Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Από την Ειρεσιώνη στο Χριστουγεννιάτικο Δένδρο



Ο στολισμός του δένδρου είναι αρχαίο ελληνικό έθιμο της διονυσιακής λατρείας. Όλοι οι παλαιοί πολιτισμοί λάτρευαν το δένδρο και το είχαν συνδέσει με κάποια θεότητα του πανθέου τους.
Ως σύμβολο, εκφράζει το σύνολο της φυσικής εκδηλώσεως, τη σύνθεση Ουρανού, Γης και Νερού, τον συνδετικό κρίκο των τριών αυτών κόσμων:
Ριζωμένο στη γη, πίνει τα υπόγεια ύδατα και οι κλώνοι του αγγίζουν τον ουρανό, ενώ παράλληλα, οι δακτύλιοί του μετρούν τον χρόνο. Το αειθαλές δένδρο συμβολίζει την αθανασία, το φυλλοβόλο την ανανέωση και την αναγέννηση. Και το δένδρο που προσφέρει ζωοδότριες τροφές είναι ιερό, όπως η ελιά, το αμπέλι, η αμυγδαλιά, η βελανιδιά κλπ. Ιερά δένδρα υπήρχαν πολλά και παντού στην Ελλάδα. Ας θυμηθούμε την ιερή φηγό της Δωδώνης, τη δάφνη του Απόλλωνος στους Δελφούς, την αγριελιά του Ηρακλέους στην Ηλεία – που από το κλαδί της έφτιαξε το ρόπαλό του, τα μήλα των Εσπερίδων – που πρόσφεραν αιώνια νεότητα και άλλα. Ο Πλάτων περιγράφει τον άνθρωπο σαν δένδρο με ρίζες στον ουρανό και τα κλαδιά απλωμένα στη γη.

Η χριστιανική παράδοση τοποθετεί στο μέσο του παραδείσου το Δένδρο της Ζωής και το Δένδρο της Γνώσης του καλού και του κακού, από το οποίο προκύπτουν όλα τα θαυματουργά φυτά που ανασταίνουν νεκρούς και φυσικά θεραπεύουν αρρώστους και ξαναδίνουν την χαμένη νιότη. Ένας δράκος ή ένα φίδι φύλαγε συνήθως αυτό το δένδρο.  Όταν ο Αδάμ έγινε 932 χρόνων προσβλήθηκε από μια θανατηφόρο νόσο. Έστειλε τότε τον γιο του, Σηθ, στον αρχάγγελο, φύλακα της πύλης του παραδείσου, να ζητήσει ευσπλαχνία. Ο Σηθ ακολούθησε τα ίχνη των βημάτων των γονιών του Αδάμ και Εύας, και φτάνοντας ενώπιον του παραδείσου, ανακοινώνει στον φύλακα άγγελο την επιθυμία του πατέρα του. Τότε ο άγγελος του δείχνει ένα δένδρο, με ρίζες στην κόλαση, που υψώνεται έως τον ουρανό και στην κορυφή του έχει ένα μωρό, τον λυτρωτή του κόσμου
Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλίον) είναι κλάδος αγριελιάς (κότινος) στολισμένος με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λπ.,). Η ειρεσιώνη είναι πιθανόν να πήρε το όνομά της από το μαλλί "είρος", που έπαιρναν από το ιερό ζώο. Ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του λήξαντος έτους και παράκληση συνεχίσεως της γονιμότητας και ευφορίας και κατά το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).
Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν ,περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας τις καλένδες (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνος.
Eιρεσιώνη σύκα φέρειν και πίονας άρτους 
και μέλι εν κοτύλη και έλαιον αναψήσασθαι 
και κύλικ' εύζωρον, ως αν μεθύουσι καθεύδη.
(Στην Ειρεσιώνη φέρνε σύκα και ψωμιά αφράτα
και μέλι στην κούπα και μύρο ν’ αλειφτή
και κρασί στο ποτήρι δυνατό, για να κοιμάται μεθυσμένη)

Το τραγούδι διασώζουν ο Πλούταρχος και η Σούμμα, είναι δε δημοτικό των Αθηνών της κλασσικής ή αλεξανδρινής εποχής, πιθανόν όχι ολόκληρο.

Άλλο τραγούδι ειρεσιώνης είναι το κάτωθι:
Δμα προσετραπόμεσθ΄ νδρς μέγα δυναμένοιο, 
 ς μέγα μν δύναται, μέγα δ βρέμει, λβιος αεί. 
Ατα νακλίνεσθε θύραι. πλοτος γρ σεισι πολλός, 
σν πλούτ δ κα εφροσύνη τεθαλυα,  
ερήνη τ γαθή. σα δ γγεα, μεστ μν εη, κυρβέη δ αε κατ καρδόπου ρποι μζα, 
το παιδς δ γυν κατ διφράδα βήσεται μμιν,  
μίονοι δ ξουσι κραταίποδες ς τόδε δμα, ατ δ στν φαίνοι π΄ λέκτρ βεβαυα. νεμαί τοι νεμαι νιαύσιος στε χελιδν στηκ ν προθύροις
 ε μέν τι δώσεις. ε δ μή, οχ στήξομεν˙ ο γρ συνοικήσοντες νθάδ λθομεν.
( Μπαίνουμε μς στ ρχοντικ μεγάλου νοικοκύρη, ντρειωμένου κα βροντόφωνου κα πάντα ετυχισμένου. νοίξτε, πόρτες, μόνες σας, πλοτος πολς ν μπ μέσα, κα μ τν πλοτο συντροφι χαρ μεγάλη κι ετυχία κι λόγλυκη ερήνη. τ γγειά του λα γεμάτα νναι κα τ ψωμ στ σκάφη ν φουσκών πάντα κα ν ξεχειλίζ. γι ατ δ τ παλληκάρι σας νύφη νρθ θρονιασμένη σ θρονί, μίονοι σκληροπόδαροι στ σπιτικ ατ ν σς τν κουβαλήσουν, κα ν φαίν παν σ ργαλει μ χρυσάργυρες πατθρες. σορχομαι σο ξανάρχομαι σ χελιδόνι κάθε χρόνο κα στν αλόθυρά σου στέκομαι ν εναι ν μς δώσς τίποτα, καλ κα καμωμένα, ε δ μή, δν θ στεκόμαστε δ γι πάντα. γιατ δ δν ρθαμε γι ν συγκατοικήσουμε μαζί σου.)
Το τραγούδι διασώζουν ο συντάκτης του ψευδηροδοτείου Βίου του Ομήρου και η Σούμμα. Στην εισαγωγή για την ειρεσιώνη αυτή, λέει ότι την τραγουδούσε ο τυφλός και φτωχός Όμηρος στη Σάμο από αρχοντικό σε αρχοντικό, οδηγούμενος από τα παιδιά που τραγουδούσαν κι’ αυτά μαζί του. Επίσης ο στίχος με την απροσδόκητη και σαφώς αταίριαστη αναφορά της χελιδόνος είναι προφανώς προσθήκη ή διασκευή νεώτερη του 432 π.Χ. όταν η πρωτοχρονιά μετατέθηκε από την φθινοπωρινή στην εαρινή ισημερία. Η προσθήκη αυτή έχει και προέκταση με ονομαστική αναφορά του Απόλλωνος και συνεπώς εισδοχή θρησκευτικού στοιχείου που χαρακτηρίζει την όψιμη εποχή και έχει ως εξής:
νεμαί τοι νεμαι νιαύσιος στε χελιδν στηκ ν προθύροις ψιλ πόδας. λλ φέρ αψα πέρσαι τ πόλλωνος γυιάτιδο.
      Έθιμο στολισμένου δένδρου, βρίσκουμε και στην πολύ παλαιότερη λατρεία της Κυβέλης. Στην Ελληνική μυθολογία του P.DECHARME διαβάζουμε τα εξής: την λατρεία της μεγάλης θεάς, βρίσκουμε διαδεδομένη στην Μαγνησία, Σμύρνη, Μίλητο, Έφεσσο, κ.α. Στην Πεσσινούντα, κέντρο της λατρείας, διηγούνταν μύθο που διέσωσαν ο Παυσανίας και ο Αρνόβιος. Κατά τον μύθο ο Άττις νέος σπάνιας ωραιότητας, αγαπήθηκε υπό της Κυβέλης. Αυτή σε στιγμή ζηλοτυπίας, ανάγκασε τον νεανία ν' αφαιρέση την ανδρότητά του. Μετά από λίγο μεταμεληθείσα για το κακό που του προξένησε, τον μεταμόρφωσε σε πεύκο. Οι εορτές προς τιμή του, θύμιζαν το ατυχές τέλος του, καθώς και την ανάστασή του. Έκοβαν λοιπόν νεαρή πεύκη, την στόλιζαν με ία και μάλλινες ταινίες, και εν πομπή την τοποθετούσαν στο ιερό της Μεγάλης Θεάς. Μετά πήγαιναν σε παρακείμενο όρος, όπου με θρήνους και θορυβώδη μουσική τον καλούσαν με θλιβερές και ταραγμένες φωνές. Κάποια στιγμή ο θεός εγείρονταν από τον ύπνο του, και ακολουθούσαν χαρμόσυνες εκδηλώσεις χαράς.
Πολλοί έριζαν περί της αρχής της ειρεσιώνης. Σύμφωνα με κάποιους, πρώτα κατασκευάστηκε από τον Θησέα, ο οποίος παίρνοντας κλαδί από την ιερή ελιά και αφού το έφτιαξε κατάλληλα, το ανέθεσε στον Απόλλωνα ως ικετήριο και έπειτα απέπλευσε για την Κρήτη. Από τότε και έπειτα επικράτησε η εν λόγω συνήθεια. Ο Πλούταρχος γράφει σχετικά "Γενομένου του κλήρου παραλαβών τούς λαχόντας ο Θησεύς εκ του πρυτανείου και παρελθών εις Δελφίνιον, έθηκεν υπέρ αυτών τωι Απόλλωνι την ικετηρίαν. Ην δε κλάδος από της ιεράς ελαίας ερίωι λευκώι κατεστεμμένος".
Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του κλάδου της ελιάς γι αυτή την τελετουργία. Η ελιά δίνει την εικόνα της αιώνιας θαλερότητας, της βλάστησης που δεν επηρεάζεται από την αλλαγή των εποχών, είναι η προσδοκία του αέναου και του αειθαλούς. Ο κλάδος της ελιάς ήταν εκείνος που μετέφερε τη γονιμοποιό δύναμη της γης αλλά και την ελπίδα της βλάστησης που ανακυκλώνεται και προκαλεί τη γονιμότητα, σύμφωνα με τις δοξασίες περί θνήσκοντος και αναγεννώμενου Νεαρού Θεού της προϊστορικής θρησκείας και δη της θρησκείας της μινωικής Κρήτης.
Σύμφωνα με άλλους, πλέοντας ο Θησέας προς την Κρήτη, παρασύρθηκε από τον αέρα στη Δήλο, εκεί, ορκίστηκε στον Απόλλωνα να τον στέψει με κλαδί ελιάς, εάν επέστρεφε από την Κρήτη, αφού προηγουμένως θα είχε φονεύσει τον Μινώταυρο. 
Άλλη εκδοχή είναι ότι το έθιμο γίνονταν σε ανάμνηση των Ηρακλειδών, τους οποίους έτρεφαν οι Αθηναίοι, με τον τρόπο που αναφέρει το άσμα ειρεσιώνη. 
Υπάρχει όμως και τέταρτη εκδοχή, κατά την οποία συνέβη κάποτε παγκόσμιος λιμός και έσπευσαν απ' όλα τα μέρη της Γής προς τα μαντεία για να ρωτήσουν περί της απαλλαγής από το λιμό. Τότε ο Απόλλων είπε προς όλους ομόφωνα, ότι, αν οι Αθηναίοι δεν προσεύχονταν και δεν πρόσφεραν θυσία στη Δήμητρα, την ημέρα των Προηροσίων (προ της αρόσεως), στο όνομα όλων των λαών, δεν θα έπαυε ο λιμός. Αμέσως, όλοι οι λαοί της Γής, έστειλαν πρέσβεις στους Αθηναίους, οι δε Σκύθες απέστειλαν τον ιερέα του Απόλλωνα, Άβαρι. Τότε πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα αυτή η ικετηρία και από τότε όλα τα έθνη έστελναν απαρχές των καρπών προς τους Αθηναίους.
Γιορτάζοντας τα Πυανέψια ή τα Διονύσια, το μήνα Ποσειδαίωνα (15 Δεκεμβρίου-15 Ιανουαρίου) κρεμούσαν την ειρεσιώνη στο ιερό του Απόλλωνα και στις εξώπορτες των σπιτιών για ένα χρόνο, ενώ στη συνέχεια την έκαιγαν στην τελεστική φωτιά
Επίσης κρατούσαν τους θύρσους , (ραβδιά ξύλινα ή καλάμια, τυλιγμένα με φύλλα κισσού ή αμπελιού και "κορφή" ένα κουκουνάρι πεύκου) και ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν τον ερχομό του Διόνυσου.
Εκτός από τα κλαδιά της ελιάς, περιέφεραν επίσης και κλαδιά Δάφνης προς τιμήν του Απόλλωνος στα Θαργήλια, εορτή που ετελείτο την Άνοιξη (27 Απριλίου – 26 Μαΐου), όπου πάλι έκαιγαν την παλιά Ειρεσιώνη και κρεμούσαν την νέα έξω από τις πόρτες τους. Το έθιμο έχει το σύγχρονο αντίστοιχο της ανάρτησης κλαδιών και στεφάνων από άνθη πάνω από τις πόρτες, τα παράθυρα ή τους εξώστες των οικιών κατά την πρώτη κάθε Μαΐου. (στεφάνια της Πρωτομαγιάς που τα καίμε στις φωτιές του Αϊ Γιάννη).
Η ειρεσιώνη είναι προσφορά ανάλογη με τη δέσμη από στάχυα, την οποία οι Ρωμαίοι αναρτούσαν στις πόρτες του ναού της Ceres, (η οποία ταυτίζεται με τη Θεά Δήμητρα) και των οικιών τους.
Η Ειρεσιώνη παρουσιάζεται στα έργα του Αριστοφάνη. Στον Πλούτο περιγράφει κάποιο περιστατικό με έναν νέο που προσβάλλει μία γριά γυναίκα και φέρνει το δαυλό του στο ταλαιπωρημένο της πρόσωπο, εκείνη φωνάζει: "Λυπήσου με, μη φέρνεις το δαυλό σου τόσο κοντά μου" και ο Χρέμυλος λέει: "Ναι, δίκιο έχει γιατί αν αρπάξει μια σπίθα θα καεί σαν παλιά ειρεσιώνη". Στους Ιππής, ο Δήμος κατηγορεί κάποιους που φωνάζουν έξω από το σπίτι του ότι του κατέστρεψαν την Ειρεσιώνη, ενώ στις Εκκλησιάζουσες, συγκρίνει μια ηλικιωμένη γυναίκα, με ένα τέτοιο μαραμένο κλαδί.
Κατά τα Παναθήναια, το κλαδί κόβονταν από ιερή ελιά που βρισκόταν στην Ακαδήμεια. Τα ελαιόδενδρα καλούνταν "μόριαι ελαίαι", διότι θεωρούνταν πως πολλαπλασιάστηκαν από καταβολάδες που αποσπάστηκαν από την πρωταρχική ελιά της Ακρόπολης. Από αυτά τα ελαιόδενδρα λαμβάνει ο Ζευς το προσωνύμιο Μόριος, ως προστάτης και φύλακας των ιερών αυτών ελαιοδένδρων. Μετά την κατασκευή της ειρεσιώνης γίνονταν περιφορά με πομπή και άσματα στην Ακρόπολη, προς τιμήν της Πολιάδας Αθηνάς.
Ο συγγραφέας του Βίου του Ομήρου, διηγείται ότι ο ποιητής, περνώντας τον χειμώνα στη Σάμο, εμφανίζονταν κατά την πρώτη μέρα κάθε μήνα μπροστά στις οικίες των πλουσίων και πετύχαινε φιλοδωρήματα απαγγέλοντας μικρό ποίημα που ονομάζονταν ειρεσιώνη.
Αυτό το "επαιτικόν άσμα" διασώθηκε και φέρει τον αριθμό 15 στη συλλογή των ομηρικών επιγραμμάτων Ο βιογράφος προσθέτει ότι τα παιδιά της Σάμου εξακολουθούσαν για μακρύ χρονικό διάστημα να το τραγουδούν κατά τις γιορτές του Απόλλωνα.
Στην εποχή μας, συχνά οι καλαντιστές κρατάνε μικρά καράβια, ενώ στη Μακεδονία και στη Θράκη, "παίδες αμφιθαλείς" ("μανοκυρουδάτοι") κρατούν στολισμένα ραβδιά τις σούρβες και αγγίζουν μ' αυτές τους αρρώστους και τα ζώα γιατί πιστεύουν πως έχουν μαγικές ιδιότητες.
Είναι πιθανόν ότι το όνομα ειρεσιώνη, δόθηκε αρχικά σε θρησκευτικό άσμα, το οποίο επικαλείται την θεία εύνοια και στη συνέχεια εφαρμόστηκε σε όλα τα είδη των ασμάτων, τα οποία απέβλεπαν να πετύχουν χάρισμα ή εύνοια. ίσως το ρήμα είρω (ζητώ) δεν είναι χωρίς επίδραση για την αλλαγή της σημασίας. Από αυτό προέκυψε ότι το ποίημα ειρεσιώνη ποίησε ο Όμηρος και ότι αργότερα η ειρεσιώνη κατάντησε το γενικό άσμα των ασμάτων που τραγουδιόταν από τους επαίτες.
Πρόγονος λοιπόν του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η Ειρεσιώνη , όπου μέσω αυτής μεταδόθηκε το έθιμο του στολισμένου δέντρου στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές, οι οποίοι ελλείψει ελαιοδένδρων, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που εφύοντο στον κάθε τόπο.
Στη Β. Ευρώπη οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν το δέντρο στις τελετές τους ως σύμβολο αναγέννησης που σηματοδοτούσε το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης και της αναγέννησης της μητέρας Φύσης. Στην αρχαία Αγγλία, όπως και στην Γαλλία, οι γνωστοί μας Δρυίδες στόλιζαν με φρούτα και κεριά βελανιδιές προς τιμήν των Θεών τους.
Το έθιμο της Ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό από το θεοκρατικό καθεστώς του Βυζαντίου και απαγορεύτηκε η τέλεσίς του.
Ο πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Ελλάδα είναι το παραδοσιακό Χριστόξυλο. Αυτό το συναντάμε κυρίως στα χωριά της Βορείου Ελλάδος. Κάθε Χριστούγεννα ο πατέρας ή ο παππούς κάθε οικογένειας ψάχνει στα δάση ή στα χωράφια ένα μεγάλο γερό κούτσουρο από πεύκο ή ελιά κυρίως όπου θα μπει στο τζάκι και θα καίει όλο το 12ήμερο των γιορτών από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα.
Το Χριστόξυλο σύμφωνα με τις αντιλήψεις καθαρίζει την παλιά καπνιά του τζακιού και φέρνει την καλοτυχία. Κύρια όμως ευεργεσία που παρέχει στο σπίτι είναι η προστασία του νοικοκυριού από τα παγανά ή καλικάντζαρους που μπαίνουν στο σπίτι από τις καμινάδες και κλέβουν ή κάνουν ζημιές στο νοικοκυριό. Καίγοντας το Χριστόξυλο η παράδοση λέει ότι ζεσταίνεται ο Χριστός στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ. Οι νοικοκυραίοι είναι υποχρεωμένοι να κρατάνε την φωτιά ως τα φώτα όπου και αποσύρονται τα παγανά κάτω από τη γη και σταματάνε οι επιδρομές στα σπίτια.
Το δένδρο των Χριστουγέννων απoτελεί σήμερα ένα διεθνές χριστουγεννιάτικο έθιμο. Ως Χριστουγεννιάτικο σύμβολο - έθιμο φέρεται από τον 8ο αιώνα, όταν ο Άγιος Βονιφάτιος θέλησε περί το 750 να εξαλείψει την μέχρι τότε αποδιδόμενη ιερότητα των "ειδωλολατρών" στην βελανιδιά, αντικαθιστώντας την με το έλατο, δηλαδή το δένδρο των Χριστουγέννων. Ο Άγιος παρευρίσκονταν σε μια τελετή παγανιστών, οι οποίοι σύμφωνα με την παράδοση, επρόκειτο να θυσιάσουν ένα παιδί κάτω από μια βαλανιδιά. Ο ιερομόναχος θέλοντας να σώσει το παιδί και να σταματήσει την τελετή, έδωσε μια γροθιά στη βελανιδιά. Αμέσως ξεπήδησαν φλόγες και τύλιξαν το δέντρο. Το δέντρο αυτό ήταν το δέντρο της ζωής και αναπαριστούσε τη ζωή του Χριστού.
Ο στολισμός του δένδρου είναι καθαρά συμβολικός της ευτυχίας των ανθρώπων και της φύσεως με τη Γέννηση του Θεανθρώπου. Σύμφωνα με ερευνητές του αντικειμένου, το πρώτο στολισμένο δένδρο εμφανίστηκε στη Γερμανία το 1539 και τα πρώτα στολίδια ήταν συσκευασμένα φαγητά ή είδη ρουχισμού ή άλλα χρήσιμα είδη, που στο πέρασμα των χρόνων και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εξελίχθηκαν μόνο σε διακοσμητικά αντικείμενα. Το 1650 υπάρχει μια αναφορά για Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στήθηκε στο Στρασβούργο και ήταν στολισμένο με τριαντάφυλλα από χρωματιστά χαρτάκια, γλυκίσματα και ζαχαρένια ανθρωπάκια.
O καθηγητής την Χριστιανικής Αρχαιολογίας Κώστας Καλογύρης υποστήριξε ότι το έθιμο του δέντρου δεν έχει γερμανική προέλευση αλλά ανατολίτικη. Την άποψη του στηρίζει σε ένα συριακό κείμενο που υπάρχει σε χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν ναό που έχτισε το 1512 ο Αναστάσιος ο Α΄ στα βόρεια στις Συρίας και στον οποίο υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα.
Κατά την παράδοση ο πρώτος που στόλισε δέντρο ήταν ο Μαρτίνος Λούθηρος. Η εικόνα ενός πράσινου δέντρου την παραμονή των Χριστουγέννων, με τα αστέρια να λάμπουν στον ουρανό από πάνω του, λέγεται ότι του έκανε μεγάλη εντύπωση κι έτσι τοποθέτησε ένα παρόμοιο δέντρο, διακοσμημένο με αναμμένα κεριά, μέσα στο σπίτι του.
Στην Ελλάδα το έθιμο αυτό του έλατου ως χριστουγεννιάτικη διακόσμηση ήρθε με τον Βαυαρό Βασιλιά Όθωνα το 1833, που σημαίνει ότι είχε ήδη καθιερωθεί ως έθιμο στους βασιλικούς οίκους της Βόρειας Ευρώπης. Αρχικά στολίστηκε στα ανάκτορα του Ναυπλίου και εν συνεχεία στην Αθήνα, όπου οι κάτοικοι έκαναν ουρές για να το θαυμάσουν. Το 1834 ο φιλικός Ι. Παπαρρηγόπουλος, που είχε ζήσει καιρό στη Μόσχα, στόλισε δένδρο στο αρχοντικό του στην Πλάκα. Οι καλεσμένοι του έστεκαν έκπληκτοι μπροστά στο νέο θέαμα των Χριστουγέννων, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο οποίος μόλις το αντίκρυσε είπε στον νοικοκύρη: «Ωραίο είναι, κυρ-Γιάννη! Χρόνια πολλά και του χρόνου να είσαι καλά! Αλλά άκου τι θα σου πω: Εγώ τα δένδρα μου δεν τα αφήνω να φυτρώσουν μέσα στην κάμαρα. Μόνο τα άρματα φυτρώνουν εκεί!»
Το 1882, το πρώτο ηλεκτρικά φωτισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του κόσμου, στολίσθηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης, στην κατοικία του Έντουαρτ Τζόνσον, ενός συναδέλφου του εφευρέτη Τόμας Έντισον.
Στην Αγγλία ο Ντίκενς θα αποδώσει στην γιορτή μέσω των μυθιστορημάτων του την παλιά της μεγαλοπρέπεια. Σε όλα τα χριστουγεννιάτικα μυθιστορήματα του, το χριστουγεννιάτικο δέντρο έχει περίοπτη θέση.
Χωρίς αμφιβολία λοιπόν, μιλάμε για το κοσμικό δένδρο, που συμβολίζει τη Γέννηση και την Αναγέννηση, που μας φέρνουν πιο κοντά στον σεβασμό της ζωής και που κάθε φωτάκι συμβολίζει και μια ψυχή, γι’ αυτό και συνήθως έχει το σχήμα κεριού. Τα φωτάκια που αναβοσβήνουν μιλούν στο υποσυνείδητό μας για ένα άλλο φως που υπάρχει. Τα δε όμορφα δώρα στα κλαδιά του, συμβολίζουν τα δώρα και το κάλλος του σύμπαντος. Σήμερα τα σπιτικά μας στολίζονται με φρέσκιες πρασινάδες, μυρτιές, κουμαριές και σκίνα. Ακόμα πορτοκάλια δεμένα σε κορδέλες, πανέρια με φρέσκους καρπούς, μήλα, καρύδια και κάστανα κάνουν την εμφάνισή τους στα χριστουγεννιάτικα τραπέζια.
Τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα δένδρα στον κόσμο είναι αυτά που στολίζονται στο Μπάκιγχαμ Πάλας στο Λονδίνο και στον Λευκό Οίκο στις ΗΠΑ. Σημειώνεται ότι σήμερα για λόγους εμπορίου τέτοια δένδρα, κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων στολίζονται και σε χώρες μη χριστιανικές.

Το ακριβότερο χριστουγεννιάτικο δένδρο σήμερα (2010) στον κόσμο είναι αυτό που φέρεται στο ξενοδοχείο Εμιρέϊτς Παλλάς στο Άμπου Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, όπου όλα τα στολίδια του είναι πραγματικά πανάκριβα κοσμήματα με πολύτιμες πέτρες που διατίθενται προς πώληση, η συνολική αξία των οποίων φθάνει τα 11 εκατομμύρια δολάρια.
Σήμερα, περισσότερα από 72 εκατομμύρια δέντρα στολίζονται κάθε Χριστούγεννα, και από αυτά, 35 εκατομμύρια είναι αληθινά δέντρα ενώ 37 εκατομμύρια είναι ψεύτικα.

Πηγές :
Λεξικό LIDDEL & SCOTT,
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΈΘΝΟΥΣ – Εκδοτική Αθηνών
Φινέα Γιορτές Αρχαίων Ελλήνων,
περιοδικό ΙΧΩΡ,
ΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ - Γ. Λεκάκης, εκδ.Γεωργιάδης, Αθήνα 2001)
ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ-Πώς η Ελληνική γονιμοποίησε τον παγκόσμιο Λόγο - Άννα Τζιροπούλου - Ευσταθίου
Ελληνική μυθολογία του P.DECHARME

Σημειώσεις:
Κότινος = αγριελαία – κοτινάς είναι ο καρπός του κοτίνου.
Κότινος ή Ειρεσιώνη - Κλάδος ελαίας στολισμένος με τούφες λευκού ερίου (μαλλιού) που έδιναν ακριβώς την εντύπωση του "βάμβακος". "Είρια από ξύλου", "δενδρόμαλλον"
Cotton ή coton διεθνώς σημαίνει το βαμβάκι, βαμβακερόν κ.λ.π
Στην Γερμανική είναι Baum-Wolle .Δηλαδή "έριον δένδρου". Ο συνειρμός είναι εκ του Κοτίνου : "είρια από ξύλου".
"Δώμα προσετραπόμεσθ' ανδρός μέγα δυναμένοιο, ός μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί... αυταί ανακλίνεσθαι θύραι...πλούτος γαρ έσεισι πολλός, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ' αγαθή"  (ΟΜΗΡΟΥ ΒΙΟΙ ,εκδ. OXFORD,V5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου