένα δέμα ενδυμάτων (μποχτσά). Έτσι η μητέρα πήγε πρώτα στο ναό του Αγίου Γεωργίου που ήταν κοντά στο σπίτι, πήρε τα ιερά άμφια του πατέρα, ένα ευαγγέλιο και μια εικόνα δίφυλλη και στη συνέχεια στο σπίτι για ρούχα κι’ επέστρεψε στη φυλακή της. Τη νύχτα εκείνη έραψε τα άμφια, το ευαγγέλιο και την εικόνα σε πάπλωμα με την κάλυψη ισταμένων γύρω της όρθιων γυναικών. Το πρωΐ αναχώρησαν πεζή, εν είδει αγέλης, υπό το άγρυπνο και βλοσυρό βλέμμα των συνοδών χωροφυλάκων για το άγνωστο. Πρώτος σταθμός η Τοκάτη, η αρχαία ελληνική πόλη Ευδοκιάς ή Ευδοκιούπολη[1], κοντά στον Ίριδα ποταμό, ονομαστή για τα λινά υφάσματά της και τα χαλκουργεία της, με 40.000 κατοίκους εκ των οποίων 2.000 Έλληνες και 15.000 Αρμένιους[2].  Ύστερα από παραμονή ολίγων ημερών, αναχώρησαν και πάλι για το άγνωστο. Μετά εξάμηνη και πλέον πορεία σε ορεινά και δύσβατα εδάφη έφτασαν κι’ αυτές στο Κουρδιστάν κι’ ανταμώθηκαν με τους προεξορισθέντες συζύγους των. Εδώ έμειναν δύο ολόκληρα χρόνια. Στο Κουρδιστάν όλοι οι άνδρες διατηρούσαν γενειάδα πράγμα που διευκόλυνε στο να μη αποκαλυφθεί η ως ιερέως ιδιότητα του πατέρα μου. Άλλωστε ο εκούσιος αποχωρισμός της γενειάδας του απαγορευόταν από το σχήμα του, αλλά και να ήθελε να απαλλαγεί από αυτήν πού θα έβρισκε τα προς τούτο σύνεργα (πινέλο, καθρέφτη και ξυράφι), χώρια που ξυρισμένος, θα ήταν όπως η μύγα μέσα στο γάλα και γι’ αυτό θα γινόταν περίγελος και των συνεξορίστων συγχωριανών του και των γενειοφόρων Κούρδων.
Επειδή γνώριζε ο πατέρας  την τέχνη του γανωματή, οι Κούρδοι τον χρησιμοποιούσαν για το γάνωμα των χάλκινων σκευών τους και εξ αυτού  απόκτησε τη συμπάθειά τους και κέρδισε αρκετά χρήματα. Συνέβη κάποτε ο τόπος της εξορίας του να πληγεί από ξηρασία και οι Κούρδοι κάτοικοι της περιοχής να έλθουν σε απόγνωση. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή αποκάλυψε στον Κούρδο πρόεδρο την ιδιότητά του ως ορθοδόξου ιερέως και του πρότεινε  να τελέσει μία παράκληση για βροχόπτωση. Έκπληκτοι οι Κούρδοι με τον Χότζα τους, φιλοτιμία την ανάγκην ποιούμενοι, δέχθηκαν την πρόταση. Έβγαλε η μάνα μου από το πάπλωμα τα άμφιά του κ.λπ. και η παράκληση έγινε και ω! του θαύματος «ο ουρανόν ελύβωσεν»[3] και η βροχόπτωση εκδηλώθηκε για ώρες προς μεγάλη ικανοποίηση των Κούρδων και δυσαρέσκεια του Χότζα για την ανταπόκριση του Θεού στην παράκληση του εξόριστου θεράποντά του. Από τότε ο Κούρδος πρόεδρος του επέτρεπε να λειτουργεί στην ύπαιθρο όποτε ήθελε και η προς αυτόν και τους λοιπούς εξορίστους συμπεριφορά των Κούρδων έγινε πιο ανθρώπινη και η παρουσία των μεταξύ αυτών κρίνονταν αναγκαία.
Μετά διετή παραμονή τους στο Κουρδιστάν, μεταφέρθηκαν πεζοπορούντες και πάλι σε βουνά και λαγκάδια σε κάποιο σταθμό, πιθανώς του Χαράν[4], της σιδηροδρομικής γραμμής Αδάνων-Βαγδάτης, απ’ εκεί δε με τραίνο στο Χαλέπιο[5] της Συρίας. Εδώ έμειναν ενάμισι χρόνο κι’ ο πατέρας κέρδισε αρκετά χρήματα ως γανωτής[6]. Στη συνέχεια τους οδήγησαν και πάλι πεζοπορούντας σε κάποιο λιμάνι της Μεσογείου (Σελεύκειας; Αλεξανδρέττας;) απ’ όπου μεταφέρθηκαν με πλοίο στον Πειραιά και για ένα μήνα τέθηκαν υπό υγειονομική κάθαρση (καραντίνα) μετά την οποία οδηγήθηκαν σε κάτι παράγκες που βρίσκονταν κάπου κοντά στον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης. Εδώ έμειναν ένα περίπου χρόνο οπότε με την επιμονή του εκ πατρός παππού μου και παρά τις δίκαιες και σοφές αντιρρήσεις της μητέρας μου βασιζόμενες στο «αν εν να φουρκίουμες, καλλίον εν να φουρκίουμες σο τρανόν τ’ ορμίν»[7], έφυγαν όλοι μαζί και εγκαταστάθηκαν το 1924 στο κεφαλοχώρι «Τσεβαπλή»[8] του Κιλκίς[9], το σημερινό Λαοδικηνό. 
Το σπίτι στο χωριό
 Η αποχώρηση των εναπομεινάντων  Τούρκων έγινε ταυτόχρονα με την εγκατάσταση των δικών μας στο χωριό το 1924. Ο αγάς του χωριού, κάλεσε τον πατέρα μου, τον «παπάζ εφέντη» και τον εγκατέστησε με την οικογένειά του στο λιθόκτιστο μεγάλο του σπίτι δίνοντάς του την ευχή να το χαρεί εν ειρήνη. Συγκινητική ήταν η αποχώρηση του Τούρκου αγά από το σπίτι και τα αμετακίνητα υπάρχοντά του. Οι συγχωριανοί του πατέρα μου από τον Πόντο μιλούσαν Ποντιακά και ήταν δεμένοι μεταξύ τους. Οι υπόλοιποι μιλούσαν Τουρκικά, ήταν τελείως αγράμματοι και μία κρυφή έχθρα προς τους συγχωριανούς των Ποντίους φώλιαζε στην καρδιά τους που αποκαλύφτηκε αργότερα κατά το δεύτερο χρόνο της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής, ιδίως εις βάρος της οικογενείας μας, την πρόοδο της οποίας δεν μπορούσαν να ανεχθούν, γι’ αυτό και πρωτοστάτησαν στο κάψιμο του σπιτιού μας και των λοιπών υπαρχόντων μας στο χωριό από τους κομμουνιστοσυμμορίτες. Πόσο δίκαιο είχε η μάνα μου για τις αντιρρήσεις της να εγκατασταθούν στο χωριό!

(Συνεχίζεται...)


[1]   Από το όνομα της θυγατέρας του αυτοκράτορα Ηράκλειου (575-641μ.Χ.) ο οποίος το 622 υποχρέωσε τους Πέρσες να αποχωρήσουν από τα εδάφη της Μ.Ασίας, της Συρίας και της Αιγύπτου, να εκθρονίσουν τον βασιλέα των Χοσρόην και να αποδώσουν τον αρπαγέντα από την Ιερουσαλήμ Τίμιον Σταυρόν.ΗΗΗΗρα
[2]   Παν.Κοντογιάννη. ο.π.σελ.118 και 382-384.
[3]    Ελύβωσεν = Σκοτείνιασε από σύννεφα
[4]   Η αρχαία πόλις «Κάρραι».
[5]  Η αρχαία πόλη της Β.Συρίας «Χαλυβών», η «Χεβλών» της Αγίας Γραφής. Εμπορικώτατη πόλη της Β.Συρίας με 200.000 κατοίκους εκ των οποίων 125.000 Μουσουλμάνοι. Από του 1919 έδρα του βασιλέως Φεϋζάλ της Συρίας.
[6] Ο μετερχόμενος την τέχνη καθαρισμού και επαλείψεως των χαλκωμάτων με κασσίτερο (τουρκιστί καλάϊ).
[7]  Αν είναι να πνιγούμε, είναι καλίτερα να πνιγούμε σε μεγάλο ποτάμι.
[8] Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, το 1913 έγινε γενική απογραφή των νέων επαρχιών. Κατ’ αυτήν  το χωριό βρέθηκε να έχει μόνο 108 κατοίκους από τους οποίους 50 άνδρες και 58 γυναίκες. Φ.Ε.Κ. τ.Α’ 112/28.3.1915.


[9]  Ονομαζόταν τότε «Νέα Στρώμνιτσα» ο.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου