Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Οι Σανταίες στην Ελλάδα...


Οι Σανταίοι, όπως οι περισσότεροι πρόσφυγες, αποβιβάστηκαν στο Καραμπουρνού, την σημερινή Καλαμαριά. Τρομοκρατήθηκαν από τη νέα τους πατρίδα. Ούτε ένα δένδρο, ούτε πράσινο, ούτε νερά! Ένας βαλτότοπος γεμάτος κουνούπια και ελονοσία.
Η Θεσσαλονίκη καμένη από την πυρκαγιά του 1917, φάνταζε σαν ερειπωμένη.
Αθελά τους έκαναν την σύγκριση: Πού είναι τα καταπράσινα βουνά της Σάντας, τα έλατα, τα χορτολίβαδα οι νεροπηγές με τα κρυστάλλινα νερά;
Ύστερα άρχισαν οι αρρώστιες, οι θάνατοι. Πέθαιναν ομαδι­κά, τους έθαβαν ομαδικά.
Έμειναν έναν χρόνο στις σκηνές και σε θαλάμους και μετά άρχισαν να ψάχνουν με αγωνία, να βρουν χωριά. Ήθελαν να φύ­γουν για να γλυτώσουν από αυτήν την κόλαση, από τις αρρώστιες, από τους θανάτους.
Η Μακεδονία αγκάλιασε προστατευτικά τους περισσότερους Σανταίους: Νέα Σάντα Κιλκίς, Μικρή Σάντα, Καστανιά και Βεργί­να Ημαθίας, Τριανταφυλλιά Σερρών, Δασωτό, Κύργια, Οχυρό και Χρυσοκέφαλος Δράμας.
Η Νεα Σαντα

Λίγοι πήγαν και στη Θράκη: Αετοχώρι και Πεύκα Έβρου, Νέα Σάντα Ροδόπης και ακόμη πιο λίγοι στην Αθήνα.
Όπου κι αν πήγαν όπου κι αν κούρνιασαν, σε πόλη ή σε χωριό, διακρίθηκαν στα γράμματα, στο εμπόριο, στις τέχνες, στην γεωργία.
Οι γυναίκες, μπροστάρισσες και εδώ. Στα χωράφια, στα μερο­κάματα, πότε δίπλα στους άνδρες και άλλοτε χωρίς άνδρες, γιατί πολλές έμειναν χήρες.
Αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση, με την ψυχή στα δόντια. Οι α­νάγκες της ζωής πολλές και ο επιούσιος δεν εξασφαλιζόταν εύκολα. Ανασκουμπώθηκαν σε έναν αδιάκοπο και σκληρό αγώνα.
Δόθηκαν ολόψυχα στη δουλειά, σκάψανε τη γη, κάνανε μπαχτσεδάκια, φύτεψαν δένδρα και η γη δεν στάθηκε αχάριστη! Την πότισαν με ιδρώτα και δάκρυα.
Πήρανε κοτούλες, αγελάδες και από το τίποτε δημιούργησαν έ­να καινούργιο νοικοκυριό.
Αστραφταν από καθαριότητα τα πλινθόχτιστα κυβερνητικά σπιτάκια τους μέσα κι έξω και με τον καιρό μεταμορφώθηκαν τα χωριά σε όμορφες και ήρεμες εστίες, όπου ζούσαν άνθρωποι πονεμέ­νοι, φτωχοί, αλλά εργατικοί και υπερήφανοι.
Οι γυναίκες στόλισαν τα σπίτια τους με κάποια παλιά μεγεθυμένη φωτογραφία που φέρανε από την πατρίδα ή κάποιο κορνιζωμένο κέντημα που το έφτιαχναν σχεδόν όλες οι μαθήτριες στο δημο­τικό σχολείο, όπως το "Θεία τω οίκω τούτω ευλογία", ή το "αλφάβητο" και άλλα.
Δεν ξέχασαν ποτέ την αγάπη τους για τα γράμματα. Αγωνίστη­καν, πάσχισαν στερήθηκαν, όμως έστειλαν τα παιδιά τους στο σχο­λείο. Πουλώντας αυγά, κοτόπουλα ή βούτυρο, κατάφερναν να τα βολεύουν, να μαζεύουν τα χρήματα για τις σπουδές των παιδιών τους.
Έβγαλαν δασκάλους, γιατρούς, καθηγητές, δικηγόρους. Άλλοι έγιναν έμποροι, άλλοι πετυχημένοι επιχειρηματίες. Όσοι έμειναν στα χωριά, έγιναν οι πιο προοδευτικοί και εργατικοί γεωργοί.
Οι Σανταίες μάνες έδωσαν στα παιδιά τους ό,τι καλό είχαν. Την εργατικότητα, την αγάπη στην θρησκεία, στην πατρίδα, στην οικο­γένεια, στην ελευθερία.
Έμαθαν στα παιδιά τους την γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας τους, τους χορούς και τα τραγούδια τους.
Έτσι δημιουργήθηκε μια νέα γενιά, ελεύθερη, δραστήρια και δημιουργική με πολίτες καταξιωμένους στην ελλαδική κοινωνία.
Η δεύτερη γενιά των Ποντίων, εμποτισμένη από τα ιδανικά και τις αρχές των γονιών τους, έγιναν άξιοι συνεχιστές της παράδοσης. Το μαρτυρούν τα τόσα σωματεία μας, οι εορταστικές εκδηλώσεις, τα παραδοσιακά μας πανηγύρια.
Πρώτοι οι Σανταίοι έκτισαν ξενώνα στην Παναγία Σουμελά, πάνω στα υψώματα της Καστανιάς. Έστησαν μνημείο γι' αυτούς που χάθηκαν στα σκληρά χρόνια του ξεριζωμού.
Κάθε χρόνο, πάνω στο Μοναστήρι της Παναγίας, κάνουν το ε­τήσιο μνημόσυνο για τους αδικοχαμένους Σανταίους. Εκεί μαζεύο­νται απ' όλη την Ελλάδα και λεν' και κλαίν' και χαίρονται! Οι Σανταίοι ξέρουν πως όποιος τιμάει τους νεκρούς του, τιμάει πρώτα τον εαυτό του.
Όμως, όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία. Η Σανταία γυναίκα, η Σανταία μάνα, διαμόρφωσε αυτή την δημιουργική γενιά, αυτούς τους άξιους ανθρώπους. Η μάνα είναι αυτή που δίνει το ήθος και δια­μορφώνει τους χαρακτήρες.
Οι γυναίκες αυτές, της πρώτης γενιάς, οι πονεμένες, οι ταλαι­πωρημένες, οι ευλογημένες, έφυγαν όλες. Έφυγαν με το μοιρολόι στα χείλη, με τον πικρό καημό της προσφυγιάς, με τον πόνο και την νοσταλγία για την γενέτειρα γη.
Τις θυμάμαι στα νυχτέρια, καθώς έπλεκαν ή έγνεθαν το μαλλί, να μιλούν για τις ομορφιές της πατρίδας, για τις χαρές, για τα πα­νηγύρια και τους χορούς. Και μετά απότομα σκοτείνιαζε το βλέμ­μα, σκυθρώπιαζε το πρόσωπο και... σώπαιναν! Κι όταν ξανάρχιζαν την κουβέντα μιλούσαν για τα βάσανα, για τις στερήσεις, για τις κακουχίες που πέρασαν στην προσφυγιά. "Έρθαμε έχάθαμε άδακέσ'", έλεγαν με πίκρα.
Εγώ δεν έζησα την προσφυγιά, όμως σαν παιδί προσφύγων έ­νοιωσα την στυφή γεύση από τις συνέπειές της. Την φτώχεια από την ανεργία του πατέρα, τα κρυφομοιρολογήματα της μάνας μου, την μελαγχολική ατμόσφαιρα του σπιτιού. Και αργότερα τις αρ­ρώστιες και τους θανάτους!
Σήμερα οι νέοι μας ζουν ευτυχισμένοι σε πόλεις και χωριά, ό­μως δεν ξεχνούν ποτέ "τόν πάππον καί τήν γιάγιαν". Δεν ξεχνούν τους χορούς, τα τραγούδια, τα έθιμα, την γλώσσα και πάνω απ' όλα την ιστορία της ηρωικής και μαρτυρικής Σάντας ! Είναι περήφανοι για την καταγωγή τους και τιμούν τους προγόνους τους.
Μια γεύση για την προκοπή, την εργατικότητα, την ικανότητα και την αξιοσύνη των γυναικών της Σάντας, μπορεί να έχει κανείς, αν επισκεφθεί τη Σάντα Κιλκίς.
Έχουν Σύλλογο Γυναικών, λαμπρά οργανωμένο, που έχει να παρουσιάσει πολύ σημαντικό έργο. Ανήγειραν παραδοσιακή βρύ­ση, έτσι για να βρίσκει τρεχούμενο νερό όποιος περνάει απ' το χω­ριό. Έκαναν υπόστεγο στη στάση των λεωφορείων της συγκοινωνί­ας, για να προστατεύουν τους ταξιδιώτες από τη βροχή τον χειμώνα και από τον ήλιο το καλοκαίρι.
Και επειδή όπως είπαμε, οι Σανταίες έχουνε μέσα τους το αίσ­θημα της προσφοράς, δεν αφήνουν απροστάτευτη την τρίτη ηλικία! Οργανώνουν κάθε χρόνο χορό, "τον χορό της τρίτης ηλικίας'", για να δώσουν χαρά και υπόσχεση, ότι δεν τους ξεχνούν.
Η Νεα Σαντα

Σε κάθε γιορτή, σε κάθε εκδήλωση που οργανώνει η Κοινότητα, όλες μαζί, μαγειρεύουν και προσφέρουν τα πολύ νόστιμα Σανταίικα φαγητά. Όλοι έχουν να λένε για τις ποντιακές λιχουδιές: "κρομμυδοτήγανα, πατατοτήγανα, φούστρον, χαψοπούλλια, πιρεσκία, ωτία, χαλβάν και πολλά άλλα", όλα εκλεχτά, από τις πανάξιες γυ­ναίκες της Σάντας. Άξιες απόγονοι των γιαγιάδων τους!
Το ίδιο άξιες και πανάξιες οι γυναίκες και στα άλλα Σανταίικα χωριά, όπως διαπιστώσαμε με τις επισκέψεις του Συλλόγου μας, στα χωριά Μικρή Σάντα, Καστανιά, Αετοχώρι, Πεύκα, Οχυρό και άλλα.
Δεν θέλω να πικραίνονται οι Σανταίες των άλλων περιοχών. Εί­μαι σίγουρη ότι θα είναι ίδιες και καλύτερες! Είμαι σίγουρη πως, όπου και αν ζούνε, είναι δυναμικές, ικανές και άξιες! Απόδειξη ό­τι υπάρχουν πάρα πολλές επιστημόνισες, και φυσικά δεν είναι εύκολο να τις καταγράψω όλες.
Και τώρα ήλθε η ώρα ν' αποχαιρετίσω τις αγαπημένες μου Σα­νταίες, γιατί οι πληροφορίες μου τέλειωσαν και αυτό με κάνει να λυπάμαι πολύ.
Είναι αλήθεια πως ακόμη κι εγώ δεν κατάλαβα πώς και γιατί καταπιάστηκα να γράψω για τις γυναίκες της Σάντας του Πόντου.
Δεν είμαι συγγραφέας. Κίνητρο ήταν η αγάπη, ο πόνος και ο θαυμασμός μου για τις ευλογημένες εκείνες γυναίκες, τις πικραμέ­νες, τις ενάρετες, τις εργατικές, τις ποιήτριες, τις γενναίες πολεμίστριες.
Τη Σαντάς τ' οσπίτ
Τις γνώρισα, τις έζησα, τις θαύμασα, τις αγάπησα, αυτές βέ­βαια που ήρθαν εδώ στην ελλαδική γη. Και όταν βλέπει κανείς με τα μάτια της καρδιάς, τότε νοιώθει την ομορφιά και το μεγαλείο!
Έβλεπα στα κουρασμένα μάτια τους, την απόγνωση, τη θλίψη, τον πόνο, την νοσταλγία. Όμως ποτέ δεν λύγισαν, στάθηκαν όρθιες και πάλεψαν και νίκησαν.
Με τις διηγήσεις και τα πονεμένα τραγούδια τους ξαναζούσαν τα περασμένα. Κι εγώ, παιδί τότε, καθόμουν κάπου σε μια ακρίτσα και άκουα, άκουα, χωρίς να χορταίνω. Όλα αποθηκεύτηκαν στο μυαλό μου και ο χρόνος τα σεβάστηκε.
Όταν πέρασαν τα χρόνια, άρχισα να τα σκέφτομαι κι όλο έρ­χονταν και ξανάρχονταν στο μυαλό μου, σαν να ήθελαν να με κε­ντρίσουν!
Τα βιώματά μου, η γνώση μου για τον τρόπο ζωής τους, μέσα α­πό τις διηγήσεις τους, μου έφεραν ένα σφίξιμο, ένα τσίμπημα στην καρδιά.
Η συγκίνηση, η θλίψη και η αγάπη με παρακίνησαν. Ένοιωσα πως έπρεπε να καταγράψω ό,τι θυμάμαι, ό,τι μπορούσα να περισυλ­λέξω από τις γερόντισσες που ζούσαν και από αυτές που ζουν ακό­μη.
Σε όλα αυτά, τις ιστορικές και λαογραφικές πληροφορίες που ασυνείδητα κράτησαν και μου μετέδωσαν οι ηλικιωμένες μας, πρόσθεσα φυσικά και τις πληροφορίες που συνειδητά περισυνέλεξαν και κατέγραψαν οι ιστοριογράφοι της Σάντας Μιλτιάδης Νυμφόπουλος και Στάθης Αθανασιάδης.
Ακόμη, από τα έργα του Σανταίου συγγραφέα Σίμου Λιανίδη, γνώρισα τη Σανταία γυναίκα της προσφυγιάς, που τόσο καλλιτε­χνικά την αποδίδει με τα θεατρικά και πεζά του έργα.
Εγώ νοιώθω ότι έκανα το καθήκον μου προς τους προγόνους μου, προς τις γυναίκες της μακρινής πατρίδας, και τις γυναίκες της προσφυγιάς. Τις γυναίκες τις ταλαιπωρημένες, με τους χίλιους καημούς, που όμως σιωπηλά, περήφανα κι αθόρυβα ρίχτηκαν στην δουλειά, στον σκληρό αγώνα της ζωής και ρίζωσαν και αμπέλωσαν κι έβγαλαν "φύλλα και κλαδιά"!
Δεν ξέρω αν μπόρεσα, έστω να τις σκιαγραφήσω, αν πρόσθεσα ένα πετραδάκι που θα βοηθήσει να μελετηθεί κάποτε καλύτερα ο τρόπος της ζωής τους, η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της κοινω­νίας και της ιστορίας της Σάντας.
Ελπίζω ν' αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο στα χέρια αυτών που θα. ερευνήσουν και θα μελετήσουν τη ζωή και τον ρόλο της γυναίκας σ' ολόκληρο τον Πόντο.
Η εργασία μου αυτή ας είναι λίγο λάδι στο καντήλι της Μνή­μης! Ας είναι μια υπόσχεση, ένα κλάμα κι ένα τάμα, ότι με σεβα­σμό και αγάπη θα διαφυλαχθεί η κληρονομιά που μας άφησαν. Δεν ξεχνούμε και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ!
Γιατί ό,τι χωράει στον νου και στην καρδιά δεν χάνεται. Χάνε­ται μόνο όταν ξεχαστεί. Γι' αυτό έχουμε υποχρέωση να μιλήσουμε στα παιδιά μας, να γράψουμε ό,τι θυμόμαστε.
Όμως δεν πρέπει να καθυστερούμε. Ο χρόνος περνά σκληρός και αδυσώπητος και οι πηγές πληροφόρησης, διαρκώς θα λιγοστεύ­ουν, αφού οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς που μπορούν να βοηθή­σουν, έμειναν ελάχιστοι...
Εδώ αξίζει ν' αναφερθούμε στους στίχους ενός αξιέπαινου νέου Πόντιου ποιητή, του Κώστα Διαμαντίδη:
ούρανόν έλίβωσεν, τ' έλατοκλάδα κλαίγ'νε
οί παλαιοί τ' έμέτερον άπ' είνας-είνας φεύ'νε".
Ας μην χάνουμε λοιπόν καιρό. Εύχομαι να βρω μιμητές. Εγώ το μόνο που έχω να πω, για τις αγαπημένες και αξιοθαύμαστες εκείνες γυναίκες της Σάντας, είναι:
- Κι εγώ παιδί σας γνήσιο, στην καινούργια Πατρίδα, ρίζα από τη ρίζα σας, κλαδί απ' τον κορμό σας, αυτό, μονάχα θα σας πω, με πολλή περηφάνια: "Απ' τη δική σας τη γενιά, καυχιέμαι ότι κρατάω".

Πόπη Τσακμακίδου-Κωτίδου

"ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Αδελφών Κυριακίδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου