Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Σοφές ιστορίες της Ανατολής

1. ΠΩΣ ΜΙΚΡΑΙΝΕΙ ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΑΣΗ
Σε μια χώρα υπήρχε ένα χωριό που απείχε πέντε χιλιόμετρα από το παλάτι του βασιλιά. Το χωριό αυτό είχε μια πηγή με θαυμάσια νερά και ο βασιλιάς είχε προστάξει τους χωρικούς να του φέρνουν νερό κάθε μέρα.
Οι χωρικοί όμως γρήγορα κουράστηκαν από το μακρινό πήγαινε - έλα. 
Η μόνη λύση ήταν ν' αφήσουν το χωριό, να φύγουν μακρυά κι έτσι ν' απαλλαγούν από την υποχρέωση.
Αφού σκέφτηκε το πρόβλημα ο αρχηγός του χωριού είπε στους χωρικούς : "Μην εγκαταλείψετε τα σπίτια σας. Θα πάω εγώ στον βασιλιά και θα του ζητήσω να βγάλει διάταγμα που να λέει ότι από εδώ και εμπρός η απόσταση από το χωριό μας μέχρι το παλάτι να είναι τρία χιλιόμετρα. Έτσι, το πήγαινε - έλα θα συντομέψει και σεις δεν θα κουράζεστε τόσο πολύ".
Πήγε λοιπόν στον βασιλιά με το αίτημά του και εκείνος με ευχαρίστηση ικανοποίησε.
Όταν το έμαθαν οι χωρικοί χάρηκαν πολύ!!!
Ένας τους όμως είπε: "Μα δεν υπάρχει πραγματική διαφορά στην απόσταση"...
Ωστόσο, παρ' όλο που όλοι τον άκουσαν, συνέχισαν να πιστεύουν το διάταγμα του βασιλιά και κανένα λογικό επιχείρημα δεν κατάφερε να τους κάνει ν' αλλάξουν γνώμη... 



2. Ο ΚΑΘΡΈΦΤΗΣ
Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας φτωχός και βασανισμένος άνθρωπος. Είχε τόσα πολλά χρέη που απελπισμένος έφυγε τρέχοντας να κρυφτεί στην άγρια φύση. 
Μια μέρα, εκεί που περιπλανιόταν βρήκε ένα σεντούκι γεμάτο σπάνιους και πανέμορφους θησαυρούς. Αυτός που είχε βάλει μέσα τους θησαυρούς, είχε τοποθετήσει πάνω τους και έναν λαμπερό καθρέφτη.
Όταν ο φτωχός είδε το σεντούκι, ενθουσιάστηκε. Το άνοιξε αμέσως αλλά όταν πήρε στα χέρια του τον καθρέφτη και είδε το πρόσωπό του, φοβήθηκε. Ένωσε τα χέρια του και είπε στο πρόσωπο που έβλεπε (δηλαδή το δικό του): "Νόμιζα πως το σεντούκι ήταν άδειο και ότι δεν ανήκε σε κανέναν. Δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ μέσα. Σε εκλιπαρώ κύριε μη θυμώσεις!'
Και με τα λόγια αυτά άφησε κάτω τον καθρέφτη και έτρεξε να κρυφτεί ακόμα πιο μακρυά....



3. ΤΟ ΑΝΥΠΑΚΟΥΟ ΝΕΡΟ
Κάποτε ένας ταξειδιώτης δίψασε πολύ.  Ευτυχώς βρήκε στο διάβα του μια ξύλινη υδρορροή με καθαρό νερό. Ήπιε μέχρι που ξεδίψασε και όταν τελείωσε σήκωσε το χέρι του και είπε στο νερό που έτρεχε: "Ξεδίψασα, Σταμάτα να τρέχεις!" 
Το νερό βέβαια συνέχισε να ρέει.
Ο άνδρας θύμωσε πολύ και φώναξε: "Σου είπα ότι ξεδίψασα. Σου είπα να σταματήσεις! Γιατί εσύ συνεχίζεις;"
Κάποιος που περνούσε από εκεί είδε τον ταξειδιώτη και του είπε: "Μα πόσο ανόητος είσαι! Αντί να φωνάζεις στο νερό και να του λες να πάψει να κυλά, γιατί απλά δεν φεύγεις;"







100+1 ΣΟΦΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗς ΑΝΑΤΟΛΗΣ, Εκδ.ΑΡΧΕΤΥΠΟ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου