Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Πόσες ευτυχισμένες μέρες ζήσατε μέχρι τώρα;;;





O χρόνος δεν υπάρχει παρά μόνο στο μυαλό και στο ρολόι μας. Κι όσο εμείς τον γυροφέρνουμε και με τον φόβο μας τον γιορτοταΐζουμε, τόσο εκείνος στρογγυλοκάθεται και φορτώνει την καμπούρα με χρόνια. Επειδή καμπούρα όμως έχουν μόνο οι προσκυνημένοι, ας διαχωρίσουμε από τώρα την θέση μας. Από δω ας πάνε εκείνοι που τώρα φόρτωσαν άλλον έναν χρόνο στην καμπούρα τους και από εκεί ας πάνε εκείνοι που πέρασαν με επιτυχία άλλη μια τάξη στο σχολείο της ζωής.

Ο χρόνος είναι «καιρός» δηλαδή είναι ευκαιρία. Κι επειδή στη ζωή μας οι ευκαιρίες είναι λίγες και μετρημένες, εξ ου και πολύτιμες, κι ο χρόνος είναι μετρημένος. Όχι με την αριθμητική του σχολείου αλλά με την αριθμητική της καρδιάς. Πόσο επιτρέψαμε στον εαυτό μας να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που περνούν και φεύγουν από μπροστά μας; Ευκαιρία είναι ο πλησίον μας. Ο πεινασμένος, ο διψασμένος, ο φυλακισμένος, ο αναγκεμένος.

Τα νιάτα και τα γηρατειά είναι κερδισμένες ή χαμένες ευκαιρίες. Τίποτε άλλο. Στα νιάτα βάλε την δυνατότητα και στα γηρατειά την ενοχή. Κανένα μυστήριο δεν υπάρχει στο γιατί γερνάει ο άνθρωπος. Επειδή το ερώτημα από την αρχή είναι λάθος. Δεν φταίει ο χρόνος για τα γηρατειά. Μόνο το ξερό μας το κεφάλι φταίει που ψάχνουμε να βρούμε την χαμένη μας ευκαιρία μόνο εκεί που έχει φως. Και μένουμε εκεί. Και γερνάμε ψάχνοντας. Δίχως να πάμε λίγο παραπέρα. Να φωτίσουμε και το παραπέρα. Να ανάψουμε το φως. Για μας και τους άλλους. Κι ύστερα μια μέρα έχουμε ξεμείνει από χρόνο, από ευκαιρίες και μας τρώνε οι τύψεις και πεθαίνουμε.



Ο καινούργιος χρόνος είναι μια καινούργια ευκαιρία που συνήθως περνάει απαρατήρητη μέσα στα πυροτεχνήματα γεμάτα αλκοόλ και τραγούδια. Και τις ευχές. Αχ αυτές οι ευχές. Σαν το λευκοπλάστ με την επίπλαστη θεραπευτική δράση. Οι ευχές κοιμίζουν την ευκαιρία και την στέλνουν στον κόσμο των παραμυθιών. Εκεί που τα θέλω αναπτύσσονται μόνα τους στα χωράφια του ουρανού. Εδώ κάτω ωστόσο στη γη οι άνθρωποι περιμένουν ακόμα τον φτερωτό Αη Βασίλη να τους φέρει μαγικά την ευτυχία.

Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος θα είναι μόνο όταν η ευτυχία θα παραμείνει καινούργια, ζωντανή, έτοιμη και ικανή να αδράχνει τον χρόνο και να τον γονιμοποιεί. Για να καρπωθούν από αυτόν ακόμα κι όσοι δεν άδραξαν τη μέρα, την ευκαιρία, τον χρόνο.

Εις υγείαν λοιπόν όλων των ευκαιριών που μέλλονται να έρθουν και γιατί όχι να τις δημιουργήσουμε εμείς οι νέοι ανυπόμονοι!


Και μετά από όλες αυτές τις σκέψεις.... έρχεται ο Μπουκάϊ για να με ταρακουνήσει και να με κάνει να σκεφτώ και να αναρωτηθώ...

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …
Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση.
Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.


Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος.
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες:

Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.

Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος.
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:

Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια …
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …

»Όταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.
»’Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:»
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;
»Και ο γάμος των φίλων;
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα;
»Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
»Ώρες; Μέρες;
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό.
»Όταν κάποιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιο του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ.»








http://www.dkaravasilis.gr/

Χόρχε Μπουκάϊ (Ιστορίες να σκεφτείς)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου