Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

5. Τα παιδικά χρόνια



    Tο σπίτι στο χωριό ήταν τεράστια λιθοδομή που στο χτίσιμό της εξωτερικά είχαν χρησιμοποιηθεί τεράστιοι πελεκητοί κορμοί βαλανιδιάς (δρυς) και καραγάτσι (πτελέα η πελιδνή) κατά το ήμισυ σχεδόν του πάχους του τοίχου για τη συνεκτικότητά του, όπως σήμερα χρησιμοποιείται το οπλισμένο ή μη σκυρόδεμα (σινάζ) στις πλινθοδομές. Το ισόγειο με τον όροφο χωρίζονταν με χοντρά δοκάρια από το ίδιο ξύλο. Το πάτωμα του ορόφου ήταν από χοντρές σανίδες του ίδιου ξύλου που εφάπτονταν τέλεια μεταξύ τους. Στο ισόγειο υπήρχε ο στάβλος για τα αροτριώντα ζώα, τις αγελάδες, το αγαπημένο άλογο του πατέρα και το πανύψηλο γαϊδούρι μας, την «Ερσέκα», φερμένο από την Κύπρο. Υπήρχαν ακόμα σ' αυτό και σε ιδιαίτερο χώρο καλώς αεριζόμενο οι αναγκαίες ετήσιες προμήθειες τροφίμων (βούτυρο, λοιπά παράγωγα του γάλακτος όπως τα έφτιαχναν στον Πόντο, λάδι, όσπρια διάφορα κ.λπ.), δύο μεγάλα, στερεά συνδεδεμένα με το έδαφος, ξύλινα αμπάρια για το σιτάρι και δίπλα απ' αυτά δύο τεράστια βαρέλια από γαλβανιζέ λαμαρίνα για το αλεύρι. Δίπλα στο σπίτι υπήρχε λιθόκτιστος αχυρώνας για τις ζωοτροφές.

    Στη μεγάλη περιτοιχισμένη αυλή υπήρχε φούρνος τον οποίο ανακατασκεύασε ο πατέρας δημιουργώντας κάτω από αυτόν υπόγεια ευρύχωρη μυστική αποθήκη στην οποία νύχτα, την περίοδο του αλωνίσματος, τοποθετούσε τενεκέδες γεμάτους σιτάρι, παξιμάδια και αλεύρι που παρέμεναν εκεί για λόγους πρόνοιας μέχρι την επόμενη σοδειά οπότε και αντικαθιστούσε το περιεχόμενό τους με τη νέα. Στην ίδια αυτή αποθήκη φύλαγε και 5 - 6 όπλα Βουλγαρικής και Ιταλικής προελεύσεως που τα είχε λιπάνει με λίπος όρνιθας και ικανό αριθμό φυσιγγίων. Υπήρχε ακόμα μικρός κήπος για λαχανικά, με δύο ή τρία καρποφόρα δένδρα, χώρος για τα αλέτρια και τις σβάρνες, ένα κοτέτσι κι ένα περιφραγμένο χοιροστάσιο ξεχωριστό από τις χοιρομητέρες. Είχε και κουνέλια τα οποία όμως γρήγορα τα ξεφορτώθηκε ο πατέρας για το λόγο ότι έσκαβαν το χώμα κάτω από το φράχτη τους κι' έβγαιναν έξω δημιουργώντας του πρόβλημα.
    Μια ξεκούραστη στο ανέβασμά της σκάλα από κατάλευκο μάρμαρο οδηγούσε, χωρίς πλατύσκαλο, στο ξύλινο φαρδύ και σκεπασμένο με κεραμοσκεπή μπαλκόνι (χαγιάτι) που εκτείνονταν από τη μια στην άλλη άκρη της όλης οικοδομής. Κατά μήκος του μπαλκονιού μια σειρά από δωμάτια που τα παράθυρα και οι δρύϊνες πόρτες τους είχαν πρόσβαση στο μπαλκόνι. Το πρώτο από αυτά, το καθιστικό με τις «μεσάντρες» 1 του, το χρησιμοποιούσαμε και για τραπεζαρία. Καθόμασταν όλοι σταυροπόδι γύρω από το χαμηλό τραπέζι, το «σοφρά» και τρώγαμε τα νόστιμα ποντιακά φαγητά που παρασκεύαζε άλλοτε η μάνα μου κι' άλλοτε η νύφη μας η Κάτκα, άλλως Αικατερίνη, σύζυγος του μόνου αδελφού μου Γεωργίου,  στο μεγάλο τζάκι με τις κρεμασμένες στο πλάϊ διαφόρων μεγεθών «πυροστιές»2.
    Το τζάκι δεν έσβηνε ποτέ. Η καπνοδόχος απομονώνονταν με κάποιον μηχανισμό και ο καπνός διοχετεύονταν με πήλινους σωλήνες σε ιδιαίτερο χώρο που χρησιμοποιούνταν και σαν αποχωρητήριο με ξύλινο πάτωμα όπου υπήρχαν δύο μεγάλα πιθάρια γεμάτα με νερό που ζεσταίνονταν από τον καπνό για το λούσιμό μας κάθε Τετάρτη και Σάββατο, διαδικασία πολύ κοπιαστική αφού για να γεμίσουν τα πιθάρια κουβαλούσαμε νερό από το πηγάδι ή από τα βαρέλια μας στην αυλή που ήταν πάντα γεμάτα με βροχόνερο. Πολλές φορές αναθεμάτιζα τον ερχομό της Τετάρτης ή του Σαββάτου, ιδίως το χειμώνα που το νερό έπρεπε να είναι τουλάχιστον χλιαρό. Στο βάθος του τζακιού ένα μάρμαρο κάλυπτε κάποια εσοχή όπου ψήνονταν η βασιλόπιτα και το φαγητό σε ταψί κυρίως με κοτόπουλο και σπάνια, Χριστούγεννα και Πάσχα, με κρέας χοιρινό ή μοσχαρίσιο. Δίπλα από το καθιστικό ήταν το δωμάτιο των ξένων, ο ξενώνας, το «μουσαφίρ οντασί», με το μάλλινο στρώμα και πάπλωμα, το βαμβακερό μαξιλάρι, το ιδιαίτερο καρυδένιο σεντούκι του πατέρα, το χοντρό μάλλινο κιλίμι στο πάτωμα και το κομοδίνο με την κανάτα του νερού με το ποτήρι, ενώ στον απέναντι από το κρεβάτι τοίχο κρέμονταν ο καθρέπτης με την καλλιγραφική επιγραφή «καλημέρα» και το προσόψιο. Τα υπόλοιπα δύο δωμάτια ήσαν κρεβατοκάμαρες και το ακρινό απ' αυτά είχε και τζάκι επενδεδυμένο με μάρμαρο. Στη μέση του μήκους του μπαλκονιού υπήρχε νιπτήρας από λαμαρίνα σαν σκάφη και τα νερά του διοχετεύονταν με λαμαρινένιο σωλήνα στο έδαφος. Το σπίτι μας ήταν το μόνο στο χωριό που διέθετε μέσα του το υποτυπώδες μπάνιο με το αποχωρητήριο ενώ των υπολοίπων σπιτιών βρισκόταν στις αυλές τους και για μπάνιο χρησιμοποιούσαν  λαμαρινένια σκάφη. Τον παππού μου και την από δεύτερο γάμο γιαγιά μου  δεν τους θυμάμαι καθόλου. Πρέπει να πέθαναν πριν από το 1926 χρονιά που γεννήθηκα δίδυμος με την αδελφή μου Νίκη μεγαλύτερή μου κατά δύο ώρες.
Νίκη

    Στη μέση της τεράστιας βεράντας μας και κολλημένο στο παράθυρο του "μισαφίρ οντασί" (δωμάτιο ξενώνας), υπήρχε ένα τραπέζι  πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένο το γραμμόφωνο με χωνί, το μοναδικό στο χωριό, που μόνο ο πατέρας το χειρίζονταν, κυρίως τις Κυριακές όταν επέστρεφε με τους φίλους του μετά το τέλος της λειτουργίας στο σπίτι για καφέ. Ο πρώτος δίσκος που έβαζε στο γραμμόφωνο ήταν τροπάρια, που εκτελούσε ο νέος τότε ιεροψάλτης Περιστέρης που ίσως από τότε έψελνε στο Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών κι' ακολουθούσαν άλλοι με διάφορα τραγούδια. Όλοι οι δίσκοι είχαν στο κέντρο τους ένα αυτοκόλλητο με παράσταση το χωνί, ένα λευκό σκυλάκι με το αυτί του στραμμένο στο χωνί και την επιγραφή His Master's voice (η φωνή του κυρίου του). Μια Κυριακή ήρθε στο σπίτι η τουρκόφωνη χήρα Γαρά Σοφία (μαύρη Σοφία) να ζητήσει κάποια εκδούλευση από τη μητέρα μου. Ακούωντας το γραμμόφωνο ρώτησε τον πατέρα μου «Παπάζ εφέντη νάσιλ που ερίφ σιγτί που γουτουγιά;» (Πάτερ αφέντη πως αυτός ο άνθρωπος χώρεσε σ' αυτό το κουτί;). Δεν πίστεψε στην εξήγηση του πατέρα ότι δεν πρόκειται περί ανθρώπου μέσα στο κουτί αλλά μεταφοράς της φωνής του στο δίσκο και έφυγε με εμφανή τη δυσπιστία της στην εξήγηση του πατέρα. Η Γαρά Σοφία αυτή, είχε σπίτι στο κέντρο του χωριού που ήταν μονοκατοικία χωρίς πατώματα. Φτωχή και ταλαίπωρη γυναίκα τά ΄φερνε βόλτα με πολύ δυσκολία με τα δύο της μικρά κορίτσια 10 και 12 χρόνων και το λίγο μεγαλύτερο καθυστερημένο στο μυαλό γιο της. Έτσι νοίκιασε ένα δωμάτιο στο νεαρό δάσκαλο του χωριού που κατάγονταν ή από την Κόρινθο ή την Καλαμάτα. Ο άθλιος έβαλε στο μάτι τη δεκάχρονη ομορφούλα κόρη της Ζωή και ασέλγησε επ' αυτής, ποιος ξέρει πόσες φορές. Όταν το πράγμα μαθεύτηκε, για να αποφύγει το λιντσάρισμα έφυγε νύχτα από το χωριό. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα της υπόθεσης αυτής μου είναι άγνωστο λόγω του επελθόντος πολέμου και της κατοχής.

(Συνεχίζεται...)


1. Εντοιχισμένες ντουλάπες όπου φυλάσσονταν ρούχα, παπλώματα, μαξιλάρια κ.λπ. της  καθημερινής χρήσεως, ενώ για το γιορτινό ιματισμό χρησιμοποιούνταν ιδιαίτερη ντουλάπα.
2. Πυροστιά. Τρία ή τέσσερα κομμάτια χονδρής σιδερόβεργας που ενώνονταν μεταξύ των σε τρίγωνο συνήθως σχήμα και από την κάθε ένωση ξεκινούσαν τρία ή τέσσερα πόδια, ισοϋψούς σιδηρόβεργας που αποτελούσαν τα πόδια της πυροστιάς επί της οποίας ετίθετο η κατσαρόλα και κάτω από αυτήν η φωτιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου