Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι (Διαφορετικό)


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παιδάκι πολύ λυπημένο.

Ο μπαμπάς του είχε φύγει μακριά και φαίνεται πως είχε πάρα πολλές δουλειές, γιατί δεν προλάβαινε ούτε να του γράψει – και για τηλέφωνο ούτε λόγος, γιατί είχε πάει τόσο πολύ μακριά ο μπαμπάς, που ή το τηλεφώνημα στοίχιζε πάρα πολύ κι εκείνος δεν είχε τόσα χρήματα ή όταν κατάφερνε να τηλεφωνήσει ήταν βαθιά μέσα στη νύχτα και το παιδάκι κοιμόταν και δεν κατάφερνε να του μιλήσει.

Η μαμά του πάλι έλειπε σχεδόν όλη τη μέρα, γιατί έπρεπε να δουλεύει κι εκείνη πολύ για να έχουν χρήματα για να ζήσουν.



Κάθε πρωί που η μαμά άφηνε το παιδάκι στην πόρτα του σχολείου, του έδινε
ένα φιλάκι στο μάγουλο, όπως και κάθε βράδυ, λίγο πριν πάει να κοιμηθεί. Πάντα βιαζόταν η μαμά, έτσι και τα φιλάκια της ήταν βιαστικά, μα το παιδάκι ήξερε πως κάθε φιλάκι της μαμάς έλαμπε σαν ήλιος για μια στιγμή πάνω στο μάγουλό του κι έπειτα σιγά σιγά θάμπωνε, αλλά δεν έσβηνε ποτέ. Κι έτσι το πρόσωπό του, μετά από τόσα πολλά πολλά φιλάκια, ήταν φωτεινό ακόμη και τις πιο γκρίζες μέρες, αυτές με τη βαριά συννεφιά που σε κάνει να ξεχνάς αν ξημέρωσε ή έχει νυχτώσει.

Μια χρονιά, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, όλοι οι δάσκαλοι κι οι συμμαθητές του στο σχολείο, αλλά και οι άνθρωποι στους δρόμους, στα μαγαζιά και στις πλατείες, μιλούσαν συνέχεια με μεγάλο ενθουσιασμό για τα στολίδια και τα δώρα και τα ωραία φαγητά που θα μοιράζονταν με τους φίλους τους και τους γονείς τους για τις γιορτές. Κι εκείνη τη μέρα, το παιδάκι περίμενε να έρθει η μαμά του να το πάρει από το σχολείο και μόλις έφτασαν στο σπίτι τη ρώτησε: «Μαμά, πότε θα στολίσουμε το δέντρο στο σπίτι μας εμείς; Θα έχει μπάλες και φωτάκια; Θα μας φέρει και δώρα ο Άγιος Βασίλης;»

«Να θυμηθείς να κλειδώσεις την πόρτα μόλις φύγω και να διαβάσεις τα μαθήματά σου. Σου έχω αφήσει ένα μήλο και ένα σάντουιτς στην κουζίνα για το βράδυ και περίσσεψαν και κάτι μακαρόνια από χτες, να τα φας για μεσημεριανό. Όταν γυρίσω, θα σου δώσω ένα φιλάκι για καληνύχτα», είπε η μαμά κι έφυγε.

Τη μέρα που έκλεισε το σχολείο για τις διακοπές των Χριστουγέννων, το παιδάκι ξαναρώτησε τη μαμά του με μεγάλη αγωνία και ελπίδα πολλή: «Μαμά, πότε θα στολίσουμε το δέντρο μας με μπάλες και φωτάκια; Θα μας φέρει δώρα ο Άγιος Βασίλης;»

Η μαμά κούνησε το κεφάλι της λυπημένα και είπε: «Δεν προλαβαίνω, αγάπη μου, ούτε έχω λεφτά για τέτοια πράγματα». Κι έφυγε τόσο γρήγορα, που δεν είπε καν στο παιδάκι να κλειδώσει, ούτε αν είχε τίποτα στην κουζίνα για φαγητό.
Δεν ξαναρώτησε τίποτα το παιδάκι. Καθώς ήταν μονάχο του στο σπίτι, μια και δεν είχε σχολείο, σκέφτηκε να κάνει κάτι που θα βοηθούσε τη μαμά του, κάτι από αυτά που την έβλεπε να κάνει πότε πότε στο σπίτι όταν έβρισκε λίγο χρόνο. Τη μια μέρα έστρωσε όσο πιο όμορφα μπορούσε το κρεβάτι του και το δικό της. Την άλλη μέρα χνώτισε τα τζάμια και τα έτριψε καλά με μια πετσέτα. Στο μεταξύ, η μαμά, καθώς ερχόταν κι έφευγε, μάλλον κάτι πρόσεξε γιατί έσκασε ένα χαμογελάκι κι είπε «Κοίτα μην κάνεις καμιά ζημιά».

Την τρίτη μέρα το παιδάκι βρήκε μια σκούπα και σκούπισε καλά καλά. Αλλά ούτε λεπτό δεν είχε πάψει να σκέφτεται το στολισμένο δέντρο. Έβλεπε στα απέναντι σπίτια λαμπάκια να αναβοσβήνουν και πολύχρωμες μπάλες να κρέμονται στα κλαδιά πλάι σε ορθάνοιχτες κουρτίνες. Ακόμη και τη νύχτα, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, οι ανταύγειες τους έφταναν μέχρι τους τοίχους και το ταβάνι στο δικό του το σπίτι.

Μόλις έφυγε λοιπόν η μαμά εκείνο το απόγευμα, το παιδάκι μάζεψε όλο του το θάρρος, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε από το σπίτι του. Ευτυχώς, δεν είχε σκοτεινιάσει ολότελα. Προχώρησε κάμποσο στο δρόμο, με την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, γιατί ήξερε καλά πως δεν επιτρεπόταν να βγαίνει μόνο του από το σπίτι και πως πολλά και τρομερά μπορούσαν να του συμβούν, όπως του έλεγε πάντοτε η μαμά του. Παρ’ όλα αυτά, ήξερε πως κάπου εκεί, στο δρόμο για το σχολείο, υπήρχε ένα παρκάκι, με θάμνους και δεντράκια, κι εκεί ήταν η μοναδική του ελπίδα να βρει αυτό που χρειαζόταν. Ευτυχώς που είχε κάνει πολλές φορές το δρόμο αυτό με τη μαμά του, με το χέρι του φωλιασμένο μέσα στο δικό της. Αλλά τώρα ήταν μονάχο του ανάμεσα σε τόσα αυτοκίνητα, φωνές, φασαρία, τεράστιους ανθρώπους που σπρώχνονταν και σκουντιούνταν συνέχεια σαν να μην έβλεπε ο ένας τον άλλον, κι ένιωθε να τρέμει σύγκορμα, μα δεν έπαψε ούτε λεπτό να περπατά, με την αγωνία και την ελπίδα να του κόβουν την ανάσα.

Να το παρκάκι! Το παιδάκι πλησίασε προσεκτικά και κοίταξε ολόγυρα. Σε μια άκρη είδε έναν σωρό από κομμένα κλαδιά και φύλλα. Ψυχή τριγύρω. Παραέξω, στο δρόμο, ο κακός χαμός! Πλησίασε, ψαχούλεψε καλά και νά ’το!, ένα κλαδί δροσερό ακόμη και γεμάτο πράσινα φύλλα, και κάτι καρπουδάκια σαν μπαλίτσες πάνω του, μαύρα και κόκκινα! Έβαλε όλη του τη δύναμη και το τράβηξε και το πήρε μαζί του.

Ο δρόμος για το σπίτι του φάνηκε πιο εύκολος, σαν να έκανε λιγότερη ώρα για να γυρίσει. Στερέωσε όσο καλύτερα μπορούσε το δεντράκι του σε μια γωνιά στο σπίτι, κοντά στο παράθυρο. Το κοίταζε και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τα πράσινα γυαλιστερά φύλλα του, από τα στρογγυλά κόκκινα και μαύρα καρπουδάκια ανάμεσά τους, κι ήταν τόσο ευτυχισμένο που είχε επιτέλους το δικό του χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι του, ώστε δε νοιάστηκε που το δέντρο του δεν είχε ούτε στολίδια ούτε φωτάκια – κι όσο για δώρα, ας μην πούμε λέξη καλύτερα.

Χώρια που είχε περάσει η ώρα, ήταν και η μεγάλη περιπέτεια μέχρι να βρει το δέντρο του, και το παιδάκι πείνασε, αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένο και δεν σκέφτηκε καν να ψάξει να βρει αν υπήρχε τίποτα για να φάει στην κουζίνα. Χάιδεψε απαλά τα φυλλαράκια και τα καρπουδάκια του δέντρου, το καληνύχτισε, χώθηκε στο κρεβατάκι του, σκεπάστηκε καλά καλά και αποκοιμήθηκε με τις ανταύγειες που έρχονταν στους τοίχους και στο ταβάνι από τα άλλα σπίτια.


«Έτσι θα λάμπει τώρα και το δικό μου δέντρο», σκέφτηκε και το πήρε ο ύπνος γλυκά.

Κάπου μέσα στο σπίτι, βαθιά μέσα στη νύχτα, αθόρυβα και όπως πρέπει να γίνονται όλα τα μαγικά, κάποιες αράχνες -που άλλες είχαν χωθεί σε σκοτεινές χαραμάδες του σπιτιού για να γλιτώσουν από τη σκούπα κι άλλες ήταν κρυμμένες ανάμεσα στα φύλλα του κλαδιού από το παρκάκι, και τόσο μικροσκοπικές, που μόνο το κλαδί ήξερε ότι είχαν έρθει μαζί του- κάποιες αράχνες λοιπόν άρχισαν να υφαίνουν τους ιστούς τους εργατικά κι ακούραστα μέσα στο σκοτάδι γύρω από τα φύλλα και τα στρογγυλά κόκκινα και μαύρα καρπουδάκια. Από ένα παράθυρο που το παιδάκι είχε ξεχάσει μισάνοιχτο –ή μήπως το είχε ξεχάσει η μαμά του; κανείς τους δεν έμαθε, ούτε και νοιάστηκε όμως να ρωτήσει- μια λιγνή, στεγνή γατούλα, μαύρη σαν το σκοτάδι πίσσα, γλίστρησε μέσα στο σπίτι ψάχνοντας μια γωνιά για να κουρνιάσει.

Την άλλη μέρα το πρωί, Χριστούγεννα ανήμερα και η μαμά δεν δούλευε, παράξενη μέρα! Παιδάκι και μαμά, με το που ξύπνησαν, αντίκρισαν στο πρώτο φως που τρύπωνε από το παράθυρο, στη γωνιά πλάι του, ένα δέντρο που άστραφτε κι έλαμπε και λαμποκοπούσε! Χιλιάδες λαμπιόνια μικροσκοπικά στραφτάλιζαν πάνω σε ένα χιόνι τόσο ντελικάτο που κανείς ποτέ δεν είχε ξαναδεί, που τύλιγε και σκέπαζε κάθε φυλλαράκι και μπαλίτσα πάνω στα κλαδιά! Και κάτω από το δέντρο των Χριστουγέννων -επειδή δέντρο Χριστουγέννων δίχως δώρα δεν γίνεται- δυο μεγάλα μάτια χρυσαφένια τους κοιτούσαν περήφανα, κουρασμένα και γαλήνια ξεχωρίζοντας μέσα από μια μαύρη γούνα, καθώς μια ρόδινη γλωσσίτσα όλο και έγλειφε κάτι άλλες μικρές μαύρες γουνίτσες από κάτω της.

Η μαμά γέλασε, αγκάλιασε σφιχτά το παιδάκι, του έδωσε ένα μεγάλο μεγάλο φιλί στο μάγουλο και είπε «Αστέρι μου, εσύ! Φως μου! Θησαυρέ μου!»

Άγγυ Βλαβιανού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου