Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Η ιστορία των Ελληνικών Ημερολογίων της Αρχαιότητας - Β΄


Γαμηλιών Ο ΕΒΔΟΜΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο πρώτος μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς Ιανουάριο-Φεβρουάριο.
Η ονομασία του προέρχεται από τις αντίστοιχες ιερές αθηναϊκές γιορτές, στο επίκεντρο των οποίων δέσποζε η γιορτή των Θεογαμίων, στην οποία γιορταζόταν ο ιερός γάμος του Δία και της Ήρας. Ο ιερός γάμος γινόταν με σκοπό να ενισχύσει την ευεργετική δύναμη των βροχών που είχαν πέσει στη γη, ώστε να ευοδωθεί η βλάστηση.

Ο μήνας αυτός ήταν ιερός και αφιερωμένος στους πέντε γαμήλιους θεούς· Δία τον Τέλειο, Ήρα την Τελεία, Αφροδίτη, Πειθώ και Άρτεμη, από τους οποίους εξαρτιόταν η ευτυχής έκβαση του γάμου. Ιδιαίτερα όμως οι Αθηναίοι τιμούσαν τον Δία τον Τέλειο και την Ήρα την Τελεία, η οποία ήταν η προστάτιδα-θεά του γάμου.
Στη διάρκεια του Γαμηλιώνα γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι των Αθηναίων, ενώ ειδικά την 27ητου μηνός ετελούντο στην Αθήνα οι γαμήλιες θυσίες ή γάμηλα.

Από την 8η μέχρι την 11η ημέρα του Γαμηλιώνα, γιορτάζονταν στην Αθήνα τα Λήναια, προς τιμήν του Ληναίου Διονύσου· ετελούντο γύρω από το θέατρο του Διονύσου των Αθηνών. Για τον λόγο αυτόν στη Δήλο, και σε ορισμένες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. ο Γαμηλιών λεγόταν Ληναιών. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την αρχαία λέξη ληνός, που ήταν το μέρος όπου πατούσαν τα σταφύλια (το πατητήρι). Από το γεγονός αυτό ο θεός του κρασιού Διόνυσος έφερε και την προσωνυμία Ληναίος. Επικεφαλής των Ληναίων, όπως και των Ανθεστηρίων, ήταν ο άρχων βασιλεύς.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι προς τιμήν του Διονύσου ετελούντο στην Αθήνα τα Οσχοφόρια, τα Διονύσια, τα Λήναια, τα Ανθεστήρια και άλλες σπουδαίες γιορτές. Πολλά όμως ελληνικά ημερολόγια τιμούσαν τον Διόνυσο με τον ομώνυμό του μήνα. Ο μήνας Διονύσιος εχρησιμοποιείτο κυρίως στη Μέση Δυτική Ελλάδα, καθώς και στις δωρικές αποικίες του Βοσπόρου και του Πόντου. Στην Αιτωλία ο Διονύσιος αντιστοιχούσε με τον αθηναϊκό μήνα Μουνιχιώνα, ενώ στο ημερολόγιο της Βιθυνίας ήταν ο τέταρτος μήνας του έτους και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα από 24ηΔεκεμβρίου έως 23η Ιανουαρίου του Γρηγοριανού ημερολογίου. Ο μήνας Διονύσιος αναφέρεται σε επιγραφές που βρέθηκαν στην Άγκυρα, στη Χαλκηδόνα, στη Λοκρίδα, στο Βυζάντιο, στην Κρήτη και στο Ταυρομένιο της Σικελίας.

Ανθεστηριών Ο ΟΓΔΟΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο πρώτος μήνας της άνοιξης, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Φεβρουάριο-Μάρτιο.
Το όνομά του προέρχεται από τη σπουδαία γιορτή των Ανθεστηρίων προς τιμήν του θεού Διονύσου.
Τα Ανθεστήρια ήταν τριήμερες ανοιξιάτικες γιορτές, που γιορτάζονταν την 11η, 12η και 13η ημέρα του Ανθεστηριώνα. Την πρώτη ημέρα γιορτάζονταν τα Πιθοίγια, που αποτελούσαν την προκαταρκτική γιορτή.
Τότε οι Αθηναίοι άνοιγαν τα πιθάρια για να δοκιμάσουν το κρασί της νέας χρονιάς. Το θεϊκό αυτό δώρο του Διονύσου το έφερναν οι πιστοί στο ιερό του θεού για να το ευλογήσει: «ανοίξαντες γάρ τούς πίθους πάσι μετεδίδουν του Διονύσου δωρήματος» (Ησίοδος: Έργα και Ημέραι, 366).
Παράσταση από οινοχόη (χουν) του 4ου αι. π.Χ.
που σχετίζεται με τα Ανθεστήρια.

Την ημέρα των Πιθοιγίων οι αρχαίοι Αθηναίοι την είχαν αφιερώσει στην αγαθοποιό θεότητα, τον Αγαθοδαίμονα. Ο Πλούταρχος στα Ηθικά (Η’, 10,3) αναφέρει: «… και μην οίνου γε το νέον οι πρωϊαίτατα πίνοντες Ανθεστηριώνι πίνουσι μηνί μετά χειμώνα· και την ημέραν εκείνην ημείς μεν Αγαθού Δαίμονος, Αθηναίοι δε Πιθοίγια προσαγορεύουσιν». Η γιορτή αυτή ονομαζόταν και Πιθογία, γιατί οι Αθηναίοι πίστευαν ότι ο Αγαθοδαίμονας έβγαινε από τα πιθάρια των σπιτιών, παρέμενε στο φως όλη τη μέρα της γιορτής του και το βράδυ επέστρεφε πάλι στο σκοτεινό μέρος της διαμονής του.
Τη δεύτερη ημέρα γιορτάζονταν οι Χόες ή Χοές, που η ονομασία τους προέρχεται από το χούς, το ειδικό πήλινο αγγείο, που είχαν μαζί τους οι εορτάζοντες.
Οι Χόες ήταν η σπουδαιότερη από τις τριήμερες γιορτές και —κατά τον Θουκυδίδη— τα αρχαιότερα Διονύσια.
Την ημέρα αυτή οι Αθηναίοι γιόρταζαν τον ερχομό της άνοιξης και καλωσόριζαν τον θεό, τον οποίον υποδυόταν ο άρχων-βασιλεύς, ο οποίος έμπαινε στην πόλη με την ακολουθία του πάνω σε πλοίο με ρόδες. Η πομπή ξεκινούσε από το Φάληρο, γιατί η παράδοση έλεγε ότι ο Διόνυσος ήρθε από τη θάλασσα, και κατευθυνόταν στο μεγάλο ιερό του θεού «εν Λίμναις», εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή Γαργαρέττα. Στο ιερό του ο Διόνυσος —στο πρόσωπο του άρχοντα-βασιλιά— συναντούσε τη βασιλίννη (σύζυγο του βασιλιά), και το θεϊκό ζευγάρι έμπαινε επικεφαλής της πομπής.
Στη συνέχεια, γινόταν η γιορτή της ιερογαμίας, δηλαδή ο μυστικός ιερός γάμος του θεού και το γαμήλιο γλέντι με αγώνες οινοποσίας. Ο ιερός γάμος πανηγυριζόταν στον χώρο του Βουκολείου κοντά στο Πρυτανείο. Εκεί γινόταν η ένωση του άρχοντος-βασιλιά, που αναπαρίστανε τον Διόνυσο, με τη βασιλίννη, κατάλοιπο μιμητικής γονιμικής μαγείας για την καρποφορία της γης. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η λέξη βουκολείο, που σημαίνει χώρος για ταύρους, υποδήλωνε ότι η αρχαϊκή τελετή του ιερού γάμου ίσως έπαιρνε τη μορφή της ένωσης ενός ταυροθεού με τη βασιλίννη, όπως κατά πάσα πιθανότητα γινόταν στη μινωική Κρήτη, σύμφωνα με τον μύθο του Μινώταυρου.
Την τρίτη ημέρα γιορτάζονταν οι Χύτροι. Η γιορτή αυτή ήταν αφιερωμένη, εκτός από τον Διόνυσο, στους νεκρούς και στον Ερμή τον Χθόνιο και Ψυχοπομπό (Ερμού ημέρα).
Την ονομασία της την οφείλει στους χύτρους, στα ειδικά πήλινα αγγεία όπου οι πιστοί έβραζαν τις προσφορές τους στους νεκρούς, που συνήθως ήταν διάφοροι καρποί με άνθη (πανσπερμία) και βρασμένα όσπρια.
Κατά τη γιορτή των Ανθεστηρίων τελούνταν μυστήρια (άρρητα-ιερά) —που τα επέβλεπε ο άρχοντας-βασιλιάς— κατά τη διάρκεια της νύκτας στον αρχαίο ναό του Λιμναίου Διονύσου στις Λίμνες (Ν.Δ. της Ακρόπολης), ο οποίος άνοιγε μόνο μια φορά τον χρόνο, στις 12 Ανθεστηριώνα.
Η τελετή των Ανθεστηρίων έληγε με τη φράση: «Θύραζε κήρες ουκέτ’ Ανθεστήρια» που σημαίνει: «Φύγετε ψυχές των νεκρών, τελείωσαν τα Ανθεστήρια».
Προς το τέλος του Ανθεστηριώνα, πιθανώς την 23η του μηνός, ετελείτο πανάρχαια θρησκευτική γιορτή με το όνομαΔιάσια, προς τιμήν του Μειλίχιου Δία, στον ναό του Ολυμπίου Διός (Ολυμπιείον) κοντά στην πηγή της Καλλιρόης ή εννεάκρουνο στον Ιλισσό (Θουκυδ. Α’, 128).
Επίσης την τρίτη ημέρα των Ανθεστηρίων τελούνταν στην Αθήνα τα Υδροφόρια, γιορτή σε ανάμνηση αυτών που πνίγηκαν στον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, που ήταν μέρος του διονυσιακού κύκλου, ρίπτονταν ψωμιά από στάρι και μέλι σε κάποιο χάσμα που υπήρχε στο Ολυμπιείον, από το οποίο πίστευαν ότι η γη απορρόφησε τα νερά του Κατακλυσμού. Με τα Υδροφόρια τέλειωνε η γιορτή των Ανθεστηρίων.
Μια παρόμοια γιορτή με τα Ανθεστήρια ήταν τα Ανθεσφόρια προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης, που γιορτάζονταν στην αρχή της άνοιξης. Τα κορίτσια την ημέρα της γιορτής μάζευαν από τους αγρούς λουλούδια και έπλεκαν στεφάνια, όπως η Περσεφόνη την ώρα που την άρπαξε ο Πλούτωνας. Η γιορτή αυτή πανηγυριζόταν με μεγαλοπρέπεια στη Σικελία και στη Μεσσηνία. Πάντως, και οι δύο γιορτές φαίνεται ότι είχαν κοινή προέλευση.
Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν πρέπει να ταυτίζονται τα Ελευσίνια και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Υπήρχε λοιπόν σαφής διάκριση μεταξύ των Ελευσινίων και των Μυστηρίων. Κατά τη διάρκεια του Ανθεστηριώνα, την εποχή της άνοιξης, τελούνταν τα Ελευσίνια ή «τα εν Άστει», που λέγονταν και Ελευσίνια τα Μικρά, ενώ τα «Μυστήρια τα εν Ελευσίνι», τα ονομαζόμενα Μεγάλα Ελευσίνια, τελούνταν τον μήνα Βοηδρομιώνα.
Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, και οι δύο γιορτές τελούνταν στην Ελευσίνα, αλλά τα μεν Μυστήρια ήταν η καθαρά θρησκευτική τελετή στην οποία έπαιρναν μέρος μόνον οι μύστες, ενώ τα δε Ελευσίνια ήταν αγώνες προς τιμήν της Δήμητρας· ονομάστηκαν έτσι επειδή τελούνταν στην Ελευσίνα.

Ελαφηβολιών Ο ΕΝΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο δεύτερος μήνας της άνοιξης, που αντιστοιχούσε στους σημερινούς γρηγοριανούς μήνες Μάρτιο-Απρίλιο.
Ονομάστηκε έτσι «από των ελάφων, αίτινες τω μηνί τούτω εθύοντο τη ελαφηβόλω Αρτέμιδι» (Bekket, An-Gr. I, 249).
Οφείλει, δηλαδή, την ονομασία του στα Ελαφηβόλια, γιορτή κατά την οποία θυσιάζονταν ελάφια προς τιμήν της ελαφηβόλου θεάς του κυνηγιού Αρτέμιδος, η οποία αγαπούσε ιδιαιτέρως την έλαφον και ετέρπετο με κατ’ εξοχήν «κάπροισι και ωκείης ελάφοισιν» (Ομ. Οδυσ. Ζ 104) δηλαδή, η οποία ευχαριστείτο να κυνηγά αγριογούρουνα και γοργοπόδαρα ελάφια.
Από την 8η ή την 9η μέχρι την 13η του Ελαφηβολιώνα, ετελούντο στην Αθήνα τα Μεγάλα Διονύσια ή κατ’ Άστει Διονύσια, με τις επιμέρους γιορτές τους κάθε τρίτο έτος. Στα Μεγάλα Διονύσια προΐστατο ο Επώνυμος άρχοντας. Μέρος της γιορτής των Μεγάλων Διονυσίων ήταν τα Πάνδια, αρχαία γιορτή των Αθηναίων προς τιμήν του Διός. Η ίδρυσή της αποδίδεται είτε στον Πανδίωνα, μυθικό βασιλιά των Αθηνών, ή στη νύμφη Πανδία, θυγατέρα του Δία και της Σελήνης.
Οι αρχαίοι Έλληνες, ιδίως στην Κρήτη και τη Μικρά Ασία, κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα γιόρταζαν τα Ιλάρια, που ταυτίστηκαν με τη γιορτή της εαρινής ισημερίας μεταξύ 23ης και 25ηςτου σημερινού μήνα Μαρτίου. Οι εορτάζοντες πανηγύριζαν φορώντας στεφάνια και κωμικά προσωπεία.

Στην Αθήνα, κατά την εαρινή ισημερία, ετελούντο τα Αδώνια, προς τιμήν του Άδωνι και της Αφροδίτης. Τα Αδώνια ή Αδώνεια διαρκούσαν δύο ημέρες. Από αυτές, η πρώτη εκαλείτο αφανισμός, κατά τη διάρκειά της οποίας, γυναίκες με δάκρυα στα μάτια θρηνούσαν τον θάνατο του Άδωνι. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν εύρεσις και κατ’ αυτήν γιορταζόταν η ανάσταση του Άδωνι (Λουκ. Περί Συρίας Θεάς). Ο ελληνικός μύθος του θνητού Άδωνι και της θεάς Αφροδίτης αντιστοιχεί προς τον σουμεριακό μύθο του Ντουμμουζί (Γιος της ζωής) και της θεάς Ιναννά ή προς τον βαβυλωνιακό μύθο του Ταμμούζ και της θεάς Ιστάρ, που ήδη έχουμε αναφέρει. Για τους πιστούς, ο Άδωνις ήταν η προσωποποίηση της βλάστησης ο δε θάνατός του υποδήλωνε την εξαφάνιση της φυτικής ζωής κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ενώ, η ανάστασή του συμβόλιζε την αναγέννηση της φύσης κατά την εποχή της άνοιξης.
Πάντως, τα Αδώνια ήταν γιορτές που ετελούντο σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας σε διαφορετικές, όμως, ημερομηνίες. Έτσι, διάφορες ελληνικές πόλεις πανηγύριζαν τα Αδώνια κατά την εαρινή ισημερία, ενώ άλλες κατά τη χειμερινή ή τη θερινή τροπή, πάντα όμως προς τιμήν της Αφροδίτης και του Άδωνι. (Αριστ. Ειρ. 6, 420. Μουσαίου, Ηρώ και Λέανδρος, στ. 43). Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, τα Αδώνια ετελούντο στην Αθήνα κατά τη θερινή τροπή και όχι κατά την εαρινή ισημερία, συμβολίζοντας πάντα την αναγεννώμενη φύση.
Ο Ελαφηβολιών, εκτός από την Αττική, αναφέρεται και στα μηνολόγια άλλων ελληνικών πόλεων, όπως της Απολλωνίας στη Χαλκιδική.
Κατά τη διάρκεια του Ελαφηβολιώνα γίνονταν στην Αθήνα τα Γαλάξια, μια σπουδαία γιορτή προς τιμήν της Κυβέλης, της Μητέρας των Θεών. Κατ’ αυτήν προσφερόταν στη θεά από τους νέους μία χρυσή φιάλη με τη «γαλαξία», χυλό από κριθάλευρο και γάλα, από το οποίο προήλθε και η ονομασία της. Λόγω όμως και της γιορτής των Γαλαξίων στη Δήλο, ο αντίστοιχος μήνας του αττικού Ελαφηβολιώνα ονομάστηκε Γαλαξιών.

Μουνυχιών ή Μουνιχιών Ο ΔΕΚΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Απρίλιο-Μάιο του Γρηγοριανού ημερολογίου. Η ονομασία του προέρχεται από τη γιορτή των Μουνιχίων, που ετελούντο την 16ηημέρα του, προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος της Μουνιχίας (Ξενοφώντος Ελληνικά, 2,4, 11).
Η γιορτή των Μουνιχίων ετελείτο με μεγαλοπρέπεια στο ιερό της θεάς, πάνω στον λόφο της Μουνιχίας στον Πειραιά. Πιθανότατα εκεί που βρίσκεται σήμερα είτε η εκκλησία του προφήτη Ηλία ή ο Ναυτικός Όμιλος.
Τα Μουνίχια καθιερώθηκαν λόγω της θρησκευτικής πίστης των Αθηναίων ότι η θεά Αρτέμις, θεά της Σελήνης, τους φώτιζε με τη μορφή της πανσελήνου, στη νικηφόρα ναυμαχία της Σαλαμίνας εναντίον των Περσών.
Οι πιστοί προσέφεραν στη θεά τυρόπλαστους πλακούντες, που ονομάζονταν «αμφιφώντες», γιατί τοποθετούνταν μεταξύ δύο κεριών που αλληγορικά έδειχναν
την ανατολή και τη δύση της Σελήνης.
Την 6η του μηνός Μουνιχιώνα ετελείτο στην Αθήνα η γιορτή του Δελφινίου Απόλλωνα, του προστάτη της ναυσιπλοΐας. Κατά τη διάρκεια της γιορτής, παρθένες, οι Ικέτιδες, κρατώντας τις ικετηρίες, δηλαδή κλαδιά ελιάς στολισμένα με μαλλιά, πήγαιναν με πομπή στο Δελφίνιο, τον ναό του θεού στον Ιλισσό (Πλουτ. Θησ. ΙΗ’). Εκεί τις κατέθεταν στον βωμό, σε ένδειξη των ικεσιών τους, γι’ αυτό και έλεγαν τη φράση «ικετηρίαν τιθένα» (Ηρδ. Ε’, 51 -Δημσθ).

Η γιορτή ανάγεται στον Θησέα, ο οποίος πήρε μαζί του τους νέους και τις νέες που είχαν κληρωθεί για τον φόρο αίματος της Αθήνας στον Μινώταυρο, και πήγε, την 6η Μουνιχιώνα, στο Δελφίνιο, αφιερώνοντας γι’ αυτόν και τους συντρόφους του, ικετηρίαν —κλαδί από την ιερή ελιά στολισμένο με λευκό μαλλί. Αφού έγινε η δέηση, κατέβηκαν όλοι μαζί στην ακτή και απέπλευσαν για την Κρήτη, απ’ όπου, ως γνωστόν, επέστρεψαν σώοι.
Στη γιορτή των Δελφίνιων, οι Αθηναίοι —εκτός από τον Απόλλωνα— τιμούσαν και την αδελφή του, τη Δελφίνια Άρτεμη. Την 6η του μηνός Μουνιχιώνα εγκαινιαζόταν η αρχή των θαλασσίων ταξιδιών μετά τη χειμερινή διακοπή τους.
Στην κοντινή Αίγινα ετελείτο η ίδια γιορτή τον μήνα Δελφίνιο, αντίστοιχο του αττικού μήνα Μουνιχιώνα.
Εκεί η γιορτή πανηγυριζόταν με αγώνες οι οποίοι ονομάζονταν Υδροφόρια, σε ανάμνηση της προσέγγισης των Αργοναυτών στην Αίγινα, κατά την επιστροφή τους από την Αία της Κολχίδας, όπου προμηθεύτηκαν πόσιμο νερό για να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ιωλκό.
Την 19η Μουνιχιώνα τελούνταν στην Αθήνα τα Ολύμπια προς τιμήν του Ολυμπίου Διός. Ιδρύθηκαν από τον Πεισίστρατο, όταν θεμελίωσε τον ναό του Ολυμπίου Διός (Ολυμπιείον) στις όχθες του Ιλισού το 530 π.Χ. Τα αθηναϊκά Ολύμπια τελούνταν στον περίβολο του ναού και με την πάροδο του χρόνου παράκμασαν. Ανανεώθηκαν από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης και τελειοποίησης του Ολυμπιείου το 129 μ.Χ.
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (30’7 π.Χ.), ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, προστάτης της πόλης των Αθηνών και των πατροπαράδοτων δημοκρατικών της πολιτικών θεσμών, ελευθέρωσε την Αθήνα από τον Κάσσανδρο και έγινε δεκτός στην πόλη με θεϊκές τιμές. Οι Αθηναίοι, για να κολακεύσουν τη ματαιοδοξία του, ονόμασαν αυτόν και τον πατέρα του, τον Αντίγονο, «Σωτήρες» και τους αφιέρωσαν βωμούς.
Επίσης μετονόμασαν τον μήνα Μουνιχιώνα σε Δημητριώνα (Πλουτ. Δημ. 12) και τη γιορτή των Διονυσίων σε Δημήτρια. Τέλος, αποφάσισαν τη δημιουργία δύο νέων αττικών φυλών, που θα ονομάζονταν Αντιγονίδα και Δημητριάδα.

Θαργηλιών Ο ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και η αρχή του καλοκαιριού, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Μάιο-Ιούνιο.
Ο Θαργηλιών οφείλει την ονομασία του στο ρήμα θέρειν και στη λέξη Ήλιος, δηλαδή θερμαίνει, καίει ο Ήλιος, και η αντίστοιχη γιορτή τα Θαργήλια ή Θεργήλια ήταν αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα ως τον θεό της ηλιακής θερμότητας, με τη δύναμη της οποίας ωριμάζουν οι καρποί: «Θαργήλια εισί πάντες οι από γης καρποί». Τα Θαργήλια ήταν γιορτή που ετελείτο την 7η ημέρα του μήνα, η οποία εθεωρείτο ως γενέθλια ημέρα του Δήλιου Απόλλωνα.
Την παραμονή της γιορτής, που εθεωρείτο η γενέθλια ημέρα της Αρτέμιδος, ετελείτο εξιλαστήρια ή καθαρτήρια θυσία, για τον εξαγνισμό της πόλης των Αθηνών: «Θαργηλιώνος έκτη καθαίρουσι την πόλιν οι Αθηναίοι» (Διογένης Λαέρτιος 11,44).
Η θυσία του καθαρμού ήταν κατάλοιπο πανάρχαιας τελετής, κατά την οποία δύο άντρες θυσιάζονταν —ο ένας για τους άντρες της πόλης και ο άλλος για τις γυναίκες. Οι δύο αυτοί άντρες λέγονταν «φαρμακοί», ίσως γιατί χρησίμευαν ως μέσα ίασης και καθαρμού όλων των άλλων. Κατά τον Σουίδα, τρέφονταν δημοσία δαπάνη, οπότε πιθανώς να ήταν κατάδικοι που η εκτέλεσή τους προριζόταν να γίνει στα Θαργήλια. Κατά τους κλασικούς χρόνους το τελετουργικό της γιορτής παρέμεινε ίδιο, μόνο που στη θυσία γινόταν εικονική εκτέλεση δύο αντρών. Στη συνέχεια άρχιζαν οι κυρίως γιορτές, που έκλειναν την επομένη με μουσικούς αγώνες.

Στη διάρκεια του Θαργηλιώνα, ετελούντο επίσης:
α) Τα Βενδίδεια, την 19η και την 20η του μηνός προς τιμήν της θρακικής σεληνιακής θεάς Βενδίδος, η οποία ταυτιζόταν με την Αρτέμιδα, την Εκάτη και την Περσεφόνη. Τα Βενδίδεια γιορτάζονταν με δημόσιες θυσίες και τελετές. Το ιερό της, το Βενδίδιον, βρισκόταν κι αυτό στον λόφο της Μουνιχίας στον Πειραιά.
β) τα Πλυντήρια, την 25η του μηνός για τον καθαρισμό των πέπλων του αρχαϊκού ξοάνου της Πολιάδος Αθηνάς στη θαλάσσια περιοχή του Φαλήρου, ενώ στην πόλη σταματούσε κάθε εργασία. Επίσης, ιερείς από το γένος των Πραξιεργιδών έπλεναν το ξόανο της θεάς ακολουθώντας ειδική ιερή τελετουργία.
γ) Η γιορτή των Καλλυντηρίων την 19η του μηνός για τον καλλωπισμό του ναού της πολιούχου θεάς Αθηνάς και του Ερεχθείου, και τέλος
δ) Ανά τριετία τα Μικρά Παναθήναια.
Διάφοροι ερευνητές (Mommsen κ.ά.) συνδυάζουν την ηλιακή ανατολή του σμήνους των Πλειάδων στον ουρανό με την τέλεση των προϊστορικών γιορτών των Πλυντηρίων. Τότε γίνονταν, εκτός από τις γιορτές προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, οι πλύσεις των ενδυμάτων, οι ετήσιες εκλογές των Αχαιών, ενώ άρχιζε και η συγκομιδή των δημητριακών.
Ο μήνας Θαργηλιών αναφέρεται και στα μηνολόγια της Δήλου, Αμοργού, Πάρου, Τήνου, Εφέσου, Περγάμου και Μιλήτου.

Σκιροφοριών ο ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ ΜΗΝΑΣ του αττικού ημερολογίου και ο κυρίως μήνας του καλοκαιριού, αφού αντιστοιχούσε στους σημερινούς μήνες Ιούνιο-Ιούλιο.
Την ονομασία του την οφείλει στη γιορτή των Σκιροφορίων, που γιορτάζονταν την 12η ημέρα του, προς τιμήν της θεάς Αθηνάς (Αρστφ. Εκκλ. 18,59).
Στη γιορτή αυτή μεταφερόταν με πομπή, από τον Παρθενώνα μέχρι το προάστειον Σκίρον στην Ιερά Οδό, το μεγάλο λευκό σκιάδιο (σκίρον) της θεάς Αθηνάς, το οποίο κρατούσαν οι ιερείς, συνοδοί της πομπής, από το γένος των Ετεοβουταδών.
Το πλατύγυρο λευκό σκιάδιο ήταν εφεύρεση της Αθηνάς και συμβόλιζε την προστασία της στην πόλη των Αθηνών και στους αττικούς αγρούς από τον καύσωνα των θερινών μηνών. Στην ίδια πομπή μεταφερόταν και το Διός κώδιον, δηλαδή το δέρμα κριαριού (προβιά), που είχε θυσιαστεί στον Μειλίχιο Δία. Έτσι, οι Αθηναίοι ζητούσαν να εξασφαλισθεί η συνδρομή του θεού για την πόλη των Αθηνών και η προστασία του, για την αγροτική παραγωγή τους, από τον υπερβολικό καλοκαιρινό καύσωνα.
Κατά τον μήνα Σκιροφοριώνα ετελούντο στην Αθήνα τα Αρρηφόρια, προς τιμήν της Αθηνάς. Στον βράχο της Ακρόπολης, δυτικά του Ερεχθείου, υπήρχε το λεγόμενο οίκημα των αρρηφόρων. Αυτές ήταν δύο μικρά κορίτσια από 7 ως 11 χρονών, που μετέφεραν «άρρητα», δηλαδή κρυφά και μυστικά ιερά αντικείμενα. Οι τελετές έπρεπε να γίνουν με απόλυτη μυστικότητα, αλλιώς οι ιερουργίες έχαναν τη δύναμή τους. Όλος αυτός ο μυστικισμός μάς δείχνει ότι τα Αρρηφόρια ήταν γιορτή αγροτικών λατρευτικών πράξεων, με σκοπό να επηρεάσουν και να ενισχύσουν την ευφορία της γης, για μια πλουσιότερη συγκομιδή. Στον Πειραιά —πιθανώς την 14η Σκιροφοριώνα— τελούνταν τα Διισωτήρια προς τιμήν του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Σωτείρας, για τα οποία δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες, γιατί συνέπιπταν με τα Διιπόλεια και συγκεκριμένα με τα Βουφόνια. Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, του Σκιροφοριώνα και ειδικά την τελευταία πανσέληνο του έτους, ίσως την 14η του μηνός, ετελείτο η θρησκευτική γιορτή των Βουφονίων προς τιμήν του Πολιέα Δία, του Διός πολιούχου των Αθηνών.

Τα Βουφόνια ήταν μέρος της αρχαιοτάτης γιορτής των Διπολίειων ή Διπόλειων, που ετελείτο την 24η Σκιροφοριώνα προς τιμήν του πολιούχου Διός (Παυσ. Α’, 24), ενώ τα Βουφόνια μάλλον καθιερώθηκαν την εποχή του βασιλιά Ερεχθέα.
Τον μήνα αυτόν, το αλώνισμα είχε τελειώσει και τα δημητριακά της νέας σοδειάς είχαν συγκεντρωθεί στην Ακρόπολη. Οι Αθηναίοι έβαζαν, λοιπόν, πάνω στον βωμό του Δία στάρι και κριθάρι ανακατεμένα. Άφηναν επίσης βόδια να βόσκουν ελεύθερα γύρω από την Ακρόπολη. Όταν κάποιο από τα βόδια αυτά πλησίαζε τον βωμό και έτρωγε τα σπέρματα, ένας ιερέας, ο Βουτύπος, το χτυπούσε δυνατά με τσεκούρι, ενώ ένα άλλος, ο Βουφόνος —από όπου προέρχεται η ονομασία των Βουφονίων— του έκοβε τον λαιμό με μαχαίρι.
Στη συνέχεια, πετούσαν τα φονικά όργανα και εξαφανίζονταν, γιατί εθεωρείτο αμαρτία η σφαγή των ζώων. Οι άλλοι εορτάζοντες μαγείρευαν το ζώο και το έτρωγαν όλοι μαζί με χορούς και τραγούδια.
Στο Πρυτανείο, ο βασιλιάς έκανε μια παρωδία δίκης για να βρει τον ένοχο της σφαγής, που τελικά ήταν το τσεκούρι και το μαχαίρι, τα οποία πανηγυρικά τα τιμωρούσαν ρίχνοντάς τα στη θάλασσα.
Η σημασία του μύθου παραμένει άγνωστη. Ίσως τα Βουφόνια είχαν αναμνηστικό και εξιλαστήριο χαρακτήρα, αφού οι πιστοί γέμιζαν το κουφάρι του βοδιού με σανό, το έζευαν στο άροτρο και το έβαζαν, τάχα, να οργώσει. Πιθανώς να ήταν μια μίμηση της ανάστασης της ζωής, που θα ερχόταν με τον καινούργιο χρόνο.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ
ΠΩΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ τα αρχαιολογικά δεδομένα, η αρχή του έτους δεν ήταν κοινή για τα ελληνικά ημερολόγια που χρησιμοποιούσαν οι διάφορες ελληνικές πόλεις. Αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιήσεων ήταν να μη συμπίπτουν και τα θρησκευτικά εορτολόγια των επιμέρους ελληνικών κοινωνιών.
Το αττικό ημερολόγιο όριζε ως αρχή του έτους την πρώτη νουμηνία μετά το θερινό ηλιοστάσιο. Στο ημερολόγιο των Λακεδαιμονίων το έτος άρχιζε την φθινοπωρινή ισημερία, ενώ το έτος των Μακεδόνων άρχιζε την πρώτη νουμηνία μετά τη φθινοπωρινή ισημερία. Το μακεδονικό ημερολόγιο διαδόθηκε ευρύτατα σε χώρες της Ασίας και στην Αίγυπτο κατά την περίοδο των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των επιγόνων του.
Αντίθετα, το ημερολόγιο των Βοιωτών άρχιζε από την πρώτη νουμηνία μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, όπως και το ημερολόγιο των Αιτωλών, ενώ το κερκυραϊκό έτος άρχιζε με την εαρινή ισημερία.
Ειδικά το ημερολόγιο των Δελφών άρχιζε τον μήνα Απελλαίο, πιθανώς αντίστοιχο του αττικού μήνα Μαιμακτηριώνα. Σπουδαίος όμως ήταν και ο ανοιξιάτικος μήνας Βύσιος. Η 7η ημέρα αυτού του μήνα εθεωρείτο γενέθλια ημέρα του Απόλλωνα και μάλλον συνέπιπτε με την εαρινή ισημερία. Ο μήνας Βύσιος, αντίστοιχος προς τον αττικό Ανθεστηριώνα, ήταν για τους κατοίκους των Δελφών η κύρια χρονική περίοδος —κατά την οποία έπρεπε να ερωτάται το μαντείο των Δελφών— προκειμένου να δίνει τους χρησμούς του. Ανάλογα μεταβάλλονταν τα ονόματα των μηνών στα άλλα ελληνικά ημερολόγια (δες πίνακα στο τέλος της ενότητας) καθώς και η αρίθμηση των ημερών.
Ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς την πρώτη ημέρα της άνοιξης συμβάδιζε με την αναγέννηση της φύσης ύστερα από το πέρασμα του παγερού χειμώνα. Οι πανάρχαιοι μύθοι και οι θρύλοι, που ομοιάζουν μεταξύ τους, αν και πλάστηκαν από διάφορους —μη συγγενείς— λαούς, εντούτοις έχουν την ίδια πηγή και εμπνέονται από το θέαμα της ανακύκλησης των εποχών του έτους. Μετά τον άξενο χειμώνα, ακολουθεί η θαυμάσια εποχή της άνοιξης με την αναγέννηση της φύσης. Γι’ αυτόν τον λόγο, πολλοί λαοί όρισαν σαν αρχή του έτους τους την εαρινή ισημερία —την πρώτη ημέρα της άνοιξης.
Όσον αφορά το αττικό ημερολόγιο, την επίβλεψη και τον ακριβή καθορισμό των εορταστικών ημερών καθόριζε θρησκευτικός άρχοντας, που σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς ονομαζόταν Ιερομνήμων (ο μνήμων των ιερών), αυτός δηλαδή που τηρούσε τα ιερά αρχεία.
Επίσης Ιερομηνία εκαλείτο ο ιερός χρόνος εορτασμού μιας μεγάλης γιορτής, που διαρκούσε πολλές ημέρες ή συνήθως και ολόκληρο μήνα, απ’ όπου πήρε την ονομασία της. Την περίοδο της Ιερομηνίας σταματούσε κάθε εργασία και οποιαδήποτε πράξη η οποία θα διατάραζε το ειρηνικό κλίμα που απαιτούσε ο εορτασμός. Η ιερομηνία αναγγελλόταν από κήρυκες που διέρχονταν από όλες τις ελληνικές πόλεις· ιδιαίτερα η περίοδος διακοπής των εχθροπραξιών ονομαζόταν εκεχειρία. Ιερομηνία ετηρείτο στις τέσσερις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές: τα ίσθμια, τα Νέμεα, τα Ολύμπια και τα Πύθια.


(Συνεχίζεται..)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου