Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

8. απερισκεψίες... ζαβολιές

    Την εποχή εκείνη οι ιερείς δεν μισθοδοτούνταν από την Πολιτεία και γι' αυτό οι κάτοικοι των χωριών, κατά εθιμικό στον Πόντο δίκαιο, έφερναν  στον παπά κατ' έτος 25 οκάδες σιτάρι που τις περισσότερες φορές ήταν κακής ποιότητος και γεμάτο σκύβαλα, καθαριζόμενο δε από τη μητέρα ήταν κάτω της μισής ποσότητας. Οι συγκεντρούμενες έτσι ποσότητες ήσαν ελάχιστες αφού και τα χωριά ήταν μικρά, γι' αυτό και παράλληλα  με τα ιερατικά τους καθήκοντα ασχολούνταν κι' αυτοί με την καλλιέργεια των αγρών τους  ή με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που δεν ήταν αντίθετη σ' αυτά. Έτσι ο πατέρας μου είχε στα σύνορα με το χωριό «Στεφάνια» ένα νερόμυλο που συχνά πυκνά χαλούσε και για την επισκευή αλλά και τον εκσυγχρονισμό του κάλεσε από τη Θεσσαλονίκη στο χωριό κάποιον μηχανικό που τον έλεγαν Μαλάκη. Οι γνώσεις του με επηρέασαν ώστε ήθελα σαν μεγάλωνα να γινόμουν μηχανικός, σε αντίθεση με τον πατέρα που με ήθελε αξιωματικό. 
Λόγω των τεχνικών προβλημάτων του νερόμυλου, γρήγορα τέθηκε σε αχρηστία. Είχε ακόμα ο πατέρας μελίσσια, 200 κυψέλες και 100 κοφίνια . Το χειμώνα τα πήγαινε στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής όπου το κλίμα ήταν ηπιότερο σε σημείο ώστε μια φορά τουλάχιστον κατά τη διάρκειά του να τα τρυγούμε και με το πικρίζον από το θαμνώδες φυτό «σουσούρα» μέλι τους να συμπληρώνει το εισόδημά του. Την άνοιξη τα μελίσσια ξαναμεταφέρονταν στο χωριό και αραδιάζονταν στο χωράφι μας που βρίσκονταν σε επαφή με το δρόμο προς το «Χαϊνταρλί» και το πηγάδι. Δυο φορές,  άνοιξη και καλοκαίρι τρυγούσαμε τα μελίσσια και σε κάθε τρύγο με έστελνε ο πατέρας με ένα δοχείο μέλι, πιάτο (μπωλ), κουτάλι και νερό στο δρόμο  για να κερνώ τους περαστικούς δωρεάν και δεν ήταν λίγοι, κυρίως νέοι και νέες που περνούσαν απ' εκεί είτε για νερό είτε για να πάνε στα διπλανά χωριά. Μια μόνο χρονιά δεν ακολουθήσαμε την τακτική αυτή. Ήταν του Αγίου Γεωργίου που χιόνισε πολύ και για να συντηρήσουμε τα μελίσσια τα ταΐσαμε με ζάχαρη που η αξία της σε οκά ήταν ίδια με το μέλι. Όταν μετά την άρνησή του να ενταχθεί στο ΕΑΜ και τον διαγραφόμενο κίνδυνο της ζωής του εντάχθηκε στις ένοπλες ομάδες της ΠΑΟ με την προτροπή των αξιωματικών Χωροφυλακής Τζαμαλούκα και Μήτσου, ήρθαν στο χωριό οι ελασίτες, έβαλαν τις κυψέλες τη μια πάνω στην άλλη και δίπλα σ' αυτές τα κοφίνια και τα πυρπόλησαν μαζί με το σπίτι. Τα μόνα που σώθηκαν ήταν τα εργαλεία του τρυγητού που βρίσκονταν σε κάποιο φιλικό μας σπίτι στη Βάλτα της Κασσανδρείας, χωρίς μέχρι σήμερα να τα αναζητήσομε. Τι να τα κάνουμε άλλωστε;
    Ο πατέρας μου ήταν Βασιλικός, ενώ ο αδελφός μου Βενιζελικός. Όταν πέθανε ο Βενιζέλος, το 1936, με φώναξε ο πατέρας που καθόταν στη βεράντα και ησχολείτο με την τοποθέτηση κηρυθρών σε πλαίσια των  κυψελών για τα μελίσσια και μου είπε. «δέβα και πε τον πασάκας ο Βενιζέλος εψόφεσεν» δηλαδή «πήγαινε και πες στον αδελφό σου ότι ο Βενιζέλος ψόφησε». Δεν ήξερα τότε τι σημαίνει Βασιλικός και τι Βενιζελικός και ποιό το μεταξύ τους χάσμα. Πλησίασα τον αδελφό μου που απασχολούνταν στην αυλή και του το είπα. Έγινε έξαλλος, άφησε τη δουλειά του και κινήθηκε να με πιάσει θεωρώντας ότι τη φράση την είπα από μόνος μου. Έτρεξα στον αχυρώνα και σκεπάστηκα με τα άχυρα. Ευτυχώς για μένα αρκέστηκε να ρίξει μια γρήγορη ματιά στον ελεύθερο χώρο του αχυρώνα κι' έφυγε προς μεγάλη ικανοποίησή μου. Το όλο περιστατικό παρακολουθούσε ο πατέρας χαμογελώντας με ικανοποίηση. Μέρες πολλές πέρασαν για να πάψω να φοβάμαι τον αδελφό μου.
    Κάποιο βαρύ χειμώνα, πριν καλά σκοτεινιάσει, ήρθε στο σπίτι ένας τουρκόφωνος φίλος του πατέρα, ψηλός, ξερακιανός και βρεγμένος ως το κόκαλο. Τον έλεγαν «Τσατάλ» που στα τουρκικά σήμαινε «δίχαλο». Αιτία της επισκέψεως ήταν, όπως τουλάχιστον δήλωσε, να δει το φίλο του από τον Πόντο και να θυμηθούν τα παλιά. Η μάνα μου του έδωσε στεγνά ρούχα, έστρωσε ένα κιλίμι χοντρό μπροστά στο τζάκι και δίπλα στον πατέρα μου. Αμέσως η νύφη μας η Κάτκα, γυναίκα του αδελφού μου, έφερε μια στρογγυλή σκάφη, το «λεγένι», και με το χλιαρό νερό που υπήρχε σχεδόν πάντα στα πιθάρια του μπάνιου και που έριχνε η μάνα, του έπλυνε και σκούπισε τα βρώμικα πλην ταλαιπωρημένα του πόδια. Ήταν κι' αυτό ένα δείγμα της φιλοξενίας των Ποντίων και μια υποχρέωση της νύφης. Μόλις τελείωσε η διαδικασία αυτή, ξάπλωσε στο κιλίμι κι' έβαλε τα πόδια του πάνω στο ολόασπρο βαμβακερό μαξιλάρι. Η μητέρα μου παραξενεύτηκε και τον ρώτησε στα τουρκικά. «Τσατάλ εφέντη που πας γιαστιγί, νε ιτσούν γκοϊντούν αγιάχλαρίν αλτινά;» (Αφέντη Τσατάλ, αυτό είναι μαξιλάρι για το κεφάλι, για ποια αιτία το έβαλες κάτω στα πόδια σου;) Κι' ο ετοιμόλογος αλλά και θυμόσοφος Τσατάλ της απάντησε δείχνοντας το κεφάλι και τα πόδια του. «που πασιμτάν ζαβαλλί αγιαχλαρίμ γιορουλτουλάρ, οναρά λαζίμ ιλτιφάτ» (από αυτό το κεφάλι μου τα καϋμένα πόδια μου κουράστηκαν, σ' αυτά χρειάζεται περιποίηση).
    Μια χρονιά, νομίζω του 1938 με 1940, ήρθαν στο σπίτι μας στο χωριό μακρινοί μας συγγενείς από τη Θεσσαλονίκη, καμιά δεκαριά άτομα με τα παιδιά τους. Μείνανε όλοι στο σπίτι και οι εξ αυτών γεροντότεροι θυμήθηκαν τα της πατρίδας κι' εμείς τα παιδιά επιδοθήκαμε στα παιχνίδια χωρίς διάκριση αγοριών και κοριτσιών. Την επομένη ήταν η εορτή του Αγίου Παντελεήμονος κι' ο πατέρας είχε προσκληθεί από το φίλο του, ιερέα του χωριού Τέρπυλος να συνλειτουργήσει. Έτσι αυτός έφυγε πρωΐ - πρωΐ να προλάβει τον όρθρο, εμείς δε και οι επισκέπτες μας με κάρο και γαϊδουράκια φτάσαμε λίγο αργότερα και καταλύσαμε σε γνωστό των γονιών μου σπίτι που ήταν κι' αυτό μονοκατοικία με χωμάτινα δάπεδα. Με το τέλος της λειτουργίας το σπίτι γέμισε επισκέπτες και μετά το πρώτο κέρασμα, ρακί για τους άνδρες, γλυκό του κουταλιού για τις γυναίκες και φοντάν ή βανίλια για τα παιδιά, η οικοδέσποινα βοηθούμενη κι' από τη νύφη μας την Κάτκα ή και από άλλες, άρχισαν να στρώνουν το τραπέζι για φαγητό που ήταν ο καθιερωμένος «σουρβάς» και κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο. Στο διάστημα αυτό, χαζεύοντας από το παράθυρο παρατήρησα ότι στο περβάζι του υπήρχε ένα πήλινο μπιμπελό αλογάκι με σπειροειδή ουρά που την κουνούσες με το χέρι σ' όποια κατεύθυνση ήθελες. Η ουρά αυτή μου φάνηκε δυσανάλογα μικρή με το σώμα του αλόγου και δεν μπορούσα να καταλάβω πως ένα τέτοιο όμορφο άλογο είχε τόσο μικρή ουρά. Έτσι αποφάσισα να τη μακρύνω και τραβώντας την έφτασε στο τριπλάσιο του αρχικού της μήκους, αφήνοντας την δε ακούμπησε η άκρη της στο δάπεδο του περβαζιού χωρίς και να ταλαντεύεται. Προσπάθησα επίμονα να την αποκαταστήσω στην αρχική της μορφή χωρίς όμως αποτέλεσμα είτε διότι η σπείρα ήταν πολύ αδύνατη είτε διότι ήταν από κοινό λεπτό σύρμα. Κυριεύθηκα από φόβο για το ατόπημά μου και την ανακάλυψη της ευθύνης μου γι' αυτό και για να αποφύγω τις τυχόν συνέπειές της έφυγα αθόρυβα από την τραπεζαρία και κρύφθηκα σε παρακείμενους θάμνους, νηστικός και διψασμένος μέχρι που οι δικοί μας πήραν το δρόμο της επιστροφής στους οποίους και εντάχθηκα δικαιολογήσας την απουσία μου από το τραπέζι με το κατά συνθήκην ψεύδος ότι έπαιζα με τα παιδιά του χωριού.
    Έκτοτε και μέχρι σήμερα η αταξία μου εκείνη δεν αποκαλύφθηκε ή τουλάχιστον η υπαιτιότητά μου. Ίσως αυτή να ήταν η αιτία να ενοχλούμαι μέχρι σήμερα όταν μικρά παιδιά περιεργάζονται σε ξένα σπίτια μικροαντικείμενα ή μπιμπελό, την αξία των οποίων για τον οικοδεσπότη δεν μπορούν να εκτιμήσουν.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου