Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας Α΄

διαγωνισμός των Μουσών με τις κόρες του Πιέρου στον Ελικώνα
 Τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας είναι πλάσματα ανύπαρκτα, εξωπραγματικά, δημιουργημένα απολύτως από την αχαλίνωτη ανθρώπινη φαντασία. Είναι κατά κανόνα μιξογενή, δηλαδή συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία διαφόρων υπαρκτών πλασμάτων· ο Πήγασος ας πούμε είναι ένα άλογο με φτερά, ο γρύπας είναι ένα πλάσμα με σώμα λιονταριού που διαθέτει κεφάλι και φτερά αετού και ουρά φίδι .             
 Τα τέρατα κινούνται στη σφαίρα του εξωπραγματικού που όμως συναντιέται κάποτε με τον πραγματικό ή πιο σωστά με τον αληθοφανή κόσμο, στην οριακή περιοχή όπου δρουν οι μεγάλοι ήρωες και ζουν οι θεοί της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Εκεί, σ’αυτή τη φανταστική χώρα του ελληνικού μύθου, τα τέρατα ζουν τη δική τους ζωή. Γεννιούνται και πεθαίνουν με τρόπους ιδιαίτερους και με τον ίδιο ιδιαίτερο τρόπο περνάνε τη ζωή τους. Φαίνεται να ορίζουν τους κανόνες, να καταδυναστεύουν τους ανθρώπους, μα στην πραγματικότητα κυνηγάνε το δικό τους πεπρωμένο και κατά κανόνα καλούνται να υπερασπιστούν την ίδια τους την ύπαρξη όταν ένας αποφασιστικός ήρωας βρεθεί στο δρόμο τους.  
 Τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας είναι κατ’ουσίαν πλάσματα τραγικά. Το πεπρωμένο τους είναι να ενσαρκώνουν με ενθουσιασμό το πρόσωπο του φόβου και της απειλής, αλλά κατά κανόνα μοιάζουν απλώς να διεκδικούν το δικαίωμά τους στη ζωή.   Παρακολουθώντας τις πολύπλοκες διαδρομές των κύκλων του ελληνικού μύθου συναντάει κανείς ένα μεγάλο πλήθος τεράτων, που εμφανίζονται συνήθως σε δεύτερους ρόλους, αλλά κερδίζουν την παράσταση με την απόκοσμη παρουσία τους. Ας δούμε λοιπόν μερικά από αυτά...


Μινώταυρος 

Πριν ο Μίνωας γίνει βασιλιάς ζήτησε από το θεό Ποσειδώνα ένα σημάδι που να αποδεικνύει ότι αυτός, και όχι ο αδερφός του, έπρεπε να ανέβει στο θρόνο. Ο θεός έστειλε έναν όμορφο λευκό ταύρο και ζήτησε από το Μίνωα να θυσιάσει αυτόν τον ταύρο στον ίδιο. Ο Μίνωας όμως αντί για αυτόν θυσίασε έναν άλλο ταύρο, ελπίζοντας ότι ο θεός δε θα το προσέξει.
Ο Ποσειδώνας όμως κατάλαβε τι είχε γίνει, εξοργίστηκε, και έκανε τη γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη να ερωτευτεί τον ταύρο. Η γυναίκα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος της και ζήτησε βοήθεια από το μηχανικό Δαίδαλο. Αυτός κατασκεύασε ένα κενό ομοίωμα αγελάδας, η Πασιφάη μπήκε μέσα σε αυτό και ο ταύρος ξεγελάστηκε και ζευγάρωσε μαζί της. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Μινώταυρος. 


Ο Μινώταυρος πέρασε ολόκληρη τη ζωή του έγκλειστος στο Λαβύρινθο που του έκτισε ο Μίνωας και σχεδίασε ο Δαίδαλος. 
Στα Παναθήναια πήρε μέρος ο γιος του Μίνωα Ανδρόγεως  και απέσπασε κάποιες νίκες, για τις οποίες οι Αθηναίοι τον ζήλεψαν και τον σκότωσαν. Ο Μίνωας για να τιμωρήσει τους Αθηναίους κήρυξε πόλεμο στον οποίο νίκησε. Σαν ποινή των Αθηναίων όρισε κάθε εννέα χρόνια εφτά νέοι Αθηναίοι και εφτά νέες Αθηναίες να στέλνονται στην Κρήτη και να κατασπαράζονται από το Μινώταυρο, έως την ημέρα που ένας από τους επτά νέους ήταν ο γιος του βασιλέα των Αθηνών Αιγέα, ο Θησέας, ο οποίος και σκότωσε τον Μινώταυρο με τη βοήθεια της κόρης του Μίνωα Αριάδνης.
Υπάρχουν αρκετές θεωρίες που "εξηγούν" τον πιο πάνω μύθο.  Σύμφωνα με μία από αυτές, σχετίζεται με τους μύθους των Βάαλ και Μολώχ των Φοινίκων. Η θανάτωση του Μινώταυρου συμβολίζει την κατάργηση του βαρβαρικού έθιμου της ανθρωποθυσίας από τον περισσότερο προοδευμένο ελληνικό πολιτισμό. Μία άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι ο Μίνωας και ο Μινώταυρος δεν είναι παρά μορφές του ίδιου προσώπου, και αντιπροσωπεύουν τον θεό Ήλιο. Ακόμα υπάρχει η άποψη ότι ο μύθος της θανάτωσης του Μινώταυρου συμβολίζει την απελευθέρωση των Ελλήνων από την κυριαρχία της Μινωικής Κρήτης.

Ο Τυφώνας ήταν το τελευταίο παιδί που γέννησε η Γαία με τον Τάρταρο και θεωρείται το ισχυρότερο από όλα τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας. Κατ' άλλους μύθους ο Τυφών ήταν γιος της Ήρας που γεννήθηκε σε κάποια στιγμή διχόνοιας του ουράνιου ζεύγους, εκφράζοντας έτσι τη διαταραχή της ατμόσφαιρας.Είχε το πάνω μέρος ανθρώπου, διέθετε φτερά και το κάτω μέρος του αποτελούσαν εκατό ελισσόμενα φίδια. 

Όταν ο Τυφώνας μεγάλωσε, ανέβηκε στον Όλυμπο για να εκδικηθεί τους θεούς για τον αποδεκατισμό των Γιγάντων. Εκεί εκσφενδόνιζε βράχους και μαινόταν με αφάνταστη οργή και με εκκωφαντικές βοές που έβγαζε από τα εκατό λαρύγγια του. Οι θεοί για να γλυτώσουν κατέφυγαν στην Αίγυπτο, όπου κρύφτηκαν μεταμορφωμένοι σε ζώα. Μόνον η Αθηνά βρήκε το θάρρος να αντισταθεί και γιαυτό κατηγόρησε τον Δία που είχε μεταμορφωθεί σε κριό ότι δείλιασε μπροστά στον κίνδυνο. Ο Δίας βρήκε και πάλι το θάρρος του και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Τυφώνα. Του επιτέθηκε και τον χτυπούσε με κεραυνούς τρέποντάς τον σε φυγή και καταδιώκοντάς τον μέχρι το Κάσιον όρος (στην σημερινή Συρία). Εκεί έγινε μεγάλη μάχη, κατά την οποία αρχικά υπερίσχυσε ο Τυφώνας σε πάλη εκ του συστάδην. Ο Τυφώνας με τα εκατό του σώματα περικύκλωσε τον Δία και τον ακινητοποίησε. Αφαίρεσε από τον δεμένο Δία τους κεραυνούς και την μακρυά οδοντωτή άρπη του (δρεπάνι με το οποίο είχε ακρωτηριάσει ο Κρόνος τον Ουρανό), και με αυτήν έκοψε όλους τους τένοντες των χεριών και των ποδιών του Δία. Μετά τη νίκη του, ο Τυφώνας παρέδωσε τα πάντα στον αδελφό του τον Πύθωνα να φυλάει τον αιχμάλωτο και ανήμπορο πλέον Δία μέσα στην σπηλιά του, στο Κωρύκειο Άντρο. 
Εκεί εισέβαλαν κρυφά ο Ερμής και ο Πάνας, έκλεψαν τους κομμένους τένοντες και απελευθέρωσαν τον Δία, ο οποίος αφού εφοδιάστηκε από τον Όλυμπο με καινούριους κεραυνούς, ξανά ανέκτησε τη δύναμή του. Πήγε στο μυθολογικό όρος Νύσσα, όπου, εφαρμόζοντας την συμβουλή των τριών Μοιρών, τράφηκε με κοινά φρούτα που έτρωγαν οι άνθρωποι και μετά πήγε στο όρος Αίμος της Θράκης για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του. Εκεί έγινε νέα μάχη, όπου ο Τυφώνας πάλι πετροβόλησε τον Δία με τεράστιους όγκους βουνών, αλλά αυτός, κυνηγώντας τον, τον κατακεραύνωσε. Τέλος, ο Τυφών κατέφυγε στη Σικελία, όπου ο Δίας τον κεραυνοβόλησε πολλές φορές και του πέταξε το όρος Αίτνα, τον καταπλάκωσε και τον έκλεισε στα έγκατα της γης. Από εκεί ο Τυφώνας από την οργή του συνεχίζει κατά καιρούς να εκβάλλει κραυγές και πύρινες γλώσσες. Το βουνό Αίμος πήρε το όνομά του επειδή αιμορράγησε πάνω του ο Τυφώνας καθώς τον χτυπούσε με κεραυνούς ο Δίας.
Κατά τον Όμηρο ο Τυφών βρίσκεται αλυσοδεμένος στη χώρα των Αρίμων δηλαδή στις Κιλικία και Φρυγία, ενώ κατά τον Πίνδαρο βρίσκεται θαμμένος στα έγκατα της Αίτνας στη Σικελία.
Πριν πεθάνει ο Τυφώνας με τη σύντροφό του την Έχιδνα φρόντισαν να γεμίσουν τον κόσμο με ένα σωρό άλλα τέρατα, όπως την Σφίγγα, τη Χίμαιρα, τη Λερναία Ύδρα, τον Γηρυόνη, τον Λέοντα της Νεμέας, τον Λάδωνα και τον Κέρβερο, για τα οποία θα μιλήσουμε αργότερα.  

 Κένταυρος   

Ο Κένταυρος είναι πλάσμα της Ελληνικής μυθολογίας, πιθανώς ως ιδεατή απεικόνιση των έντονων καιρικών φαινομένων που ακολουθούν παρατηρώντας την ταχύτητα των νεφών. Στην ιστορία και την τέχνη οι κένταυροι απεικονίζονται μεν ανθρωπόμορφοι, με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού, και ζωικό (αλογίσιο) το κάτω. Ως ιδιοσυγκρασίες, όμως, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετά ισορροπημένοι και παρουσιάζονται ως είδη πρωτόγονα που όφειλαν περισσότερα στη ζωική φύση τους παρά στην ανθρώπινη κληρονομιά τους. Ο μύθος τους τοποθετεί στη Θεσσαλία, στην κατ'εξοχήν μαγική γη της ελληνικής επικράτειας με πλούσια στοιχεία μετεωρολογικής παρατήρησης που έδιναν έτσι λαβή για τις φημισμένες μάγισσες. Έτσι η μυθολογική παρουσία τους στη θεσσαλική γη ξεκινά από έναν γηγενή βασιλιά των Λαπίθων.Στα ελληνικά έργα τέχνης η τυπική απεικόνιση των Κενταύρων είναι εκείνη που τους δείχνει να επιτίθενται στους Λαπίθες, εμπλεκόμενοι σε πράξεις βιασμού και λεηλασίας, όπως και στην γαμήλια τελετή του Πειρίθου όπου έκλεψαν την Ιπποδάμεια την ημέρα του γάμου της μαζί με άλλες γυναίκες των Λαπιθών. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρουσία τους ήταν συμβολική των απεριόριστων και απρόβλεπτων ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου, που παρατηρούνται από την ηλιοφάνεια μέχρι τις καταιγίδες και στην ύφεση των τελευταίων, εκτός ίσως από την περίπτωση του κένταυρου Χείρωνα.
Συμπλοκή Κενταύρου με Λαπίθη, μία από τις μετόπες της νότιας πλευράς του Παρθενώνα, 446-440 π.Χ.    

Κατά τον ίδιο τρόπο η λογοτεχνική παρουσία τους στο μύθο είναι συχνά συμβολική της πολιτισμικής ανάγκης να καθιερωθεί -να επανακαθιερωθεί μάλλον- η κυριαρχία σε αυτό που οι Έλληνες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν ως δική τους σφαίρα γνώσης και επιρροής. Οι ελληνογενείς ήρωες έπρεπε για να καθιερώσουν την παρουσία του πολιτισμού τους σε έναν ευρύτερο κόσμο να το μεταδώσουν επί κατορθωμάτων, δαμάζοντας μυθικά ή υπερφυσικά πλάσματα, που δεν ήταν τίποτε άλλο από την επίδειξη της γνώσης τους επ΄ αυτών. Η μάχη αυτή στην αρχαία ελληνική τέχνη συμβολίζει την σύγκρουση ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα και γι’αυτό επελέγη ως θέμα και στις μετόπες του Παρθενώνα.   



 Ο Τρίτων στην ελληνική μυθολογία ήταν θεότητα της θάλασσας που αναφέρεται πρώτα από τον Ησίοδο στη Θεογονία (930-933). Γιος του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης που κατοικούσε στο βυθό της θάλασσας στα χρυσά ανάκτορα των γονιών του. Κατά το σώμα ήταν όμοιος με τους άλλους θεούς αλλά από τους γλουτούς και κάτω κατέληγε σε ουρά (Απολλώνιος ο Ρόδιος«Αργοναυτικά» Δ' 1610-1617).  Είναι ο αγγελιαφόρος του πατέρα του, κυρίαρχος στη θάλασσα, κι έχει συχνά στη μυθολογία το ρόλο του σοφού γέροντα.
Επειδή οι παραδόσεις γι' αυτόν εντοπίζονταν στις ακτές του σημερινού κόλπου της Σύρτης (Λιβύη) φαίνεται πως η λατρεία του μεταφέρθηκε από Έλληνες ναυτικούς εξ Αφρικής προσλαμβάνοντας ανθρωπόμορφη παρουσία. Το όνομά του συνδέθηκε με την Αργοναυτική εκστρατεία όταν το πλοίο Αργώ σφηνώθηκε (προσάραξε) στη Τριτωνίτιδα λίμνη και βοήθησε στην αποκόλληση και έξοδό του στο ανοικτό πέλαγος.
Κατά τις παραδόσεις του Παυσανία («Βοιωτικά» Θ' 20,24,25) ο Τρίτων φονεύθηκε από τον Διόνυσο όταν επιτέθηκε κατά των Ταναγραίων γυναικών που κολυμπούσαν για να «καθαρθούν» προκειμένου να συμμετάσχουν σε όργια Διονυσιακής εορτής. 
Κατ΄ άλλους ο Τρίτων (ως προσωποποίηση του παλινδρομικού παράκτιου κύματος) άρπαζε κοπάδια ζώων που πλησίαζαν τις ακτές οπότε κάποιος Ταναγραίος βοσκός απέκοψε τον αυχένα του Τρίτωνα την ώρα που εκείνος κοιμόταν (δηλαδή σε κάποια κατάσταση ηρεμίας έφτιαξε κάποιο παράκτιο φράγμα - τοιχίο) ή φονεύθηκε από τον Διόνυσο επειδή συνελήφθη μεθυσμένος.
c. 1615, Jacques de Gheyn III
Ο Παυσανίας τον περιγράφει να φέρει πυκνά βαθυπράσινα μαλλιά (χρώμα ρηχής θάλασσας), με μεγάλο στόμα (μήκος ακτής), μάτια μεγάλα λευκά (παράκτιος αφρός), δάκτυλα και νύχια μεγάλα (τα ίχνη του αποσυρόμενου παράκτιου κύματος επί της ξηράς) και από το στέρνο και κάτω ουρά δελφίνων (ως ορμή που έβγαινε από τη θάλασσα). Άλλοι τον παρίσταναν με δύο ουρές και δύο πόδια ίππου όπως ο Ιχθυοκένταυρος. Άλλοι θεωρούσαν ότι υπήρχαν πολλοί Τρίτωνες οι «Κενταυροτρίτωνες» που σάλπιζαν με κοχύλια την έλευση του Ποσειδώνα ή κατά διαταγή εκείνου την ηρεμία των κυμάτων. Η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων δημιούργησε και ερωτικές περιπέτειες  με τις Νηρηίδες όπως οι ακόλουθοι του Πάνα οι Σάτυροι με τις Νύμφες. Ο Τρίτωνας συνδέθηκε επίσης με τον μύθο του Ηρακλή «των χρυσών μήλων των Εσπερίδων» που έπρεπε προηγουμένως να τον καταβάλει ο Ηρακλής. Εξ αυτού και η γλυπτή παράσταση στη ζωφόρο αρχαίου ναού στην Ακρόπολη (Αθήνα).


Η σφίγγα έχει σώμα λιονταριού, φτερά πτηνού και γυναικεία κεφαλή. Ως γνωστόν περνούσε τον καιρό της καραδοκώντας αθώους περαστικούς για τη Θήβα τους οποίους καταβρόχθιζε ανερυθρίαστα επειδή δεν ήξεραν να απαντήσουν στον γρίφο που τους έθετε. «Τι είναι αυτό που έχει μια φωνή, τα πόδια του στην αρχή είναι τέσσερα, έπειτα δύο και τέλος τρία;» Ο Οιδίποδας ήταν ο μόνος που ήξερε να απαντήσει.















 Ο Οιδίποδας αντιμέτωπος με τη Σφίγγα. Ερυθρόμορφη κύλικα, 470 π.Χ. Musei Vaticani.   







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου