Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Πόντιες.


Πόντιες.
Οι γυναίκες κάνανε τον πόνο δύναμη και βάλθηκαν να συγυρίζουν. Να βολέψουν την οικογένειά τους σε μια κόχη. Η πρώτη τους δουλειά να στουμπώσουν με παλιόχαρτα και κουρέλια τις τρύπες στα σανίδια. Να μην μπαινοβγαίνουν ο αγέρας, οι σκόνες, τα ποντίκια, οι σκορπιοί, τα μαμούνια.»
«… Εδώ κατέβασαν το ανθρωπομάνι από το Βατούμ.
Άλογα τουμπανιασμένα κείτονταν χάμω. Πρασινισμένα βαλτονέρια στους χωματόλακκους, όπου κουνούπια και σκνίπες έχουν γιατάκι και μόνιμο στέκι. Ούτε δρόμος, ούτε μονοπάτι. Μονάχα λακκούβες γεμάτες λάσπη.
Από το Λοιμοκαθαρτήριο, ίσια στην Καλαμαριά, στους θαλάμους. Εξήντα οι θάλαμοι. Όλοι ξυλοδεσιά. πισσόχαρτο στη στέγη. Στηρίζονται σε πάσσαλους, μισό μέτρο πάνω απ’ τη γης. Στη μέση τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια.
Αυτοί, που στο στόμα τους ζουν ακόμα τα υπολείμματα της γλώσσας του Όμηρου, αυτοί που δούλευαν τη μέρα στο χωράφι, στο μαγαζί, και τη νύκτα στητοί φρουρούσαν με τα μάνλιχερ τα πανάρχαια ελληνικά χώματα, τις πανάρχαιες ελληνικές ρίζες, αυτοί εδώ στην πανερημιά, στην εγκατάλειψη θα ζήσουν.
Μόνοι σε συνθήκες εξαθλίωσης, διωγμένοι και σε καραντίνα μην τυχόν κολλήσουν της ασθένειες που κουβαλάνε στα Ελληνόπουλα του έξω κόσμου….
Πίσω από τα σίδερα της φυλακής, μέσα στις λάσπες της ντροπής, πεινασμένοι, άρρωστοι, ξεχασμένοι, έλεγαν
ΕΙΜΕΣ ΣΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑΝ’ΕΜΟΥΝ .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου