Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

10. παιδικές σκανταλιές..

    Ένα από τα ποντιακά φαγητά που τρώγαμε ήταν ο «σουρβάς». Έστρωσε το βράδυ η μάνα μου το στρογγυλό μας τραπέζι, το «σοφρά» και καθίσαμε γύρω σ' αυτό για να φάμε. Ο διάβολος ξύπνησε μέσα μου και είπα στη μάνα μου να διαχωρίσει από τον «σουρβά» το γιαούρτι. Στη δήλωση της μητέρας ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και στα παρακάλια της «φα πουλόπομ, φα»(1) εγώ επέμενα στο αίτημά μου, οπότε ο πατέρας που ήταν δίπλα μου μ' άστραψε ένα γερό μπάτσο και κλαίγοντας σηκώθηκα από το τραπέζι, για να τον «τιμωρήσω» δε, κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, μπήκα στο στάβλο και κοιμήθηκα στο παχνί με τη ζεστασιά των χνώτων από τις αγελάδες. Από τότε και μέχρι σήμερα δεν δυσφόρησα ποτέ στο όποιο είδος φαγητού μου προσφερόταν. Ιδού μια τρανή απόδειξη ότι "το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο".

    Το καρπούζι στο χωριό μας, όπως και άλλα φρούτα, θεωρούνταν είδος πολυτελείας και γι' αυτό δυσεύρετα, είτε διότι τα χωράφια μας ήταν «ξηρικά», μη αρδευόμενα, είτε διότι δεν ήξεραν οι κάτοικοι την καλλιέργειά τους.
    Κάποιος όμως από το διπλανό χωριό καλλιεργούσε καρπούζια και πεπόνια και το χωράφι του ήταν γνωστό στους πιτσιρικάδες τέσσερις από τους οποίους, μεταξύ των κι' εγώ, αποφάσισαν να το επισκεφθούν. Πήγαμε στο χωράφι σα νοικοκύρηδες, σπάσαμε δύο τρία καρπούζια και κορέσαμε την επιθυμία μας. Ποιος ήξερε τότε ότι η πράξη μας αυτή ήταν κολάσιμη και που δεν καλύπτονταν από το ισχυρό ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Δεν αρκεστήκαμε όμως σ' αυτό. Κόψαμε και καμιά δεκαριά για τα σπίτια μας, χωρίς να σκεφτούμε το πως θα τα μεταφέραμε. Για τη λύση του προβλήματος κάποιος της παρέας πρότεινε να σπάσομε από το διπλανό δάσος δύο κλαδιά  στα οποία να διαπεράσομε τα καρπούζια, δίκην «σούβλας», και να τα μεταφέρομε. Έτσι κι' έγινε. Επειδή όμως δεν είχαμε μαχαίρι οι ρόζοι των κλαδιών με τα παρακλάδια τους καθαρίστηκαν με το σπάσιμό τους. Έτσι περάσαμε σ' αυτά τα καρπούζια και περήφανοι για το «κατόρθωμά» μας μπήκαμε στο χωριό και πήγαμε κατ' ευθείαν πρώτα στο σπίτι το δικό μου.
    Έτυχε ο πατέρας να βρίσκεται στην αυλή και σε αυστηρή ερώτησή του «τι πράματα είναι αυτά;» με κάποια ικανοποίηση για την πράξη μας του είπαμε ότι θέλαμε και οι δικοί μας να φάνε καρπούζι. Τι καρπούζι όμως θα έτρωγαν αφού από το άγαρμπο τρύπημα και το κούνημά τους κατά τη διαδρομή όλος ο χυμός τους είχε ποτίσει το χώμα; Στην απάντησή μας, έσυρε από τη μπότα του το ασημοστολισμένο μαστίγιό του, που ποτέ δεν το αποχωρίζονταν και φάγαμε στις γυμνές μας γάμπες, στα πισινά και στο κεφάλι μας το ξύλο της χρονιάς μας χωρίς να διανοηθούμε να το βάλομε στα πόδια, ώσπου κουράστηκε ο καημένος ο πατέρας και μας άφησε, ενώ τα καρπούζια έγιναν ευχάριστο φαγητό των γουρουνιών μας. Την ίδια μέρα η δημόσια συγνώμη του από τον ιδιοκτήτη του χωραφιού σταμάτησε τη δημόσια χλεύη μας στο χωριό.
    Μια Κυριακή πρωΐ  πήγαμε στην εκκλησία όπου εγώ εκτελούσα τα καθήκοντα του νεωκόρου. Το εκκλησίασμα αποτελείτο μόνο από γυναίκες. Η απουσία των ανδρών ενόχλησε ιδιαίτερα τον πατέρα μου, που με έστειλε στο σπίτι με την εντολή να σελώσω το άλογό του. Μόλις γύρισα στο ναό κάλεσε στο ιερό τον ψάλτη -Θόδωρο τον έλεγαν- και του παρήγγειλε να παρατείνει το χερουβικό μέχρι να γυρίσει χωρίς να του πει το λόγο. Έβγαλε τα άμφιά του κι' αθόρυβος έφυγε από το ναό, πήγε στο σπίτι, ανέβηκε στο άλογο και κατευθύνθηκε στο καφενείο όπου οι άνδρες έπαιζαν χαρτιά, άλλοι «εξηνταέξι», άλλοι «ξερή» κι' άλλοι «σκαμπίλι». Μπήκε μέσα στο καφενείο καβάλα στο άλογο, έσυρε από τη μπότα του το μαστίγιό του κι' άρχισε να χτυπά τους χαρτοπαίζοντες όπου τύχει, για το λόγο ότι ήταν Κυριακή κι' έπρεπε να βρίσκονται στο ναό κι' όχι στο καφενείο. Κανείς από τους θαμώνες δεν αντέδρασε παρά τα χτυπήματα είτε διότι τον σέβονταν είτε διότι τον φοβόταν. Αποτέλεσμα, γέμισε η εκκλησία από άνδρες που από τότε δεν έλειπε σχεδόν κανείς τους από αυτή.
Διατηρούσαν ακόμα νωπό το θρησκευτικό αίσθημα που ίσχυε στον Πόντο και το σεβαστό στον λειτουργό του Υψίστου, στον παπά του χωριού τους τον οποίο και συμβουλεύονταν πολλές φορές.
    Ένα λεβεντόπαιδο του χωριού, τίμιος και δουλευτής νέος, δεν θυμάμαι το όνομά του, αγάπησε μια όμορφη Ποντιοπούλα, διπλανού χωριού, που ανταποκρίνονταν στην αγάπη του, οι γονείς της όμως ήταν ανένδοτοι είτε διότι η θυγατέρα τους θα πήγαινε νύφη σε άλλο χωριό είτε διότι ο υποψήφιος γαμπρός δεν είχε υποστατικά, είτε διότι ήταν μοναχοκόρη. Έστειλε λοιπόν τη μητέρα του  -ήταν ορφανός από πατέρα-  να συμβουλευτεί τον πατέρα μου κι' αυτός αφού άκουσε το πρόβλημα ζήτησε να μιλήσει κατά μόνας με τον ερωτοχτυπημένο νέο. Ήρθε λοιπόν αυτός κι' ύστερα από μιας περίπου ώρας συζήτησης μεταξύ τους, του συνέστησε «δέβα σύρων ατέν κι εγώ στεφανώνω σας»(2). Σε λίγες μέρες ο νέος με τους φίλους του οργάνωσαν την απαγωγή με απόλυτη μυστικότητα.
     Την καθορισμένη νύχτα πήγαν με αλογόκαρο στο χωριό της νύφης, στάθμευσαν πίσω στο σπίτι όπου βρισκόταν το υπνοδωμάτιο της υποψήφιας νύφης που υποτίθεται ότι τους περίμενε και με τη βοήθεια μιας ξύλινης σκάλας ανέβηκαν δύο, άνοιξαν αθόρυβα το παράθυρο που επίτηδες δεν είχε μανταλωθεί από μέσα, πλησίασαν, φίμωσαν, έδεσαν τα πόδια της κοιμωμένης και τυλιγμένη με σεντόνι την έβαλαν στο κάρο προς μεγάλη ικανοποίηση του γαμπρού που μαστιγώνοντας το άλογο ήθελε ν' απομακρυνθεί όσο πιο μακριά μπορούσε από τον τόπο του εγκλήματος. Πριν έρθουν στο χωριό, σταμάτησαν, την έλυσαν και τι να δουν. Αντί της κοπέλας έκλεψαν τη μάνα της που επιδόθηκε σε ύβρεις και κατάρες κατά των απαγωγέων της οι οποίοι την εγκατέλειψαν εκεί, νύχτα και μόνη κι' επέστρεψαν στο χωριό. Οι απαγωγείς δεν έκαναν λάθος στο δωμάτιο. Είχε μεσολαβήσει κάποια συνηθισμένη διένεξη του ζεύγους και η μητέρα κοιμήθηκε στο δωμάτιο της κόρης αυτή δε στο ντιβάνι της κουζίνας που βρίσκονταν στο μπροστινό μέρος του σπιτιού. Ο πρώτος που έμαθε το περιστατικό το ίδιο βράδυ ήταν ο πατέρας μου που την επομένη κάλεσε τον πατέρα της νύφης, τον επετίμησε για την άρνησή του, του κατέστησε σαφές ότι δεν μπορεί να είναι σαν αγρότης προσδεδεμένος στο φουστάνι της κόρης του και τα τοιαύτα, επεκαλέσθη δε για τις απόψεις του ρήσεις του Ευαγγελίου και τη συμπαράσταση των γεροντότερων φίλων του, έτσι ώστε στο μήνα απάνω έγινε ο γάμος ιερουργούντος του πατέρα μου που δώρισε στο νέο ζευγάρι ένα χάλκωμα και μία χοιρομητέρα.
     Με τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν, δεν ξέρω την τύχη του ζεύγους αυτού.

(Συνεχίζεται...)

1. Φάε πουλάκι μου, φάε
2. Πήγαινε κλέψτην κι' εγώ σας στεφανώνω.

1 σχόλιο:

  1. ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πώς θα εξελιχθεί ένα σκανταλιάρικο παιδί... τελικά... όλοι βρίσκουν το δρόμο τους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή