Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

Γέννηση και θάνατος...



«Στη μήτρα μιας μητέρας βρίσκονται δυο μωρά. Το ένα ρωτά το άλλο:
- Πιστεύεις στη ζωή μετά τον τοκετό;
Κι εκείνο απαντά:
- Γιατί ρωτάς; Φυσικά. Κάτι θα υπάρχει μετά τον τοκετό. Μπορεί να είμαστε εδώ, για να προετοιμαστούμε γι’ αυτό που θα ακολουθήσει αργότερα.
- Ανοησίες, είπε το πρώτο. Δεν υπάρχει ζωή μετά τον τοκετό. Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή;
Το δεύτερο είπε:
- Δεν ξέρω, αλλά μάλλον θα υπάρχει περισσότερο φως από ό,τι εδώ. Ίσως να περπατάμε με τα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα. Ίσως να έχουμε περισσότερες αισθήσεις, που δε μπορούμε καν να φανταστούμε τώρα.
Το πρώτο απάντησε:
- Αυτά είναι παράλογα! Το περπάτημα είναι αδύνατο. Και το να τρώμε με το στόμα; Γελοίο! Ο ομφάλιος λώρος μας δίνει την τροφή και όλα όσα χρειαζόμαστε. Αλλά ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός. Οπότε, η ζωή μετά τον τοκετό αποκλείεται.
Το δεύτερο όμως επέμεινε:
- Λοιπόν, νομίζω ότι υπάρχει κάτι και ίσως είναι διαφορετικό από ό,τι είναι εδώ. Ίσως να μη μας χρειάζεται πια αυτό το φυσικό «καλώδιο».
Και το πρώτο απάντησε:
- Ανοησίες. Και επιπλέον, αν υπάρχει ζωή, τότε γιατί ποτέ κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω από κει; Ο τοκετός είναι το τέλος της ζωής και μετά από τον τοκετό δεν υπάρχει παρά μόνο σκοτάδι, σιωπή και λήθη. Δεν οδηγεί πουθενά.
- Λοιπόν, δεν ξέρω, λέει το δεύτερο. Το σίγουρο είναι ότι θα συναντήσουμε τη μητέρα κι αυτή θα μας φροντίσει.
Το πρώτο μωρό απάντησε:
- Μητέρα; Πιστεύεις στη μητέρα; Αυτό είναι γελοίο. Αν η μητέρα υπάρχει, τότε πού είναι τώρα;
Το δεύτερο είπε:
- Είναι παντού γύρω μας. Είμαστε περικυκλωμένα από αυτήν. Είμαστε μέρος της. Είναι μέσα της που ζούμε. Χωρίς αυτήν ο κόσμος μας δε θα μπορούσε καν να υπάρχει.
Τότε το πρώτο λέει:
- Λοιπόν, εγώ δεν τη βλέπω, οπότε είναι λογικό ότι δεν υπάρχει.
Και τότε το δεύτερο μωρό απάντησε:
- Μερικές φορές, όταν κάνεις ησυχία και επικεντρωθείς και ακούσεις πραγματικά, μπορείς να αντιληφθείς την παρουσίας της και μπορείς να ακούσεις την αγαπημένη της φωνή, να σε καλεί από ψηλά».



(Απόσπασμα από το βιβλίο Morphogenia, Narraciones para adultos
του Pablo Luis Molinero,1985)

Η αρχέγονη πηγή της αθανασίας


Από τα προϊστορικά χρόνια ο άνθρωπος προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τη θνητότητά του. Έτσι, άρχισε να αναζητά τον μυστικό της αθανασίας των θεών.

Όταν μιλάμε σήμερα για αθανασία, αυτόματα σκεφτόμαστε την αθανασία της ψυχής, δοξασία γνωστή ήδη στον προϊστορικό άνθρωπο. Ο θάνατος ήταν και είναι ο εχθρός που προσπαθούμε να ξεγελάσουμε, και αν το υλικό σώμα πεθαίνει οπωσδήποτε, αναζητούμε την αθανασία στον κόσμο του πνεύματος.

Πριν όμως οι αρχαίοι Έλληνες διατυπώσουν μία θεωρία για τον διαχωρισμό του υλικού σώματος από την άυλη ψυχή, πίστευαν απλώς πως κάποια όντα γεννιούνται θνητά και κάποια αθάνατα. Θνητοί ήταν οι άνθρωποι και τα υπόλοιπα όντα του ζωικού βασιλείου. Αθάνατοι ήταν μόνο οι θεοί.

Η πηγή της αθανασίας

Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τους θεούς αθάνατους; Σύμφωνα με μία από τις αρχαιότερες αντιλήψεις, την αθανασία την αποκτούσαν τρώγοντας κάποια συγκεκριμένη τροφή, όπως αποκαλύπτουν πανάρχαιοι μύθοι. Στους μύθους αυτούς, η τροφή της αθανασίας σχετίζεται με όμορφους κήπους, δέντρα που φυλάσσονται από ερπετοειδή τέρατα και παράγουν πανέμορφους καρπούς ή κάποια ειδική τροφή που είναι απρόσιτη στους ανθρώπους.

Γερνάω μαμά.

Γερνάω μαμά.
Δεν είμαι πια παιδί.
Και δεν χωράω πια να κρυφτώ.
Πουθενά κι από κανέναν.
Δεν κρύβομαι πια για να με βρούνε.
Δεν κρύβομαι όταν κάνω μια ζημιά.
Δεν κρύβομαι όταν φοβάμαι τον μπαμπούλα.
Ούτε έρχομαι πια το βράδυ στο κρεβάτι σας όταν φοβάμαι και όταν βλέπω εφιάλτες.
Κοιτάω τον μπαμπούλα κατάματα πια. Κι ας τον φοβάμαι.
Και πάω στο σαλόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο μέχρι να μου περάσει ο φόβος, και μέχρι να ξεχαστούν οι εφιάλτες που πια είναι περισσότεροι από τα όνειρα που κάνω.
Γερνάω μαμά.
Και δεν αλλάζω κάθε βδομάδα φίλες και παρέες.
Δεν βιάζομαι πια να θεωρήσω κάποιον φίλο και δεν γράφω πια στο θρανίο B.F.F.E.
Ίσως γιατί δεν έχω πια θρανίο, αλλά και να είχα δεν θα έγραφα πάνω του, αλλά στην καρδιά μου το «B.F.F.E» , για τους λίγους φίλους που με διάλεξαν και τους διάλεξα.
Γερνάω μαμά.
Και δεν έχω σχολείο αύριο, αλλά δουλειά. Και δεν μπορώ να πω πως «πονάει η κοιλίτσα μου», για να μην πάω. Μεγάλωσε η κοιλιά μου, δεν είναι πια «κοιλίτσα» βλέπεις , και πρέπει να πάω στη δουλειά. Για να έχω λεφτά, και να πληρώνω μόνη μου, όπως κάνουν οι μεγάλοι.
Γερνάω μαμά.
Και δεν πιστεύω πια σε παραμύθια.
Ούτε σε δράκους και πρίγκιπες.
Μην με ρωτήσεις αν πιστεύω στο «και εμείς καλύτερα», γιατί δεν το πιστεύω. Το ελπίζω.
Γερνάω μαμά.
Και έχω βγάλει άσπρες τρίχες.
Και ξέρεις δεν είναι η άσπρη τρίχα που λένε «ευτυχία είναι», γιατί είναι η άσπρη τρίχα που δείχνει τον χρόνο που περνά. Και δεν ξέρω αν αυτός ο χρόνος είναι ευτυχία.
Και έχω και κάποιες ρυτίδες. Και αυτές στην μέση των φρυδιών είναι από την σκέψη και την στεναχώρια, και θυμάμαι να μου λες «μην «συννεφιάζεις, θα κάνεις ρυτίδες», κι εγώ τότε γελούσα γιατί ήμουνα πολύ μικρή για να συνειδητοποιήσω πως αναπόφευκτα θα έχω ρυτίδες.
Και οι άλλες ρυτίδες πλάι από το στόμα είναι από το γέλιο, και θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει «να χαμογελάς, να μη γελάς δυνατά γιατί θα κάνεις ρυτίδες», κι εγώ τότε γελούσα πιο πολύ για να της αποδείξω αυτό που πίστευα, πως εγώ δεν θα κάνω ρυτίδες. Ποτέ.

Γερνάω μαμά.
Και τις ρυτίδες αυτές του γέλιου τις αγαπάω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω γελάσει στην ζωή μου.
Και τις ρυτίδες αυτές ανάμεσα στα φρύδια δεν θέλω να τις βλέπω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω «συννεφιάσει» και πόσο έχω σκεφτεί στην ζωή μου.
Γερνάω μαμά.
Και αγόρασα κρέμα ημέρας, κρέμα νυκτός, κρέμα ενυδατική, κρέμα για τα μάτια. Και είναι όλες αχρησιμοποίητες στο ράφι. Μαζί με τα μανταλάκια ντεμακιγιάζ. Κάποιοι θα έλεγαν και μαζί με εμένα.
Γερνάω μαμά.
Και πολλές φορές κουράζομαι να σκέφτομαι, και λέω στον εαυτό μου «γιόλο». Και άλλες φορές κάθομαι και υπεραναλύω την παραμικρή λεπτομέρεια του παραμικρού συμβάντος.
Γερνάω μαμά.
Και μπορώ πιο εύκολα να πω πως φταίω εγώ όταν φταίω, παρά να ρίξω το φταίξιμο στον άλλο. Μπορώ να ζητήσω «συγγνώμη» και ξέρεις καλά πόσο δύσκολα ζητούσα συγγνώμη. Μπορώ να λέω «δεν μπορώ» και «δεν θέλω». Γιατί πλέον θέλω να μην μπορώ.
Γερνάω μαμά.
Και δεν με νοιάζει πια τι θα πει ο κόσμος γιατί θυμήθηκα ότι ποτέ δεν τον ρώτησα κάτι.
Γερνάω μαμά.
Και όταν μου μιλάνε στον πληθυντικό καμιά φορά θυμώνω. Κι όταν με λένε «κυρία» τους απαντάω «βλέπεις καμιά κυρία εδώ;».
Γερνάω μαμά.
Και σκέφτομαι πως μικρή ήθελα να γίνω αστροναύτισσα. Δεν ξέρω τι έγινα τελικά. Αλλά προσπαθώ να γίνω.
Γερνάω μαμά.
Ξέρω πως θα μου πεις «μικρή είσαι ακόμα». Και ξέρω πως θα το πιστεύεις. Γιατί ξέρω πως για εσένα θα είμαι πάντα το «μικρό». Κι είναι παρήγορο που ξέρω πως θα είμαι πάντα το «μικρό».
Γερνάω μαμά.
Και δεν έχω όρεξη για τούρτες και κεράκια. Αλλά ξέρω πως θα μου πάρεις τούρτα και κεράκια, ξέρω πως όσο κι αν δεν μου αρέσουν αυτά, την ώρα που θα σβήνω τα κεράκια θα κάνω την ίδια ευχή που κάνω κάθε χρόνο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Και ξέρω πως μετά από το σβήσιμο των κεριών θα αφηγηθείς με μαθηματική ακρίβεια τι συνέβη την μέρα που γεννήθηκα.
Γερνάω μαμά.
Και κάθε χρόνος που έρχεται στη ζωή μου είναι κάπως πιο ανάλαφρος γιατί είναι απαλλαγμένος απο «βάρη» και «φορτία» που κάποτε έμοιαζαν σημαντικά αλλά πλέον είναι ανούσια.
Γερνάω μαμά.
Και κάθε χρόνο που μεγαλώνω έμαθα να εκτιμώ αυτά που έχω, και να ελπίζω σε και για όσα θέλω.
Γερνάω μαμά.
Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, αυτό σημαίνει «μεγαλώνω». Δεν ξέρω αν σημαίνει «ωριμάζω», ξέρω πως σημαίνει εξελίσσομαι.
Μεγαλώνω μαμά.


http://www.savoirville.gr

"Δροσουλίτες της μουσικής φαντασίας"

 




Τέλος Μάη κι η φαντασία βολτάρει σε μονοπάτια μαγικά...σ' άπιαστα περιστατικά και θρύλους!

"...Μ' ακόμη και το σήμερο, στα τέλη μήνα Μάη,

ούλο τ' ασκέρι φαίνεται με τον Χατζημιχάλη.

Και πολεμούν στα σύννεφα κι ακούγονται οι μπουρμπάδες

Φωνές κι αλογοπεταλιές στου Καστελιού τσι μπάντες

Ούλοι οι γιαλαφρόστρατοι Θωρούν τσι και τρομάζουν

Μα κείνοι Θεός σχωρέσει των, κανέναν δεν πειράζουν

Άραγες είντα θέλουσι και είντα μας θυμίζουν

Αυτούς που εσφάχτηκαν εκειά και τα βουνά ραΐζουν..."

Κάθε χρόνο, στα τέλη Μάη, στα νότια της Κρήτης, έξω από το βενετσιάνικο κάστρο "Φραγκοκάστελο" μεταξύ της θάλασσας και των βουνών, λίγο πριν ο ήλιος φωτίσει, εμφανίζονται μέσα στην δροσιά και στην πρωινή ομίχλη, σκιές πολεμιστών που ξεκινούν από το παλιό μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους και κατευθύνονται προς την παραλία.

Οι ντόπιοι , τους σκιώδεις αυτούς  μαχητές τους λένε "Δροσουλίτες", απ' την δροσιά του πρωινού...