Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

6. ... η ζωή συνεχίζεται...

      Ο πατέρας μου είχε μεγάλη αδυναμία στα άλογα. Το τελευταίο άλογο ήταν μαύρο και ταχύτατο. Σ' όλη την περιοχή δεν υπήρχε άλλο που να το συναγωνίζονταν. Για να το αποκτήσει έδωσε το άλογο που είχε, ένα άσπρο με μαύρες βούλες, όμορφο στην εμφάνιση πλην γερασμένο κάπως, ένα ζευγάρι βόδια και αγελαδίτσα που σε λίγο θα γεννούσε. Το αντάλλαγμα ήταν μεγάλο γι' αυτό και η πίκρα της μητέρας μου για τη λεόντια αυτή συναλλαγή καθώς και του αδελφού μου κράτησε πολύ καιρό. Χαρούμενος για το απόκτημά του παράγγειλε και του έφτιαξαν μια τσερκίζικη σέλα, όπως την χρησιμοποιούσαν οι Τσερκέζοι (τουρκογενής φυλή) της Μικράς Ασίας, καινούργιο χαλινό και καινούργιους αναβατήρες, όλα στολισμένα με ασημοκαπνισμένα κομμάτια.

παπα - Δημήτρης 1937

Κατέβηκε λοιπόν μια μέρα στη Θεσσαλονίκη καβάλα στο άλογο αυτό ντυμένος με το ράσο και το καλυμμαύκι του και αν και μετρίου αναστήματος η επιβλητικότητά του ήταν εντυπωσιακή. Διασχίζοντας την πλατεία Βαρδαρίου μια ομάδα από Χαΐνηδες Εβραίους άρχισε να τον χλευάζει υπό τα βλέμματα των Χριστιανών. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του έσυρε το μαστίγιο από τη δεξιά του μπότα, κάλπασε κατ' αυτών και με τα αλλεπάλληλα χτυπήματα του μαστιγίου στα κεφάλια τους και τα σώματα, τους διέλυσε υπό το ξέφρενο χειροκρότημα των Χριστιανών. Στις επόμενες δύο ή τρεις φορές που κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη και πέρασε από την ίδια πλατεία καβάλα στο άλογο κανείς, μα κανείς Εβραίος δε βρέθηκε στο δρόμο του. Υπήρχε τότε διαδεδομένη η δοξασία ότι οι Εβραίοι έκλεβαν ανήλικα χριστιανόπουλα, τα τάϊζαν πολύ καλά και την περίοδο των εορτών των Αζύμων που διαρκούσαν οκτώ ημέρες τα έκλειναν σε βαρέλια που το εσωτερικό τους είχε καρφιά. Στη συνέχεια κουνούσαν τα βαρέλια πέρα-δώθε ώσπου έβγαινε όλο το αίμα των παιδιών το οποίο και έπιναν με άζυμο ψωμί (χωρίς προζύμη). Δεν γνωρίζω αν η δοξασία αυτή είχε ή όχι κάποια βάση. Πάντως, απ' όσα η ταπεινότητά μου γνωρίζει ουδέποτε οι Εβραίοι συμπαθούσαν τους Χριστιανούς, αμφιβάλω δε εάν οι Εβραίοι θα διακινδύνευαν τη ζωή τους χάρη των Χριστιανών όπως οι τελευταίοι έπραξαν κατά τη γερμανική κατοχή, εκτός βέβαια από τις εκατέρωθεν λίγες ή πολλές εξαιρέσεις. Μετά από μερικές μέρες από την κήρυξη του πολέμου το 1940 πρώτος ο πατέρας παρέδωσε το αγαπημένο του άλογο στη στρατιωτική επιτροπή επιτάξεων με απόδειξη ανεξόφλητη μέχρι σήμερα.
      Κάθε φορά που κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη μας έφερνε «χάσικο» (λευκό και αφράτο) ψωμί, το σημερινό πολυτελείας, που ήταν για μας σαν γλύκισμα. Το ψωμί που ζύμωνε η μητέρα σε τεράστια στρογγυλά καρβέλια ήταν από αλεύρι «μπουράτο» δηλαδή χωρίς πίτουρο. Ήταν κι αυτό άσπρο αλλά όχι αφράτο. Με το πίτουρο αυτό ζύμωνε η μητέρα μικρά στρογγυλά καρβέλια που τα δίναμε στα σκυλιά μας ανά ένα, πρωΐ και βράδυ. Σήμερα το ψωμί αυτό το λένε «ολικής αλέσεως» και μερικοί το τρώνε για να δείξουν ότι δήθεν προσέχουν τη διατροφή τους. Οι «έξυπνοι» το ονόμασαν έτσι ίσως γιατί το πίτουρο δεν χρησιμοποιείται σήμερα σαν μόνη διατροφή στη ζωοπαραγωγή.
      Επειδή η διαδρομή από το χωριό στη Θεσσαλονίκη ήταν μεγάλη με τα δεδομένα της εποχής, στην επιστροφή διανυκτέρευε στο χωριό Κριθιά, στο σπίτι της φιλικής του θρακιώτικης οικογένειας Νίκου και Ευγενίας Ντατήρα που είχε δύο κοριτσάκια κι ένα γιο, τον συνομήλικό μου Κωστάκη που πέθανε πριν τον πόλεμο προς μεγάλη λύπη όλων μας.
παππούς-γιαγιά και τα δίδυμα
      Βαπτίστηκα με την αδελφή μου σε ηλικία 6 ή 7 ετών από τον ιερέα πατέρα μου που μας έχρισε με τα ονόματά μας μόλις είχαμε γεννηθεί. Ανάδοχός μας ήταν κάποιος Αντωνόπουλος, «φίλος» του πατέρα μου, εφοπλιστής, που είχε σπίτι στην οδό Απελού στην Αθήνα και σπίτι στη Θεσσαλονίκη, κάπου κοντά στην Αγία Σοφία. Μετά τη βάπτιση, μας έντυσαν γιορτινά και κρατώντας με το ένα μας χέρι το χέρι του νονού μας και με το άλλο την άσπρη λαμπάδα γυρίσαμε με πομπή από την εκκλησία στο σπίτι, όπου στρώθηκε πλούσιο τραπέζι με ποντιακά φαγητά και κοτόπουλα. Τα ονόματά μας τα επέβαλε ο πατέρας μου. Το ίδιο έκανε και με τα εγγόνια του, τα παιδιά του αδελφού μου, στα οποία έδωσε τα ονόματα Ελευθερία, Θεμιστοκλή, Μαγδαληνή, Μιλτιάδη κι όταν γεννήθηκε η τελευταία εγγονή του και ήθελε πάλι αυτός να της δώσει το όνομα της αρεσκείας του επαναστάτησε η μητέρα μου και επέβαλε το όνομα της χαμένης στην Τουρκία μητέρας της Ευμορφία. Είχε και ο πατέρας μου αδελφό Θεμιστοκλή, χαμένο στο Μικρασιατικό χαλασμό, γι' αυτό και στο συνώνυμο εγγονό του είχε ιδιαίτερη και εμφανή αδυναμία. Ποτέ του δεν πίστεψε το χαμό του μικρότερου απ' αυτόν αδελφού του Θεμιστοκλή και διατηρώντας πάντα την ελπίδα να βρίσκεται στη ζωή, καλούσε και φιλοξενούσε μια-δυο φορές το χρόνο από τη Θεσσαλονίκη αγύρτες υπνωτιστές, με το αζημίωτο βέβαια, ώσπου απογοητεύτηκε από τις προφητείες των και τον τελευταίο απ' αυτούς τον έδιωξε σκαιότατα προς μεγάλη, πλην ανεκδήλωτη μπροστά του, ικανοποίηση  της μητέρας μου.
      Ένα καλοκαίρι, στα πρώτα σκαλιά του σπιτιού αποκοιμήθηκε με το ψωμοτύρι στο χέρι της η Ελευθερία, πρωτότοκη θυγατέρα του αδελφού μου. Σε κάποια στιγμή μυρίστηκε τη μυρωδιά του τυριού ένα από τα γουρουνάκια μας και της το άρπαξε από το χέρι, ευτυχώς χωρίς να της το δαγκώσει. Έβαλε τα κλάματα η Ελευθερία που τρομαγμένη έτρεξε στην αγκαλιά του παππού που ασχολούνταν με τις κηρύθρες των μελισσιών του. Λίγες μέρες μετά το γεγονός αυτό ο παππούς της, κάτι ζήτησε από την Ελευθερία να του φέρει, δεν θυμάμαι τι ήταν αυτό. Η Ελευθερία, δεν ξέρω πως, του αντιμίλησε και τόβαλε στα πόδια, ίσως διότι συνειδητοποίησε την απρέπειά προς τον παππού της, ο οποίος οργισμένος εξ αυτού, της πέταξε την πένσα ή τανάλια που κρατούσε η οποία και την έπληξε στο πίσω μέρος της κλείδωσης του ποδιού. Φαίνεται ότι το κτύπημα έπληξε κάποιο κύριο νεύρο με συνέπεια όχι μόνο να κουτσαίνει μέχρι σήμερα αλλά και να επιδεινώνεται η κατάστασή της.
Δεν ξέρω αν όσο ζούσε ο πατέρας εξεδήλωσε ποτέ μετάνοια για την πράξη του αυτή, εκείνο όμως που ξέρω είναι ότι η Ελευθερία ποτέ δεν τον κακολόγησε για την επώδυνη κι' αθεράπευτη αυτή αναπηρία της.
      Τα χρόνια πέρασαν, αποστρατεύτηκα, δικηγόρησα και το 1990, μετά 41 χρόνια δημιουργικής ζωής πλην μετ' υπηρεσιακών ταλαιπωριών και διώξεων, η συμβία μου Κλεοπάτρα κλήθηκε από τον Ύψιστο κοντά του. Με το χαμό της, ένοιωσα το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου και η μοναξιά μου στο σπίτι ήταν αξεπέραστη. Την επαινετή πρόταση των θυγατέρων μου για συμβίωση υπό την αυτήν στέγην απέρριψα πείσμονα. Για να ξεπεράσω το ψυχολογικό μου πρόβλημα, άρχισα με το αυτοκίνητό μου περιοδεία στη Μακεδονία. Στη Θεσσαλονίκη που έμεινα μερικές ημέρες, ο ανεψιός μου Θέμης, (Θεμιστοκλής - δευτερότοκο τέκνο του αδελφού μου) με παρεκάλεσε να μεριμνήσω με την επιστροφή μου στην Αθήνα να βρω μια εργασία για τη Βέτα (έτσι ήταν γνωστή στο σόϊ μας) την κόρη του Ανέστη και της Αργυρώς, που έμενε άνεργη στην Αθήνα σε άγνωστή του διεύθυνση και μου έδωσε το τηλέφωνό της. Από τον τελευταίο σταθμό της περιοδείας μου, την Κοζάνη, επικοινώνησα μαζί της και την κάλεσα στο μνημόσυνο της γυναίκας μου, στο οποίο θα παρίσταντο και συγγενείς μου από τη Θεσσαλονίκη. Πράγματι ήλθε, προς μεγάλη χαρά των εκ Θεσσαλονίκης ελθόντων, αλλά και δική μου που την έβλεπα ύστερα από 45 χρόνια. Την επισκέφθηκα δύο - τρεις φορές απροειδοποίητα, στο σπίτι της στον Περισσό και διαπίστωσα την νοικοκυροσύνη της. Έτσι μετά εξάμηνο μονήρη βίον, απεφάσισα και παντρεύτηκα τη σημερινή μου σύζυγο Ελισάβετ.
     Μια μέρα, γυρνώντας από την Καβάλα, όπου υπερασπίστηκα κατηγορούμενο στο εκεί Στρατοδικείο,  περάσαμε από το χωριό Καλαμώνα της Δράμας για να επισκεφθεί η γυναίκα μου κάποιον Κώστα Κωνσταντινίδη, θείον της. Μας καλοδέχτηκαν και πίνοντας τη ρακί, ο γηραιός θείος με ρώτησε από που κατάγομαι κι' όταν του είπα το χωριό μου άρχισε να διηγείται για το άλογο που είχε ο παπάς του χωριού μου, για το πώς βάπτισε μεγάλα τα δίδυμα παιδιά του, το γλέντι που ακολούθησε τη βάπτιση στην οποία ήταν προσκεκλημένος σαν φίλος και πατριώτης του παπά κ.λπ., και με ρώτησε αν ξέρω τα παιδιά αυτά του παπά τι απέγιναν. Όταν του είπα ότι ζούνε και τα δύο και το αγόρι είμαι εγώ, σηκώθηκε και με φίλησε με βρεγμένα τα γερασμένα του μάτια. Μας φιλοξένησαν εκείνο το βράδυ και την άλλη μέρα μας ξεπροβόδισε με νοστιμότατες ντομάτες και αυγά από κοτόπουλα ελευθέρας βοσκής. Έκτοτε η επικοινωνία μας έστω και τηλεφωνική είναι τακτική και καμιά φορά η φωνή του έρχεται σιγανή με την δήλωσή του πάντα ότι περιμένει το τέλος του. Καημένε μπάρμπα Κώστα, τι ιστορικός θησαυρός θα ήταν οι γλαφυρές σου αφηγήσεις για τις  αναμνήσεις σου αν καταγράφονταν αυτές από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (ΕΠΜ) ή την Μικρασιατικών σπουδών.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου