Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Η διαδικασία υποδοχής και στέγασης προσφύγων

Η διαδικασία υποδοχής και στέγασης

Η στέγαση των προσφύγων τον πρώτο καιρό της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα
Κατά τις πρώτες ώρες της μικρασιατικής τραγωδίας, η πρώτη δραστηριοποίηση από πλευράς ελληνικών αρχών ήταν η συλλογή τροφίμων και χρημάτων για να περιθάλψουν τα ράκη που αποβιβάζονταν από το «Καρνάκ» και τη «Φρυγία», τα δυο πρώτα ξένα ατμόπλοια που κατέπλευσαν στον Πειραιά. Όπως ήταν φυσικό, εξίσου πρωταρχική ενέργεια υποδοχής ήταν η παραχώρηση, όπου υπήρχαν, των υπόστεγων του Πειραιά, των προτεσταντικών εκκλησιών της πόλης και κάποιων αιθουσών του Τζάννειου Νοσοκομείου. 

Και πάρα πολύ σύντομα, στις εφημερίδες της 2ας Σεπτεμβρίου, πλάι στις ειδήσεις για τη «Σμύρνη που καίγεται», τους «χριστιανούς που σφαγιάζονται» και τον Βενιζέλο που «αγωνίζεται να σώσει τη Θράκη», διαβάζουμε στα ψιλά γράμματα ότι στο Υπουργείο Δικαιοσύνης «μελετάται η τροποποίηση του ενοικιοστασίου», στο σημείο που αφορά στην υπενοικίαση των δωματίων. Ακόμη, στο Ελεύθερον Βήμα παρουσιάζεται από τις πρώτες κιόλας μέρες «προσφορά δωματίου εντός κατοικίας», αλλά υπό τον εξής όρο: το δωμάτιο προσφέρεται «για ενοικίαση από οικότροφο προσφυγοπούλα». Τα δείγματα αυτά είναι οι προάγγελοι, κατά κάποιον τρόπο, των επικείμενων επιτάξεων, έστω και αν για την ώρα μάλλον δε φαίνεται να υπάρχει σαφής αντίληψη στο κράτος και στην κοινή γνώμη περί της εκτάσεως των γεγονότων. Στο μεταξύ οι καταλήψεις επεκτείνονται σε κάθε κενό, δημόσιο χώρο.
Βίκα Δ. Γκιζελή, «Επίταξις ακινήτων κατοικουμένων ή οπωσδήποτε χρησιμοποιουμένων», στο συλλογικό τόμο Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, Επιστημονικό Συμπόσιο,εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1997, σσ. 71-72
 
 ΑΡΧΕΙΟ Π.Σ. ΔΕΛΤΑ
Στο μεταξύ είχαν συλλάβει και φυλακίσει Γούναρη, Στράτο και Σία, και είχε σχηματιστεί άλλη κυβέρνηση με πρόεδρο το Σωτήρη Κροκίδα. Υπουργός της περιθάλψεως διορίστηκε ο Απόστολος Δοξιάδης.
Μόλις ανέλαβε το Υπουργείο, έκανε μιαν ανακοίνωση, που ζητούσε απ' όλες τις κυρίες, σωματείων και άλλων, που διέθεταν χρήματα για τους πρόσφυγες, να παν την τάδε μέρα στο υπουργείο του, ώστε να συνεννοηθούν, και να μη σκορπιέται η δουλειά, να συντονιστεί και να γίνεται αποτελεσματικότερη η περίθαλψη.
Εγώ δεν ήμουν σε κανένα σωματείο. Αλλά είχα χρήματα. Πήγα. Ήταν όλες βασιλικές. Ήμουν η μόνη αντίθετη. Γιατί σαν έπεσε ο Βενιζέλος την 1η Νοεμβρίου του 1920 και ήλθε ο Ράλλης και ύστερα από λίγες μέρες ο Γούναρης («Ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά!»), έπαυσαν όλες τις βενιζελικές κυρίες απ' όλα τα σωματεία. Τους έστειλαν, δηλαδή, ένα χαρτί όπου έγραφαν, λ.χ. «Παύεται η Ελένη Κολοκυθοπούλου», χωρίς καν τη λέξη «κυρία», σα να ήταν υπηρετικά που διώχνονται για καταχρήσεις.
Βρέθηκα μόνη, σε κύκλο εχθρικό, όπου οι περισσότερες μου ήταν άγνωστες, με μόνο τον υπουργό ομοϊδεάτη.
Ο υπουργός Περιθάλψεως,Υγιεινής και Πρόνοιας, Απόστολος Δοξιάδης, με μέλη επιτροπής εγκατάστασης προσφύγων και τοπικές αρχές σε καταυλισμό προσφύγων.»
Ήταν μεταξύ άλλων η κυρία Κεφάλα, η Παπαδοπούλου, το γένος Καραβοπούλου (κόρη του γνωστού τσιγάρα της Αλεξάνδρειας), παντρεμένη [με] δικαστή των μικτών δικαστηρίων της Αλεξάνδρειας, που είχε γίνει το δεξί χέρι της Σοφίας, και με χαιρέτησε προστατευτικά. Ήταν η Νότα Μελά, που ήλθε και κάθησε κοντά μου, και άλλες που δε θυμούμαι.
Ευγενικά, με το γλυκύτερο τρόπο, μας είπε ο Δοξιάδης πως δεν εννοούσε να πάρει από κανένα σωματείο το ταμείο, ούτε να επιβάλει τρόπο εργασίας. Ζητούσε μόνο τη «συνεργασία» μεταξύ των σωματείων, με τρόπο που να μη βοηθούνται διπλά και τρίδιπλα τα ίδια πρόσωπα, ενώ άλλα έμεναν αβοήθητα. Και ρώτησε κάθε κυρία τι ποσά διέθετε.
Η κάθε μια είχε φέρει τους λογαριασμούς της· δήλωνε η μια 5.000 δρχ., η άλλη έξι, άλλη δέκα, μια ένδεκα, άλλη δεκαπέντε. Δεν νομίζω καμιά να είχε είκοσι χιλιάδες. Ήταν αποστραγγισμένα τα ταμεία από τη διαχείριση της Σοφίας. Μόνη εγώ δεν είχα μιλήσει. Τελευταία με ρώτησε ο Δοξιάδης: «Εσείς, κυρία Δέλτα, ποιο σωματείο αντιπροσωπεύετε;»
 Όλες γύρισαν με περιέργεια στη μόνη βενιζελική.
 «Κανένα, κύριε Υπουργέ», του αποκρίθηκα.
 «Γιατί λοιπόν είστε εδώ;»
 «Γιατί έχω χρήματα. Διαθέτω χρήματα που μου έστειλε ο πατέρας μου».
 «Πόσα;»
 «Ενάμισυ εκατομμύριο».
Ανατριχίλα πέρασε στο ακροατήριο. Το περίμενα και το απήλαυσα. Αργότερα, μια μέρα που ξαναντάμωσα την κυρία Κεφάλα, μου θύμισε τη σκηνή. Σκασμένη στα γέλια μου είπε:
 «Εμείς οι κακομοίρες, φθάναμε με τις πενιχρές μας πέντε, κ' έξι και τρεις χιλιαδούλες και νομίζαμε πως φέρναμε βοήθεια, γιατί αντιπροσωπεύαμε κοτζάμ σωματεία. Κι εσείς δεν αντιπροσωπεύατε τίποτα. Και σας ρωτά ο Δοξιάδης γιατί ήσασταν εκεί, και μας βγάζετε ενάμισυ εκατομμύριο. Εμείς δεν ξέραμε πού να χωθούμε! Λέγαμε να μας καταπιεί το πάτωμα! Και το είπατε τόσο ήσυχα, σα να φέρνατε εκατό δραχμίτσες!» Και πρόσθεσε μαριόλικα: «Δεν μπορώ να πω πως η παρουσία σας μας ευχαρίστησε όλες, εμάς τις αντίθετες!» Αυτό το είχα αντιληφθεί από την αρχή και ακόμα περισσότερο όταν έκανα τη δήλωση πως έχω ενάμισυ εκατομμύριο. Σούσουρο πνιγμένο πέρασε ανάμεσα στις παρούσες κυρίες, και άλλη τεντώθηκε, άλλη έσφιξε τα χείλια της, όλες δυσαρεστήθηκαν.
Και σηκώθηκε ο Δοξιάδης, και ήλθε και μου έσφιξε το χέρι, και βουρκωμένος μου είπε: «Αν είχαμε δέκα Μπενάκηδες, ελύαμε το προσφυγικό πρόβλημα». Και τότε, γλυκόξυνα με συγχάρηκαν οι κυρίες, και όσες είχαν πάρει προστατευτικό απέναντι μου ύφος, το έχασαν, οι κακομοίρες!
Ο Δοξιάδης δε μας ζήτησε τα χρήματα μας. Μας είπε μόνο ποιες ήταν οι επείγουσες ανάγκες, και σ' όποια του τις ζήτησε, έδωσε συμβουλές. Μα οι επείγουσες ανάγκες ήταν φοβερές! Ενάμισυ εκατομμύριο γυναικόπαιδα, χωρίς προστάτη άντρα, φορτωμένα όμως γέρους, τρελούς, σακάτηδες, ηλίθιους, αρρώστους  με σαδική κακεντρέχεια άφησαν οι Τούρκοι να φύγουν όλοι οι ανάπηροι, όλη η σαβούρα, ενώ κρατούσαν ή σκότωναν όλους τους γερούς άντρες  ενάμισυ εκατομμύριο γυναικόπαιδα, πεινασμένα, γυμνά, άρρωστα, στοιβάζουνταν στα σχολεία, στις εκκλησίες, σ' όλα τα κτίρια που μπορούσε να διαθέσει η κυβέρνηση.
Ο Πλαστήρας είχε βγάλει μια διαταγή, κάθε οικογένεια να στεγάσει όσους μπορούσε, έναν, δύο, δέκα, όσους σήκωναν τα μέσα της και μπορούσε να θρέψει. Στο κτήμα του πατέρα μου, στην Κηφισιά, στεγάσαμε 4050 και τους ανοίξαμε συσσίτιο. Εμείς πήραμε 15 στο δικό μας. Ο φτωχός μας περιβολάρης ανέλαβε δυο. Κι έτσι όλη η Αθήνα και ο Πειραιεύς.
Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχείο Π.Σ. Δέλτα, ό.π., σσ. 132-133
   
Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΣΟΦΙΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ Η ΙΔΙΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Μια αποστολή είχε φύγει, όταν ένα απόγεμα παρουσιάστηκε στο σπίτι μας ο Η. Β. Hill, της Αμερικανικής Σχολής. Βρέθηκα στον κήπο σαν ήλθε, και με το πλατύ του ανειλικρινές χαμόγελο, μου άρχισε κουβέντες για τούτα και κείνα, και απαντούσα μετρώντας τα λόγια μου. Και ξεσκεπάζοντας, τέλος, τους σκοπούς του, μου είπε:
 «Έρχομαι εκ μέρους της βασίλισσας Σοφίας. Έμαθε πως διαθέτετε χρήματα και είστε ευδιάθετη να τα ξοδέψετε για τους απόρους. Είναι αλήθεια;»
 «Για τους πρόσφυγες», διόρθωσα. «Ναι, είναι αλήθεια, μου έστειλε χρήματα ο πατέρας μου».
 «Γνωρίζετε τη διαταγή της βασίλισσας, να της σταλούν όσα χρήματα διαθέτουν όλοι για τους απόρους;»
 «Τη γνωρίζω».
 «Της εστείλατε τα χρήματα που διαθέτετε;»
  «Όχι».
 «Νομίζω καλό να της τα στείλετε, θα συγκεντρωθεί η δουλειά σ' ένα ταμείο, σ' ένα χέρι, δε θα σκορπιέται σε άτακτες προσπάθειες όπου πολλοί κάνουν την ίδια δουλειά. Και ξέρετε», πρόσθεσε με το ίδιο διφορούμενο χαμόγελο του, «από διοργάνωση ξέρει η βασίλισσα, και ό,τι κάνει, το κάνει καλά. Δεν θα πάγει στράφι ούτε μια δραχμή...»
 «Ούτε όμως και στους πρόσφυγες», διέκοψα, «και βλέπετε, η διαταγή του πατέρα μου είναι να ξοδευτούν τα χρήματα αυτά για τους πρόσφυγες». Με κοίταζε πάντα με το διπρόσωπο χαμόγελο του που πλάταινε ακόμα το πλατύ του πρόσωπο. Μου άναψε τα αίματα μου.
 «Ακούσετε δω, κύριε Χιλλ», του είπα. «Ξέρω πως τα χρήματα που δίνονται στη βασίλισσα και που ξοδεύει εκείνη, παν όλα στους επιστράτους, που απ' αυτούς περιμένει να την υπερασπίσουν εναντίον της λαϊκής οργής που νιώθει γύρω της. Από μένα δε θα πάρει μια πεντάρα. Ο πατέρας μου μου έστειλε χρήματα να βοηθήσω πρόσφυγες. Δε θα τα δώσω στους δολοφόνους του, τους επιστράτους, που έβγαλε ο Βασιλεύς από τις φυλακές στα Νοεμβριανά για να τον σκοτώσουν. Μ' εμποδίζει η βασίλισσα να εργαστώ. Το κέφι της! Αλλά για να πάρει χρήματα από μένα, ας μην το περιμένει. Και σα θέλετε, πείτε της το, δε θα της δώσω μια πεντάρα. Τα στέλνω πίσω στον πατέρα μου, μα δεν της τα δίνω. Πείτε της το». Μια στιγμή δεν αποκρίθηκε αυτός. Σάστισε νομίζω. Ύστερα είπε:
 «Έχετε άδικο φοβούμαι. Η φτώχια είναι φρικτή, οι ανάγκες μεγάλες».
 «θα κάνω ό, τι μπορώ ιδιαιτέρως».
 «Ναι... ξέρετε πως αυτό απαγορεύεται;»
 «Το ξέρω. Μα για να μου πάρει τα χρήματα η Σοφία με τη βία, δεν υπάρχει τρόπος. Κι εγώ δεν τα δίνω». Πάλι έγινε σιωπή. Και πάλι την έκοψε ο Χιλλ.
 «Πηγαίνω από δω στο Τατόι», μου είπε. «Τελικώς τι θα πω στη βασίλισσα;»
 «Πως τα χρήματα του πατέρα μου δεν τα δίνω».
 «Είναι ο τελευταίος σας λόγος;»
 «Μάλιστα». Και χωριστήκαμε.
Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχείο της Π.Σ. Δέλτα, ό.π., σσ. 124-125

Το έργο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα
Ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός αναφέρει ότι πραγματοποίησε έξοδα ύψους 3.000.000 δολαρίων σε μια περίοδο οχτώ μηνών, στη διάρκεια των οποίων, όπως αναφέρει η σχετική έκθεση, είχε αναλάβει το έργο της διατροφής 800.000 προσφύγων στην αρχή, που βαθμιαία ελαττώθηκαν σε 500.000: ο μέσος όρος για την όλη περίοδο ήταν 600.000 (σημ.: σύμφωνα με τα στοιχεία της ελληνικής κυβέρνησης, ο αριθμός των προσφύγων που διέτρεφε ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός ήταν τους πρώτους δυο τρεις μήνες 600.000, ενώ σήμερα φτάνει στους 478.000). Πέρα από την περίοδο των οχτώ μηνών που κάλυψε με το έργο του στην Ελλάδα, ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός προτί­θεται να αφήσει στην Ελλάδα τρόφιμα για έξι ακόμα εβδομάδες και έτσι η συνολική περίοδος της δράσης του θα πρέπει να θεωρηθεί για εννιάμισι μήνες. Ένας μέσος όρος 600.000 προσφύγων για εννιάμισι μήνες με συνολικό κόστος 3.000.000 δολάρια σημαίνουν 50 σεντς ανά μήνα για κάθε πρόσφυγα. Αν αφαιρέσουμε από αυτό το ποσό τα έξοδα διαχείρισης, μεταφοράς προσωπικού και υλικού στην Ελλάδα, τα έξοδα για νοσοκομειακά εφόδια κ.λπ., γίνεται φανερό ότι ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός δε θα είχε καταφέρει να διαθρέψει αυτούς τους πρόσφυγες χωρίς την ενεργό και αποτελεσματική συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού λαού.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
    Edward Hale Bierstadt, Η Μεγάλη Προδοσία, εκδ. «Νέα Σύνορα»  Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1997, σσ. 310-329.   

"Περί επιτάξεως ακινήτων δι' εγκατάστασιν προσφύγων"
Υπό την πίεση των γεγονότων, η Επαναστατική Επιτροπή του Πλαστήρα αποφασίζει την επίταξη κάποιων ακινήτων με Απόφαση της, την 15η Σεπτεμβρίου, δεκαπέντε ημέρες μετά την Καταστροφή. Είναι το πρώτο από τα πολλά βήματα που θα συμπεριλάβει η προσφυγική αποκατάσταση, που θα κάνει τον Αμερικανό διπλωμάτη και για ένα διάστημα πρόεδρο της ΕΑΠ, Χένρυ Μοργκεντάου να πει, με το γνωστό λυρικό του ύφος: «...το μικρό ελληνικό έθνος των πέντε εκατομμυρίων ψυχών υποδέχθηκε τους πληγωμένους από τη δυστυχία αδελφούς του με αταλάντευτο θάρρος και ανοιχτές αγκάλες», αναφερόμενος στο έργο της περίθαλψης.
Σε αυτή την Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου στηρίζονται οι επόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις. Και στις 11 Νοεμβρίου του ίδιου έτους εμφανίζεται το πολύ βασικό ΝΔ «Περί επιτάξεως ακινήτων δι' εγκατάστασιν προσφύγων»:
Έχοντες υπόψη την υπ' αριθμ. 1 § της από 15 Σεπτεμβρίου 1922 αποφάσεως της Επαναστατικής Επιτροπής, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν:
Άρθρον 1ον
Επιτρέπεται η επίταξις εν όλω ή εν μέρει οικημάτων επιπλωμένων και μη, αγροικιών, κτημάτων [.. .κτλ.] και παντός είδους ακινήτων [...] μη κατοικουμένων ή άλλως πως χρησιμοποιούμενων υπό του ιδιοκτήτου. Πολλά είναι όμως τα ερωτήματα που τίθενται; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία αποφασίζεται μια επίταξη; Ποιος αποφασίζει την επίταξη ενός οικήματος; Ποιος την εφαρμόζει; Πώς ενημερώνεται ο ιδιοκτήτης; Τι γίνεται με τα ήδη κατειλημμένα από πρόσφυγες οικήματα; Πόσο διαρκεί μια επίταξη; Και πολλά άλλα. Ας τα δούμε με τη σειρά.
Σε ό, τι αφορά τα ποιου είδους και ποιας χρήσης οικήματα επιτάχθηκαν, η απάντηση είναι απλή: παντός είδους και κάθε χρήσης. Δηλαδή, τα πάντα.
Επιτρέπεται η επίταξις [...] αγροικιών, κτημάτων, αποθηκών, νοσοκομείων, μοναστηριακών οικημάτων και παντός είδους ακινήτων κατάλληλων προς προσωρινήν στέγασιν ή νοσηλείαν προσφύγων [...]
Επιτάσσονται οικήματα που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα, σε εταιρείες, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, σε μονές, ναούς και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Με αυτόν τον τρόπο επιτάχθηκαν θέατρα, κινηματογράφοι, χαρτοπαικτικές λέσχες, γραφεία, αποθήκες, νοσοκομεία και, φυσικά, κατοικίες. «Μη κατοικούμενες ή άλλως πως χρησιμοποιούμενες». Πάρα πολύ σύντομα γίνεται φανερό ότι με μόνο τις «μη κατοικούμενες» οικίες, το μέτρο της επίταξης δεν επαρκεί. Κι έτσι, έντεκα μόλις μέρες αργότερα, στις 22 Νοεμβρίου, έρχεται νέο ΝΔ βάσει του οποίου ο Υπουργός Περιθάλψεως, αν κρίνει ανεπαρκή την προσωρινή στέγαση, εξουσιοδοτείται να επεκτείνει την επίταξη και επί ακινήτων κατοικουμένων ή οπωσδήποτε χρησιμοποιουμένων. Από τη στιγμή αυτή, το προσφυγικό ζήτημα αφορά άμεσα κάθε Έλληνα κάτοικο. Κανείς πλέον δεν μπορεί να μείνει απαθής.
Ο Χένρυ Μοργκεντάου τώρα δηλώνει: «Και το τελευταίο ελληνικό νοικοκυριό άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του και δέχτηκε κάποιους πρόσφυγες. Στην Αθήνα πάνω από πέντε χιλιάδες δωμάτια σε ιδιωτικά σπίτια προσφέρθηκαν σε πρόσφυγες». Ο αριθμός μένει να εξακριβωθεί. Μεγέθη σε εθνικό επίπεδο είναι δύσκολο να βρεθούν. Σε άλλα κείμενα της εποχής αναφέρονται οχτώ χιλιάδες δωμάτια.
Όπως είναι φυσικό ακολουθούν αλλεπάλληλες ρυθμίσεις, που επιχειρούν την οριοθέτηση, την εξειδίκευση και κάποιον εξορθολογισμό του τεράστιου αυτού κεφαλαίου που άνοιξε μονομιάς, συγχρόνως, θα λέγαμε, με τις εξώπορτες της ιδιωτικής κατοικίας.
Βίκα Δ. Γκιζελή, «Επίταξις ακινήτων κατοικουμένων ή οπωσδήποτε χρησιμοποιουμένων», στο συλλογικό τόμο Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, ό.π., σσ. 7274
 
ΕΠΙΤΑΞΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
Η επίταξη γίνεται, κατά πρώτο λόγο, στα ακίνητα που έχουν δωμάτια πλέον του διπλάσιου του αριθμού των ενοίκων. Αφού αυτά εξαντληθούν, η επίταξη θα προχωρήσει «και εις τα λοιπά κατοικούμενα ή οπωσδήποτε άλλως χρησιμοποιούμενα ακίνητα». Δεν είναι γνωστό αν αυτό έγινε στην πραγματικότητα. Είναι όμως μέσα στις προθέσεις του νομοθέτη. Η ίδια η επιτροπή που θα υποδεικνύει τα κατά την κρίσιν της κατάλληλα ακίνητα, θα καθορίζει συγχρόνως και τον αριθμό των διαθέσιμων δωματίων και τον αριθμό των προσφύγων που θα εγκατασταθούν σ' αυτά. Ποιος θα είναι ο αριθμός των δωματίων; Ο νόμος λέει:
[...] Της επιτάξεως θα εξαιρείται αριθμός δωματίων ίσος προς τον αριθμό των πραγματικώς εν τω ακινήτω ενοικούντων πλέον ενός μέχρι τριών δωματίων. Ας φέρουμε ένα παράδειγμα, με σύγχρονους όρους: Το ζευγάρι που, στη σημερινή εποχή, κατοικεί στο διαμέρισμα των πέντε δωματίων θα παραχωρούσε κανένα, ένα ή και δύο δωμάτια. Ο νόμος και πάλι ορίζει το πώς θα καθορίστε! ο ακριβής αριθμός των δωματίων: θα καθοριστεί «κατά την κρίσιν της επιτροπής και αναλόγως της κοινωνικής θέσεως και των αναγκών των ενοίκων του ακινήτου». Επιπλέον παρουσιάζεται ακόμα μια ρήτρα αναπνοής για τους ιδιοκτήτες: «Δεν συνυπολογίζονται [...] δωμάτια χρησιμοποιούμενα προς άσκησιν επαγγέλματος ή επιστημονικής εργασίας των ενοίκων».
 Ένα ακόμη ερώτημα που ανακύπτει είναι ο τρόπος με τον οποίο θα οριστεί ο αριθμός των προσφύγων που θα κατοικήσουν σε αυτά τα δωμάτια. Τον αγνοούμε, αλλά εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι δεν στεγάζονται μονομελείς, αλλά κυρίως δικαιολογημένα πολυμελείς οικογένειες σε κάθε δωμάτιο. Και, επίσης, αντιλαμβανόμαστε ότι κουζίνα, μπάνιο, διάδρομοι, γίνονται, εκ των πραγμάτων, κοινόχρηστοι χώροι.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι και τα έπιπλα επιτάσσονται καμιά φορά μαζί με το ακίνητο. Συγκεκριμένα, κατά την επίταξη συντάσσεται ένα «πρωτόκολλο επιτάξεως» που αναφέρει τη θέση, το είδος, την έκταση και τον αριθμό των δωματίων του ακινήτου. Ανάμεσα σ' αυτά, ορίζεται ότι πρέπει να καταγραφούν αϊ τα υπάρχοντα εντός του ακινήτου έπιπλα ή άλλες κινητές εν γένει εγκαταστάσεις. Άλλο ερώτημα είναι η διάρκεια της επίταξης. Το ΝΔ της 22ας Νοεμβρίου 1922 ορίζει ότι η επίταξη των οικημάτων που ήδη κατοικούνται διαρκεί κατά μέγιστον τέσσερις μήνες. Η διατύπωση είναι ρητή και κατηγορηματική: «Κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν η επίταξις [...] δύναται να παραταθεί υπέρ το τετράμηνον, μετά την λήξη του οποίου η υπηρεσία Περιθάλψεως υποχρεούται ν' απομακρύνει διοικητικώς τους στεγαζόμενους πρόσφυγας, εγκαθιστώσα αυτούς αλλαχού». Ο νόμος είναι τόσο κατηγορηματικός όσο ταχεία είναι και η κατάργηση του.
Τον Μάιο του 1923 το τετράμηνο καταργείται. Το σχετικό διάταγμα διευκρινίζει ότι το τετράμηνο καταργείται και για τα ακίνητα που, κατά τη δημοσίευση του διατάγματος, έχουν «εξαντλήσει» το τετράμηνο και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται από πρόσφυγες. Η κατάσταση που υπαγόρευσε τη νομική αυτή διευθέτηση είναι προφανής: το τετράμηνο εξαντλήθηκε, μεταστέγαση δεν υπήρξε, οι πρόσφυγες συνέχισαν να παραμένουν στα επιταγμένα ακίνητα «παρανόμως» και ο νόμος έρχεται αναγκαστικά να προσδώσει την απαραίτητη νομιμότητα.
Το ποιος αποφασίζει μια επίταξη είναι ένα ακόμη ερώτημα. Το ποιος και πώς την εφαρμόζει, είναι ένα άλλο (και δυσαναπάντητο) ερώτημα. Η επίταξη διενεργείται με Απόφαση του επί της Περιθάλψεως Υπουργού, ή από εξουσιοδοτημένους Γενικούς Διοικητές, ή Νομάρχες, ή Δημάρχους, ή Προέδρους Κοινοτήτων, της περιφέρειας εντός της οποίας βρίσκεται το προς επίταξιν ακίνητο. Χαρακτηριστική είναι και η παρακάτω αποστροφή του νόμου:
[...] Η απόφασις η καθορίζουσα το επιτασσόμενον ακίνητον κοινοποιείται δια δικαστικού κλητήρας ή δια της Αστυνομίας προς τον ιδιοκτήτην ή νομέα ή κάτοχον, ή τον νόμιμον αυτών αντιπρόσωπον, εν ελλείψει δε ή εν απουσία αυτών εκ του ακινήτου, προς την δημοτικήν ή κοινοτικήν Αρχήν του τόπου ένθα κείται το επιτασσόμενον ακίνητον.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, πολλές φορές, της επιτάξεως έχει προηγηθεί κατάληψη του ακινήτου, οπότε η απόφαση της επίταξης ουσιαστικά γίνεται για να καλύψει τετελεσμένα γεγονότα. Πολλές φορές η επίταξη διενεργείται πριν ακόμη κοινοποιηθεί: «[Η απόφασις κοινοποιείται] το ταχύτερον είτε προ είτε συγχρόνως είτε μετά την υπό των Διοικητικών Αρχών εκτέλεσιν της επιτάξεως». Εξάλλου, στη συνέχεια τα πράγματα εμφανίζονται ακόμη πιο ρητά: Κάθε επίταξη, που έγινε στο διάστημα μεταξύ της 25ης Αυγούστου 1922 και της δημοσιεύσεως του νόμου περί επιτάξεων, κατά την οποία η κατάληψη του ακινήτου από πρόσφυγες είχε λάβει χώρα πριν από την κοινοποίηση της αποφάσεως της επίταξης «λογίζεται έγκυρος και νόμιμος».
Ένα από τα στοιχεία του ζητήματος των επιτάξεων είναι και το θέμα της αποζημίωσης στον δικαιούχο. Το κράτος εκτίμησε, για λόγους προφανείς, ότι για τα επιταγμένα ακίνητα είναι επιβεβλημένο να καταβάλλεται αποζημίωση. Την αποζημίωση στον δικαιούχο την προσδιορίζει ειδική επιτροπή, κάνοντας χρήση κάθε νόμιμου αποδεικτικού μέσου που θα βοηθά στον υπολογισμό της «δίκαιας και εύλογης αξίας» της χρήσεως του ακινήτου, όπως ο νόμος ορίζει. Είναι, άραγε, ποτέ δυνατόν η αποζημίωση να ισοσταθμίζει τις συνέπειες της υποχρεωτικής συγκατοίκησης; Τις πρώτες μέρες της Καταστροφής, στο πλαίσιο του πνεύματος αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας, την πρώτη παροχή στέγης επ' ενοικίω είχαν ακολουθήσει και άλλες προτάσεις. Για παράδειγμα, στο Ελεύθερον Βήμα της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 1922 είχε ανοίξει στήλη αγνοουμένων προσφύγων, είχε ήδη ξεκινήσει έρανος που υποστηριζόταν από την αρθρογραφία της εφημερίδας, και στις 16 εμφανίστηκε προσφορά γιατρών, εκπαιδευτικών, καλλιτεχνών για ενοικίαση δωματίων σε οικότροφους πρόσφυγες με αντιπροσφορά κάποια ιδιαίτερα μαθήματα. Όταν όμως λίγους μήνες αργότερα η συγκατοίκηση διενεργείται υπό την πίεση του μέτρου της επίταξης, ακόμα και οι καταβολές των αποζημιώσεων δεν επαρκούν ούτε λειτουργούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έχουν διασωθεί πολλές εγκύκλιοι που παραθέτουν οδηγίες «δια την ταχυτέραν εκτίμησιν των εις ιδιοκτήτας οφειλομένων αποζημιώσεων εξ επιτάξεως ακινήτων των», από τις οποίες τεκμαίρεται ότι υπάρχουν πολλά παράπονα από την πλευρά των δικαιούχων. Πέραν αυτού, η αποζημίωση καταβάλλεται στους δικαιούχους από τον κρατικό προϋπολογισμό. Όμως, είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες κατατάσσονται από τις κρατικές υπηρεσίες ως «άποροι, εν μέρει ευπορούντες και εύποροι», πράγμα που δημιουργεί την υποχρέωση στον πρόσφυγα να καταβάλει αυτός ο ίδιος την αποζημίωση. Συγκεκριμένα, αν η αρμόδια επιτροπή χαρακτηρίσει κάποιους πρόσφυγες ως εύπορους, η αποζημίωση καταβάλλεται από τους ίδιους εξ ολοκλήρου. Αν χαρακτηριστούν ως «εν μέρει ευπορούντες» η αποζημίωση καταβάλλεται εξ ημισείας από τους ίδιους και από το κράτος. Τούτο όμως έχει άλλες παρενέργειες: Συνδέει τη συγκατοίκηση με οικονομικές δοσοληψίες μεταξύ προσφύγων και αυτοχθόνων και με όλα όσα αυτές συνεπάγονται. Ας αναφέρουμε και πάλι το παράδειγμα μιας παραινετικής προς τις υπηρεσίες εγκυκλίου:
Ιδιαιτέρως τονίζομεν υμίν ότι παρά των οικείων επιτροπών δεν καταβάλλεται η δέουσα προσπάθεια προς εξακρίβωσιν και αναγραφήν εν τω πρακτικώ, του στοιχείου της ευπορίας των ενοικούντων προσφύγων εις το υπό κρίσιν ακίνητον. Η επιτροπή πρέπει να εξελέγχει αυστηρώς την οικονομικήν κατάστασιν των προσφύγων και να υποχρεώνει τους ως εύπορους καταλογισθέντας εκ τούτων εις την καταβολήν του καθορισθέντος κατά μήνα μισθώματος.
Όπως είπαμε, η θεώρηση των προσφύγων «κατά τάξεις» από την πλευρά του κράτους είναι ένα σοβαρότατο θέμα και μια υπόθεση εργασίας που έχουμε κατ' επανάληψιν θίξει στο παρελθόν, σε άλλες έρευνες μας. Προς επίρρωσιν αυτής της άποψης, στο πλαίσιο του ζητήματος της «επίταξης των ακινήτων» και μέσα στην αντιφατικότητα που αυτό δημιουργεί, ας αναφέρουμε την απόφαση να εξώνονται όσοι πρόσφυγες θεωρούνται εύποροι, για παράδειγμα οι πρόσφυγες της πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή περιόδου, το 1914. Στη συνέχεια, μια άλλη εγκύκλιος του Υπουργού Δοξιάδη, της 1ης Ιουνίου του 1923, λέγει, απευθυνόμενη προς τους νομάρχες της επικράτειας:
[...] παρακαλούμεν όπως αναθέσητε εις τας [...] εκτιμητικός Επιτροπάς [...] να επιληφθώσιν [...] του καθορισμού αν οι ένορκοι είναι εύποροι ή άποροι. Και οι χαρακτηρισθησόμενοι εύποροι δέον να υποχρεωθώσιν εις πληρωμήν της εκτιμηθείσης αποζημιώσεως άλλως θα εξώνωνται διοικητικώς, συνωδά τω αυτώ ως άνω Διατάγματι. Φρονούμεν δ' επί του προκειμένου ότι πάντες οι από ετών εγκατεστημένοι ενταύθα πρόσφυγες δέον να θεωρηθώσιν εύποροι και συνεπώς η δια τας παλαιάς επιτάξεις δαπάνη του Δημοσίου σκόπιμον τυγχάνει να διατεθεί εις τους νυν απόρους πρόσφυγας, έχοντας πράγματι ανάγκην εισέτι Κρατικής υποστηρίξεως.
Γνωρίσατε παρακαλώ λήψιν παρούσης.
Εν Αθήναις τη 1η Ιουνίου 1923
Ο Υπουργός           Α. Δοξιάδης
   
"Προσφυγικόν ζήτημα εν Ελλάδι"
«Η κατανομή των προσφύγων εγένετο άνευ ουδενός κριτηρίου, ένεκα της σπουδής μεθ' ης, ιδία εκ Μ. Ασίας, εγένετο η μεταφορά αυτών, επικρατησάσης μόνον της απόψεως να διευθύνωνται τα ατμόπλοια εις την εγγυτέραν ελευθέραν γωνίαν και όπου κατά συμπεριφοράν υπετίθετο ότι ευκολώτερα και προχειρότερα θα ήσαν τα μέσα στεγάσεως. Έπεται εκ τούτου ότι ήδη παρίσταται εκ νέου ανάγκη νέων μετακινήσεων του προσφυγικού πληθυσμού, πρώτον ίνα τα μέλη της αυτής οικογενείας επανεύρωσιν άλληλα, δεύτερον δε ίνα συνενωθώσιν επί το αυτό οι κάτοικοι των ιδίων συνοικισμών, χωρίων, κωμοπόλεων».
ΑΥΕ, φακ. Ε, προσφυγικόν ζήτημα εν Ελλάδι, 1923
Άννα Παναγιωταρέα,
Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 148
   
Η ΕΑΠ και τα λίγα σπίτια που έκτισε στη Λέσβο
Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων δεν έκτισε στη Λέσβο κανένα προσφυγικό χωριό για τους αγρότες, αφού οι αγρότες πρόσφυγες πήγαν κι εγκαταστάθηκαν στα σπίτια ή στα εξοχικά των Τούρκων ή έκτισαν μικρά οικήματα από πηλό στα χωράφια που, χωρίς τίτλους κυριότητας, τους είχαν δοθεί την άνοιξη του 1923 για να καλλιεργήσουν. Μερικά μόνο σπίτια έκτισε η ΕΑΠ στο χωριό Παναγιούδα και στο χωριό Σκάλα. Για την ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων τους οι Αϊβαλιώτες πρόσφυγες δεν απευθύνονταν μόνο στις τράπεζες, αλλά και στα πολιτικά γραφεία των προσφύγων βουλευτών, τους οποίους αποκαλούσαν χαρακτηριστικά «ημετέρους ηγέτας», και απαιτούσαν τη μεσολάβηση τους για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Ο βουλευτής της περιφέρειας τους είχε αντικαταστήσει στη συνείδηση τους το Μικτό Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ή τη Δημογεροντία του τόπου τους. Οι αγρότες Αϊβαλιώτες είχαν συνειδητοποιήσει ότι με την ψήφο τους είχαν πολιτικά δικαιώματα, ήταν «Έλληνες πολίτες» και ότι η λέξη «πρόσφυγας» αφορούσε μόνον την καταγωγή τους και την πρόσκαιρη οικονομική τους κατάσταση, αλλά όχι και τη θέση τους μέσα στο ελληνικό κράτος. Ήταν αυτό ένα ουσιαστικό βήμα για την ένταξη τους στην ελληνική κοινωνία.
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σσ. 160-161
   
ΣΤΕΓΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΪΒΑΛΙΩΤΕΣ
Έως το 1925, οι αστοί και οι εργάτες Αϊβαλιώτες, που έμεναν μέσα στη Μυτιλήνη ή στις συνοικίες που δημιουργήθηκαν στην περιφέρεια, απέκτησαν σχετική οικονομική αυτάρκεια και αντιμετώπισαν με δικά τους μέσα τις οικονομικές ανάγκες τους. Όμως για να επιλύσουν το πρόβλημα της στέγης χρειάστηκε να περάσει τουλάχιστον μια δεκαετία. Η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης έγινε με δική τους πρωτοβουλία, με την αγορά οικοπέδων, όπου ανοικοδόμησαν όπως όπως μικρά σπίτια ή και με την πρόχειρη επισκευή εγκαταλειμμένων σπιτιών που αγόρασαν από τους ντόπιους ή τους παραχωρήθηκαν από την Εθνική Τράπεζα, έναντι της αποζημίωσης που εδικαιούντο από τα ανταλλάξιμα. Η συνεισφορά του ελληνικού κράτους στην επίλυση του στεγαστικού προβλήματος ήταν η παροχή προσφυγικού δανείου, με μικρό επιτόκιο προς τους δικαιούχους, που όμως η εξασφάλιση του απαιτούσε απωθητικές και χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 165

ΕΥΠΟΡΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ
«Οι άνθρωποι της δικής μας τάξεως όλοι λίγο πολύ κάτι είχαν στην άκρη έξω από τις Κυδωνιές, προβλέποντας την κατάσταση. Καταθέσεις, επενδύσεις ή είχαν αγοράσει ακίνητα. Υπήρχε και το συγγενολόι στην Ελλάδα. Έτσι κανείς μας δεν βρέθηκε στους δρόμους. Η εργασιακή μας αποκατάσταση μας απασχολούσε πρωτίστως και όχι η στέγη» (μαρτυρία Τ. Μουμτζή).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 173
ΕΥΠΟΡΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ (2)
«Νοικιάσαμε αμέσως σπίτι στην Αχαρνών και δεν είχαμε ανάγκη από καμιά βοήθεια. Το 1940 κτίσαμε το δικό μας σπίτι στη Νέα Σμύρνη. Ο κήπος του μας έθρεψε στην κατοχή. Ο πατέρας μου γρήγορα έγινε κι εδώ πασίγνωστος γιατρός. Ξέρετε οι δικοί μας γιατροί εξακολουθούσαν όλη την ζωή τους να ενημερώνονται για την πρόοδο της επιστήμης τους. Να μείνουμε λοιπόν σε προσφυγικό συνοικισμό ούτε που το σκεφτήκαμε. Κανείς Κυδωνιάτης δεν το καταδέχτηκε. Το κράτος έδινε σπίτι σ' εκείνους που δήλωναν ότι είχαν ανάγκη και οι Κυδωνιάτες δεν είχαν. Κι όσοι είχαν, ήταν περήφανοι και δεν το έλεγαν. Να σε θεωρούν πρόσφυγα στην πατρίδα σου ήταν πολύ βαρύ. Άλλωστε, η Ελβετική Ασφάλεια του πατέρα μου έστειλε αμέσως τα χρήματα» (μαρτυρία Α. Κερεστετζή).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 173  
 
ΕΥΠΟΡΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ (3)
Οι αστοί Κυδωνιάτες, που από το 1923 κι έπειτα μετανάστευσαν στην Αθήνα, βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους συμπατριώτες τους που έμειναν πίσω στη Λέσβο. Κατόρθωσαν με διάφορους τρόπους να βγάλουν από το Αϊβαλί ένα μέρος από τα χρήματα τους ή τα κοσμήματα τους που ρευστοποιώντας το μπόρεσαν να αποκτήσουν στέγη και να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους. Έτσι το πρόβλημα τους ήταν εντελώς διάφορο από εκείνο των προσφύγων που αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη Λέσβο. Πρώτο τους μέλημα ήταν η εύρεση εργασίας και όχι η απόκτηση στέγης.
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 172


"Πρόσφυγες θα ήταν αν πήγαιναν να ζητήσουν άσυλο και προστασία σε άλλη χώρα"
«Η Μυτιλήνη ήταν νησί αποκομμένο. Δεν μπορούσαμε να ριζώσουμε εκεί. Μείναμε ως το '23 ίσως και κάτι μήνες από το '24. Ζήτησα να εργαστώ ως χημικός κοντά σ' έναν συμπατριώτη μας για να μην κάνω άσχετη δουλειά από τις σπουδές μου. Εκείνος μου συνέστησε να δουλέψω στο Πανεπιστήμιο. Έγινα έκτακτος καθηγητής και δούλεψα ως το 1958. Μετά, λόγω της ειδίκευσης μου στην Πυρηνική Φυσική, δούλεψα ως καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Ο αδελφός μου Αριστόδημος είναι οικονομολόγος. Ο Ελευθέριος οικονομολόγος στη Νυρεμβέργη. Ο Βασίλης γεωλόγος και ο Πλάτων πολιτικός μηχανικός. Δεν μας ενδιέφερε σε καμιά περίπτωση να στεγαστούμε σε προσφυγικούς συνοικισμούς. Οι Κυδωνιάτες ποτέ δεν είχαν τέτοια επιδίωξη, γιατί δεν ήθελαν να τους λένε πρόσφυγες. Ήταν Έλληνες που έζησαν στην ελληνική Μικρασία, όπως ήταν Έλληνες και όσοι έζησαν στην Αλεξάνδρεια, στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή, σε μια ευρύτερη περιφέρεια του Ελληνισμού και ως Έλληνες επέστρεψαν στη Μητρόπολη, στην Ελλάδα, και όχι ως πρόσφυγες. Είπε κανείς τους Έλληνες εξ Αιγύπτου, όταν τους έδιωξε ο Νάσερ από την Αίγυπτο, τους Κύπριους μετά την Τουρκική κατοχή, όσους κατέφυγαν στην Ελλάδα, 'πρόσφυγες'; Πρόσφυγες θα ήταν αν πήγαιναν να ζητήσουν άσυλο και προστασία σε άλλη χώρα, όπως έκαναν οι Αρμένιοι που ήρθαν το 1922 μερικές εκατοντάδες χιλιάδες στην Ελλάδα, ξένοι ανάμεσα σε ξένους, με άλλη γλώσσα, ήθη και έθιμα. Μείναμε στην αρχή λοιπόν σε νοικιασμένο σπίτι, ώσπου κτίσαμε το δικό μας» (Π. Κουγιουμτζέλης, συνέντευξη, Αθήνα, Οκτώβριος 1983).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 173

"...η κατά το δυνατόν ανασύστασις των κοινοτήτων είναι βασικός όρος..."
Η αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Γεωργίας, που φρόντιζε για την αποκατάσταση των προσφύγων, είχε θέσει ένα γενικό κριτήριο για τον τρόπο που θα έπρεπε να γίνει η νέα μετακίνηση και η επιλογή του οριστικού πλέον τόπου εγκατάστασης τους, ώστε να προσαρμοστούν γρήγορα στις νέες συνθήκες της ζωής τους. Η εγκύκλιος που είχε σταλεί στις νομαρχίες ήταν σαφής: «Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατά το δυνατόν ανασύστασις των κοινοτήτων είναι βασικός όρος δια την επιτυχίαν της μονίμου εγκαταστάσεως των προσφύγων. Διότι οι εκ της αυτής κοινότητος κάτοικοι συνδέονται μετ' αλλήλων δια δεσμών αλληλεγγύης, ηθικών και οικονομικών, οίτινες τα μέγιστα διευκολύνουσι την επιτυχίαν της νέας εγκαταστάσεως, μάλιστα όταν λαμβάνεται πρόνοια ώστε αι φυσικαί συνθήκαι του νέου συνοικισμού να είναι παρόμοιοι προς τας συνθήκας του συνοικισμού εν ω ήσαν εγκατεστημένοι ο πρόσφυγες».
Αννα Παναγιωταρέα, ό.π., σσ. 148-149
 
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΝ
Πράγματι, η ένταση του στεγαστικού ζητήματος και η έκταση του εποικισμού έθεσαν σε άμεση κίνηση κεντρικούς μηχανισμούς προγραμματισμού, σχεδιασμού και κατασκευής. Κι ωστόσο το συνολικό πρόγραμμα σχεδιασμού των προσφυγικών οικισμών δεν σχετίστηκε άμεσα, ούτε καν έμμεσα, με τον σχεδιασμό των πόλεων. Η αυτονομία των φορέων (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, υπηρεσίες Πρόνοιας κλπ.) οδήγησε σε μια ανεξάρτητη δράση. Έτσι, ενώ εμφανίζεται η πρώτη ουσιαστική εφαρμογή κοινωνικής κατοικίας και οργανωμένης δόμησης στον ελληνικό χώρο και μάλιστα σε μεγάλη έκταση, χάνεται παράλληλα μια ευκαιρία για σχεδιασμό ευρύτερης κλίμακας. Στους αγροτικούς και αστικούς προσφυγικούς οικισμούς η πολεοδομική οργάνωση είναι απλούστατη. Κάθε οικισμός σύμφωνα με το νόμο «ρυμοτομείται προχείρως και χωρίζεται εις οικόπεδα», με αποτέλεσμα να προκύπτουν παραλλαγές απλών ορθογωνικών σχεδίων οικοπεδοποίησης από την επανάληψη του βασικού τύπου που συχνά είναι μοναδικός. Οι προβλεπόμενοι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι είναι ελάχιστοι, συνήθως μορφοποιούνται ως κενά τετράγωνα και προβλέπουν μόνον εντελώς στοιχειώδεις λειτουργίες, δηλαδή σχολείο, εκκλησία και πλατεία, παρόλο που καταλαμβάνουν αδόμητες εκτάσεις στις παρυφές των πόλεων. Αυτό σημαίνει ότι ούτε για το μέλλον υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης άλλων λειτουργιών. Όσο για τους αστικούς προσφυγικούς οικισμούς, η απόσταση τους από την υπάρχουσα πόλη δημιουργεί προβλήματα ασυνέχειας και αδυναμίας προσαρμογής προς τον υπάρχοντα αστικό ιστό. Ενώ η πολιτεία είχε, θεωρητικά, έτοιμο ένα πλαίσιο παρέμβασης, το οποίο μάλιστα είχε δοκιμαστεί πειραματικά αρκετές φορές και διορθωθεί σύμφωνα με τις ειδικότερες ανάγκες του ελληνικού χώρου, ξαφνικά βρέθηκε υποχρεωμένη να οπισθοχωρήσει.
Χαρακτηριστική είναι η τύχη του προγράμματος του Α. Παπαναστασίου για την ανοικοδόμηση της Ανατολικής Μακεδονίας [...] Με την άφιξη των προσφύγων το 1922, τα πολυάριθμα σχέδια που είχαν εκπονηθεί και ενίοτε εγκριθεί, εγκαταλείφθηκαν. Οι οικισμοί αναπτύχθηκαν στην αρχική τους θέση, σύμφωνα με την εκ των ενόντων εγκατάσταση παλιών και νέων κατοίκων, ή με πρόχειρα και τυποποιημένα σχέδια διανομής οικοπέδων του Υπουργείου Γεωργίας. Οι εξελίξεις μετά το 1923 χαρακτηρίζονται από τη γενικευμένη εφαρμογή σχεδίων, που συνεπάγεται καθοριστικούς συμβιβασμούς και απλουστεύσεις σε σχέση με τις αρχικές «πειραματικές» και υποδειγματικές επεμβάσεις. Μεταξύ 1923 και 1927, σε μια σχεδόν δραματική προσπάθεια, το Υπουργείο Συγκοινωνίας αγωνίστηκε να περισώσει τη γενικότερη πολιτική που μόλις είχε θεσμοποιήσει, βομβαρδίζοντας κυριολεκτικά με έγγραφα όλους τους φορείς που υπεισέρχονταν στην εγκατάσταση των προσφύγων (υπουργεία Δημοσίων Έργων, Υγιεινής και Πρόνοιας, τις νομαρχίες και τις αστυνομικές αρχές), με σκοπό να επιτύχει τουλάχιστον τον συντονισμό των ενεργειών. Στις εγκυκλίους του υπενθυμίζει ότι η ίδρυση προσφυγικού οικισμού δίπλα σε αστικό χώρο ισοδυναμεί ουσιαστικά με επέκταση της πόλης και θα πρέπει να εναρμονίζεται προς το νέο ή το υπό εκπόνησιν σχέδιο, διότι «άλλως θα προκύψουν σοβαρά προβλήματα». Αντίστοιχες παρεμβάσεις και υπομνήσεις γίνονται όταν ελεύθεροι δημόσιοι χώροι, που είτε προτείνονται είτε υπάρχουν και διαφυλάττονται ως δρόμοι, πλατείες κλπ. από τα νέα σχέδια, καταλαμβάνονται από τις τοπικές αρχές για την εγκατάσταση προσφύγων. Δυστυχώς, όσο κι αν το αρμόδιο υπουργείο συνιστά να μην επιτρέπονται σε τέτοιους χώρους παρά μόνον κατ' εξαίρεσιν και «μόνον προχείρου μορφής ξυλόπηκτα παραπήγματα», «ελαχίστων διαστάσεων», «επί θέσεων απόκεντρων», ώστε να μην «παρεμβάλλωσι οιονδήποτε κώλυμα εις την κυκλοφορίαν ή προκαλώσι ζημίας εις λοιπούς κατοίκους ή ιδιόκτητος», οι εκκλήσεις αυτές θα παραμείνουν χωρίς αποδέκτη. Η παράδοξη αυτή διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι το 1927, οπότε ο σχεδιασμός και η ανέγερση προσφυγικών οικισμών αφαιρέθηκαν, όχι πλέον σιωπηρά ή έμμεσα, αλλά ρητά και κατηγορηματικά από την αρμοδιότητα του Υπουργείου Συγκοινωνίας και τις ρυθμίσεις του ΝΔ 1923, με ειδικούς νόμους και διατάγματα.
Έτσι με τα ΝΔ του 1927 και 1928 «περί οργανώσεως των Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως», ορίστηκε αρμόδιο το υπουργείο Υγιεινής για την ανέγερση οικημάτων και συνοικισμών, καθώς και σχολείων, εκκλησιών, βιομηχανικών και λοιπών καταστημάτων για την αποκατάσταση και τη στέγαση των προσφύγων «και άνευ της τηρήσεως της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων και πάσης συναφούς προς ταύτην διατάξεως» για το διάστημα της επόμενης τετραετίας. Στο τέλος της τετραετίας επεκτάθηκε για μια ακόμη διετία η δυνατότητα υπέρβασης της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων. Τέλος, ενώ με το Ν. 6076/1934 υποτίθεται ότι περιορίζεται η παράκαμψη των πολεοδομικών νόμων μόνον εντός των ορίων των υφισταμένων προσφυγικών συνοικισμών, διαιωνίζεται ουσιαστικά η πλήρης αναρχία, με πολυάριθμες, «σοφά» διατυπωμένες παρεκκλίσεις.
 
"...στη Νέα Ιωνία υπήρξε πιο συγκεκριμένη η έκφραση της βιομηχανικής πολιτικής της ΕΑΠ." 
Το έργο της αποκατάστασης των προσφύγων, που αρχικά είχε αναλάβει το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων, συνέχισε η διεθνής Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, η γνωστή ως ΕΑΠ, που, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Γενεύης, έργο της ήταν η ένταξη των προσφύγων στο κοινωνικό σύνολο, αφού εξασφαλιζόταν, εκτός από τη στέγη, δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης. Η ΕΑΠ εξαρχής βρήκε τη λύση της ταπητουργίας ως «πανάκεια» και σε κάθε προσφυγικό συνοικισμό χρηματοδοτούσε την ανέγερση ενός ή περισσοτέρων μεγάλων οικοδομημάτων, ώστε η οικιακή ενασχόληση των προσφύγων να μετατραπεί σε σύγχρονη βιομηχανική διαδικασία. Αντίθετα από τους άλλους οικισμούς, στη Νέα Ιωνία υπήρξε πιο συγκεκριμένη η έκφραση της βιομηχανικής πολιτικής της ΕΑΠ. Βέβαια, είναι γνωστό ότι η ΕΑΠ κατηγορήθηκε για την αναποτελεσματικότητα που είχε στον τομέα αυτό και πολλοί ερευνητές θεώρησαν ότι αρνήθηκε να ασχοληθεί με το θέμα.
Όλγα Βογιατζόγλου, «Η βιομηχανική εγκατάσταση των προσφύγων στη Νέα Ιωνία  Παράμετρος της αστικής εγκατάστασης», στο συλλογικό τόμο Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, ό.π., σ. 149
(http://www.ionianet.gr/hst_civ/dakoura.htm )  
  ΙΔΡΥΣΗ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ ΚΑΙ ΕΑΠ
Το Τ.Π.Π. (Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων) ιδρύθηκε με το ΝΔ 311/1922 Το Τ.Π.Π. παρέδωσε στην ΕΑΠ στις 31 Οκτωβρίου 1923 και συνεργάστηκε μαζί της ως το 1925, παραδίδοντας της 10.435 οικήματα. Η ΕΑΠ ιδρύθηκε στις 13/10/1923, ΦΕΚ 289.
Όλγα Βογιατζόγλου, «Η βιομηχανική εγκατάσταση των προσφύγων στη Νέα Ιωνία», στο συλλογικό τόμο Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, ό.π., σ. 158
 
Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ, ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΧΩΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Με την ιστορική ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών ενάμισυ περίπου εκατομμύριο Ελλήνων προσφύγων κατακλύζει την Ελλάδα. Μέσα σ' αυτούς πρέπει να υπολογιστούν 170.000 Έλληνες που ήλθαν από τη Βουλγαρία σύμφωνα με την ελληνοβουλγαρική σύμβαση του Νεϊγύ της 27 Νοεμβρίου 1919, καθώς και από τις περιοχές του Καυκάσου και της μεσημβρινής Ρωσίας, από τη Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Δωδεκάνησα. Επίσης στην Ελλάδα έγιναν δεκτοί και 50.000 Αρμένιοι πρόσφυγες. Οι περισσότεροι Έλληνες πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, οι οποίοι ως τότε κατοικούσαν τις ακτές του Ευξείνου Πόντου, στις αρχαίες πατρίδες τους, στη Σωζόπολη, στον Πύργο, στην Αγχίαλο, Μεσημβρία κλπ., ή στο εσωτερικό της χώρας, στη Φιλιππούπολη, Στενίμαχο κλπ., καθώς και οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες της Τουρκίας (Ανατολικής Θράκης και Μικρός Ασίας) εγκαταστάθηκαν στους οικισμούς των Βουλγάρων και των Τούρκων της ελληνικής Μακεδονίας, ενώ αυτοί στις ελληνικές περιοχές της Βουλγαρίας και της Τουρκίας. Ο μικρός αριθμός των Σέρβων που είχαν καταφύγει στην ελληνική Μακεδονία κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου 1914-1918 επέστρεψαν στη Γιουγκοσλαβία, ενώ οι Έλληνες των Σκοπίων, του Κρουσόβου, του Περλεπέ, του Μοναστηρίου κλπ. άρχισαν να διαρρέουν στα χωριά και στις πόλεις της ελληνικής Μακεδονίας, προ πάντων στη Θεσσαλονίκη, όπου με συλλόγους συντηρούν ακόμη ως σήμερα τις αναμνήσεις, τα ήθη και έθιμα των μακρινών πατρίδων τους. Όσοι έμειναν με τη θέληση τους είτε στη Βουλγαρία είτε στη Γιουγκοσλαβία αφομοιώνονται βαθμιαία από το ξένο περιβάλλον.
Για πρώτη φορά στη μακραίωνη ελληνική ιστορία παρατηρείται η συμπύκνωση των ελληνικών πληθυσμών στην ελληνική χερσόνησο και οριστική εγκατάσταση αυτών σ' αυτήν. Διακόσιες περίπου χιλιάδες ήλθαν μόνον από την Κωνσταντινούπολη και από την περιοχή της, αλλ' αυτοί είχαν φύγει με σχετική άνεση. Οι αστοί αυτοί εγκαταστάθηκαν σε ορισμένες πόλεις του ελληνικού κράτους, χωρίς να δημιουργήσουν προβλήματα σ' αυτό. Οι υπόλοιποι όμως, 1.300.000, είχαν ανάγκη από περίθαλψη και έπρεπε να ληφθεί γι' αυτούς κάποια μέριμνα: να τραφούν, να βρουν εργασία και να γίνουν χρήσιμα στοιχεία στον τόπο. Στον αγώνα αυτόν για την εγκατάσταση των προσφύγων βρήκε το ελληνικό κράτος πολύτιμο επίκουρο την Κοινωνία των Εθνών. Αυτή θέτει στη διάθεση του τα κατάλληλα πρόσωπα, μορφωμένους τεχνικούς και οικονομολόγους και την ηθική της ενίσχυση για να βοηθήσουν την Ελλάδα στο τεράστιο έργο της αποκατάστασης. Έτσι συνάπτεται το δάνειο των 12.300.000 λιρών και ιδρύεται ο διεθνής οργανισμός ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων), η οποία σε συνεργασία με τις ελληνικές αρχές περάτωσε το έργο της μέσα σε 7 χρόνια (τέλη Νοεμβρίου 1923  τέλη 1930). Κανένα παρόμοιο παράδειγμα δεν υπήρχε ως τότε στην ιστορία μιας τόσο εκτεταμένης αποκαταστάσεως προσφύγων. Η ΕΑΠ δαπάνησε συνολικά για την εγκατάσταση των γεωργών προσφύγων 3.518.471,339 λίρες στερλίνες, από τις οποίες 1.033.265,186 για το κτίσιμο νέων οικισμών, 564.121,953 για την προμήθεια κατοικίδιων ζώων, 122.680,407 για εργαλεία και γεωργικά μηχανήματα, 641.733,895 ως προκαταβολές σε είδη και ρευστό χρήμα. Επί πλέον δαπανήθηκαν 376.864,446 για έργα κοινωφελή, για τις υπηρεσίες υγιεινής, κτηματογραφήσεως και διοίκησεως. Η εγκατάσταση των αγροτών προφύγων, συνολικά 143.239 οικογενειών, περατώθηκε κατά τον Ιούνιο του 1926.
Οι πρόσφυγες ριζώνουν και προσαρμόζονται γρήγορα στη νέα τους πατρίδα, αναπτύσσουν δραστηριότητα σε όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής και συνεργάζονται αδελφικά με τους άλλους Έλληνες. Το έθνος ενωμένο ξεχύνεται ορμητικά προς τα εμπρός. Ο δείκτης των γεννήσεων αυξάνεται: από 5,76 στους 1.000 κατοίκους στα 1922 φθάνει στα 13,18 στα 1931. Η καλλιέργεια της γης από 12.000 τ.χ. του 1923 ξαπλώνεται σε 19.000. Χαρακτηριστικός είναι ο αυξανόμενος αριθμός των γεωργικών μηχανών. Η παραγωγή των δημητριακών από 624.000 τόννους στα 1923 ανεβαίνει στους 880.000 στα 1928 και γενικά η αξία της όλης γεωργικής παραγωγής από 7.000.000.000 δρχ. στις 12.000.000.000 δρχ.
Απ. Βακαλόπουλος, Νέα Ελληνική Ιστορία, ό.π., σσ. 381383  

"...στην περιοχή του Αιγάλεω θα κτιζόταν προσφυγικός συνοικισμός..."
Κι ενώ πολλοί Κυδωνιάτες δεν αντιμετώπιζαν άμεσο πρόβλημα στέγης, όπως άλλοι αστοί Μικρασιάτες, το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών με την αρμόδια Υπηρεσία Στεγάσεως Προσφύγων αποφάσισε το 1955 ότι στην περιοχή του Αιγάλεω θα κτιζόταν προσφυγικός συνοικισμός με την επωνυμία «Νέαι Κυδωνίαι», στον οποίο θα έπαιρναν μικρά διαμερίσματα κατά πλειοψηφία δικαιούχοι από την περιοχή των Κυδωνιών. Η τυπική διαδικασία που ακολουθούσε το υπουργείο, μόλις εξοικονομούσε κάποια δημόσια κτήματα ή απαλλοτρίωνε άλλα, ήταν να τα διαθέτει στην Υπηρεσία Στεγάσεως Προσφύγων. Η Υπηρεσία, με μειοδοτικό διαγωνισμό, ανέθετε σε κατασκευαστική εταιρεία την οικοδόμηση των προσφυγικών πολυκατοικιών και σύμφωνα με τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί για την παροχή στέγης κλήρωνε στους δικαιούχους τα μικρά διαμερίσματα. Η απόφαση, όμως, που αφορούσε τους Κυδωνιάτες πάρθηκε χωρίς να ερωτηθούν οι ίδιοι ή το ανεπίσημο συλλογικό όργανο που είχαν ιδρύσει, ένα είδος παραρτήματος του Μεικτού Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Μυτιλήνης στην Αθήνα, για να τους παρέχει πιστοποιητικά και έγγραφα απαραίτητα για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης.
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σσ. 173-174

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΠΟΛΕΩΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ
Όπως προκύπτει και μόνον από την απλή παράθεση των αριθμών, οι βορειοελλαδικές πόλεις υφίστανται σημαντικές πληθυσμιακές αλλαγές, οι οποίες, προστιθέμενες στον «κλονισμό» της ένταξης τους στο ελληνικό κράτος ελάχιστα χρόνια πριν, απαιτούν άμεσες σχεδιαστικές αναπροσαρμογές. Σε πείσμα της παράκαμψης του από άλλους φορείς, το Υπουργείο Συγκοινωνίας θα επιχειρήσει να προωθήσει τις γενικότερες πολεοδομικές του απόψεις και θα εκπονήσει σχέδια για όλες. Τα σχέδια αυτά θα υποστούν επανειλημμένες προσαρμογές και, για μιαν ακόμη φορά, θα λειτουργήσουν απλώς ως νομιμοποιητικό πλαίσιο για τους ήδη πραγματοποιημένους προσφυγικούς οικισμούς.
Παράλληλα, το υπουργείο προσπαθεί με κάθε τρόπο να ευαισθητοποιήσει κυβερνητικούς και κοινωνικούς φορείς πάνω στα προβλήματα που θα δημιουργήσουν μακροπρόθεσμα η «πολυαρχία» και η ολοκληρωτική απουσία τεκμηριωμένων μελετών για την ανάπτυξη των πόλεων. Ο Α. Δημητρακόπουλος αναφέρει τη δραστηριότητα του υπουργού Χρηστομάνου, ο οποίος συνεκάλεσε συσκέψεις οικονομικών και τεχνικών παραγόντων το 1929, υποστηρίζοντας ότι, για να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα οποιαδήποτε μελέτη ή προσπάθεια, «έπρεπε προπαντός να υπαχθή η προσφυγική εγκατάστασις, εις ό,τι αφεώρα το πολεοδομικόν μέρος, εις τας γενικός διατάξεις του Κράτους [...] και να αφέθη η διοίκησης ελευθέρα να θέση φραγμούς εις την αυθαίρετον εκτός της πόλεως δόμησιν». Η προσπάθεια του Χρηστομάνου υπήρξε άκαρπη. Στην πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής παρίσταντο 23 προσωπικότητες, ενώ στις επόμενες ο αριθμός των παρισταμένων μειωνόταν συνεχώς με αποτέλεσμα να παραμείνουν τέσσερα μέλη. Η επιτροπή διαλύθηκε εκ των πραγμάτων, η προσφυγική στέγαση και η αυθαίρετη δόμηση εξακολούθησαν με τους ίδιους ρυθμούς. Εν γένει, κατά το Δημητρακόπουλο, επικράτησε η «πολιτική άποψις...» για τα αποτελέσματα, στον χώρο της οποίας οι ελληνικές πόλεις προσφέρουν έκτοτε άφθονες μαρτυρίες.
Το αποτέλεσμα που προκύπτει, παρά τις αντιδράσεις και τις τεκμηριωμένες αναλύσεις των τεχνικών του Υπουργείου Συγκοινωνίας, είναι η παρατεινόμενη  διαιωνιζόμενη αγροτοποίηση των αστικών χωρών. Ενώ τα εγκεκριμένα σχέδια εξυπηρετούν μόνον ατομικές (δικαιολογημένες ή όχι) ανάγκες.
Κι έτσι θα παρατηρηθεί το παράδοξο ως διαδικασία και ατελέσφορο ως προς τους αρχικούς στόχους: το φιλόδοξο έργο των, και κοινωνικά, ευαίσθητων τεχνοκρατών του Υπουργείου Συγκοινωνίας για έναν πολεοδομικό σχεδιασμό που θα συνδύαζε αναπτυξιακούς στόχους και σύγχρονες χωρικές και λειτουργικές απαιτήσεις με μεταρρυθμιστικές συνιστώσες, να τεθεί σε εφαρμογή στις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας υποκύπτοντας στις ανάγκες του επείγοντος, αφού προηγουμένως ακρωτηριάσθηκε και απογυμνώθηκε από την κοινωνική σκέψη που το υποστήριζε. Ως φαίνεται, όσο κι αν οι ανάγκες για την εγκατάσταση προσφύγων από τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους κινητοποίησαν και τροφοδότησαν τη σύνταξη πολεοδομικών νόμων και μηχανισμών, συνέβαλαν παράλληλα στην ακύρωση τους, χαρίζοντας στη νεοελληνική πόλη ένα μόνιμο χαρακτήρα προσφυγούπολης.
Αλέκα Καραδήμου  Γερολύμπου, «Προσφυγική εγκατάσταση και ο ανασχεδιασμός των Βορειοελλαδικών πόλεων, 1912/1940»,στο συλλογικό τόμο Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, ό.π., σσ. 101-103   

Η ελληνοτουρκική προσέγγιση (1930)
Η σύμβασις της 10ης Ιουνίου 1930 υπέστη δριμύτατην κριτικήν εκ μέρους της αντιπολιτεύσεως. Οι Τσαλδάρης και Καφαντάρης έψεξαν τον Βενιζέλον, ότι προέβη εις παραχωρήσεις, χωρίς να λαβή πολιτικά ανταλλάγματα. Ο Βενιζέλος ημφεσβήτησεν ότι η Ελλάς υπέστη θυσίας δια της συμφωνίας. Ημφεσβήτησεν ότι η αξία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών υπό των Ελλήνων εις Τουρκίαν ήτο μεγαλύτερα από την αξίαν των εγκαταλειφθεισών υπό των Τούρκων. Υπεστήριξεν ότι και εξωγκωμένα ενεφανίζοντο υπό των δικαιούχων τα ενεργητικά, ότι η αξία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών εξέπεσε μετά την αναχώρησιν του ελληνικού στοιχείου, ότι αι ελληνικαί περιουσίαι εν Τουρκία απετελούντο από κινητάς αξίας, κατά το πλείστον, αι οποίαι δεν επροστατεύοντο από την Συνθήκην της Λωζάννης, ενώ, αντιθέτως, αι εν Ελλάδι τουρκικαί ήσαν αποκλειστικώς ακίνητοι. Τέλος, και αυτό ήτο το σοβαρώτερον επιχείρημα, ετόνισεν ότι, ως προέκυψεν από την πείρα επτά ετών, η εκτίμησις των εκατέρωθεν περιουσιών θα απήτει πολλάς δεκαετίας, χωρίς και να είναι βέβαιον ότι το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως θα ήτο ευνοϊκόν δια την Ελλάδα.
 Εις την επίκρισιν του Τσαλδάρη, ότι δεν ελήφθη πρόνοια προστασίας των ελληνικών μειονοτήτων εν Τουρκία, απήντησεν ότι «οι Έλληνες της Τουρκίας, είτε ραγιάδες, είτε πολίται Έλληνες, θα τύχουν υποστηρίξεως εκ μέρους της τουρκικής κυβερνήσεως, αναλόγως προς την ανάπτυξιν των φιλικών και στενών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών».
Ως προς το πολιτικόν αντάλλαγμα, υπεσχέθη ότι τούτο δεν θα εβράδυνε να δοθή.
Ο Βενιζέλος, εξ άλλου, ηρνήθη να δεχθή την αξίωσιν που διετύπωσαν ωρισμένοι προσφυγικοί κύκλοι, όπως το ελληνικόν κράτος υποκατασταθή εις όλας τας υποχρεώσεις τας οποίας η Τουρκία υπείχεν εκ της συμβάσεως περί ανταλλαγής ως προς την ανταλλάξιμον περιουσίαν. Εις την συνεδρίασιν της Βουλής της 25ης Ιουνίου 1930, κατά την οποίαν εξέθεσεν εν όλη του τη εκτάσει το προσφυγικόν ζήτημα, απέδειξεν ότι οι πρόσφυγες είχον λάβει κατά μέσον όρον το 15% της εν Τουρκία περιουσίας των, ότι τοις εξησφαλίσθη η απόκτησις στέγης και ότι δια την αποκατάστασιν και περίθαλψίν των το κράτος είχε δαπανήσει 30.290 εκατομμύρια δραχμών, δηλαδή περί τα 80 εκατομμύρια χρυσών λιρών. Ο Βενιζέλος, κατά την συνεδρίασιν ταύτην, υπεστήριξεν ότι η Ελλάς ανέλαβε δια της συνθήκης περί ανταλλαγής την υποχρέωσιν να χρησιμοποίηση την εις το έδαφος της ανταλλάξιμον περιουσίαν δια την αποζημίωσιν των προσφύγων και ότι την υποχρέωσιν της ταύτην την εξεπλήρωσεν. Αλλ' οσονδήποτε και αν ήτο επαχθής δια την Ελλάδα η σύμβασις της 10ης Ιουνίου, τίποτε το καλύτερον δεν ημπορούσε να πραγματοποιηθή. Η Τουρκία εζήτει, ευθύς εξ αρχής, τον πλήρη συμψηφισμόν. Η Ελλάς αντεπρότεινεν όπως τα ουδέτερα μέλη της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής αναλάβουν την εφαρμογήν συνοπτικού και συνολικού συστήματος εκτιμήσεως. Η τουρκική κυβέρνησις απεδέχθη, τελικώς, την ελληνικήν πρότασιν, τα ουδέτερα δε μέλη υπέδειξαν τον γενικό συμψηφισμόν. Να ηρνείτο η Ελλάς την υπόδειξιν ταύτην; Η τουρκική κυβέρνησις δεν είχε κανένα λόγο να βιάζεται. Αντιθέτως, η εκκρεμότης της έδιδε την ευκαιρίαν να δυσχεραίνη ακόμη περισσότερον την θέσιν των 110.000 Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι θα εξηναγκάζοντο να καταφύγουν εις την Ελλάδα, θα ημπορούσαμεν να υποστώμεν το νέον αυτό προσφυγικόν κύμα; Και ήτο συμφέρον να κενωθή η Κωνσταντινούπολις από τους Έλληνας, έναντι της αβέβαιος προοπτικής που παρείχεν η παράτασις της εκκρεμότητας επί του ζητήματος των εκτιμήσεων;
Ο Ελ. Βενιζέλος δεν ανήκεν εις την κατηγορίαν των ανθρώπων που εδίσταζον να αναλάβουν ευθύνας. Άλλωστε, όταν η Ελλάς είχε βαστάσει το βάρος της Μικρασιατικής καταστροφής, όταν είχεν υποστή τόσας θυσίας εις άψυχον και έμψυχον υλικόν, ποίαν αξίαν ημπορούσαν να έχουν μερικαί εκατοντάδες χιλιάδων λιρών, όταν δια της θυσίας αυτής επετυγχάνετο ένας ευρύτερος διακανονισμός των ελληνοτουρκικών σχέσεων, εγεφυρούτο το από αιώνων χάσμα μεταξύ των δύο λαών και το Αιγαίον πέλαγος μετετρέπετο από χωριστικόν όριον εις συνδέουσαν γέφυραν;
Εάν ο Βενιζέλος δεν ανελάμβανε την ευθύνην της οριστικής εκκαθαρίσεως του κυκεώνος των οικονομικών διαμφισβητήσεων μεταξύ των δύο χωρών, εάν άφηνε τα πράγματα να κυλούν όπως προέβλεπαν αι μέχρι τότε συμβάσεις, αι ελληνοτουρκικαί σχέσεις καθημερινώς θα εδηλητηριάζοντο, η καχυποψία αμοιβαίως θα εγένετο εντονωτέρα, η προσφυγή εις τους εξοπλισμούς θα καθίστατο αναπόφευκτος, με αποτέλεσμα την επιβάρυνσιν της Ελλάδος δια ποσών θετικώς μεγαλύτερων από την αρνητικήν ζημίαν που υπέστη δια της παραιτήσεως από μιας αξιώσεως αμφιβόλου βασιμότητας. Το θέμα ήτο: Εσύμφερεν ή όχι την Ελλάδα να λησμονήση το παρελθόν και να επιδίωξη ειλικρινώς την αποκατάστασιν φιλικών σχέσεων με την Τουρκίαν; Εσύμφερεν ή όχι να μεταβληθή ο προαιώνιος εχθρός εις φίλον; Εφ' όσον η απάντησις εις το ερώτημα τούτο θα ήτο καταφατική, η συμφωνία της 10ης Ιουνίου παρουσιάζετο ως το καλύτερον δυνατόν πρώτον βήμα δια την συμφιλίωσιν με την Τουρκίαν. Οι επικριταί, άλλωστε, του Βενιζέλου, όπως απέδειξεν η μετά ταύτα πολιτική των, επίστευον ότι η συμφωνία εκείνη ήτο κατά βάσιν ορθή.
Το επιστέγασμα της επελθούσης συνεννοήσεως ήτο το ταξίδιον του Έλληνος πρωθυπουργού εις Άγκυραν, κατόπιν προσκλήσεως της τουρκικής κυβερνήσεως, και η υπογραφή του συμφώνου φιλίας, ουδετερότητας και διατησίας.
Γρ. Δάφνη, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων (1923-1940), τόμ. Β', εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, σσ. 66-68




http://apogonoimikrasiaton.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου