Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

15. Στο γυμνάσιο ξανά...

     Έτσι νοίκιασε ο πατέρας ένα σπίτι άλλου οδοκαθαριστού που βρισκόταν κοντά στο πάρκο της πόλης και τη Μητρόπολη. Αυτή τη φορά ήρθε να μείνει μαζί μας και η μητέρα μου, τη θέση δε του Χρήστου κατέλαβε ο συνομήλικός μου Ματθαίος από το χωριό «Καρατζάτερε», αργότερα «Βάλτοι», ύστερα «Καμπάνη» και σήμερα «Δήμος Γαλλικού», συγγενής της παντρεμένης εκεί αδελφής μου Μαρίκας από την πλευρά του συζύγου της. Το δωμάτιό μας ήταν πάλι χωμάτινο και για ύπνο έστρωνε η μητέρα κουρελούδες και κοιμόμασταν στη σειρά σκεπασμένοι με τα «γιοργάνια» (παπλώματα). Στη μια άκρη ο Ματθαίος, δίπλα του εγώ κι' ανάμεσα σε μένα και την αδελφή μου Νίκη η μητέρα μας. Σαν έρχονταν η ώρα του ύπνου, ένας-ένας λέγαμε όρθιοι και στραμμένοι στην ανατολή το «Πάτερ ημών...». Τελευταία ξάπλωνε η μητέρα αφού έπλενε τα πιάτα, συγύριζε το δωμάτιο και για κάμποση ώρα έπλεκε μάλλινες κάλτσες ή «τερλίκια»(1), ή μάλλινα γάντια για μας.
Ένα βράδυ έκανα πρώτος την προσευχή μου και ξάπλωσα. Όρθιος δίπλα στο κεφάλι μου ο Ματθαίος άρχισε με κατάνυξη το «Πάτερ ημών..». Την ώρα που έφτασε στο «...άρτον ημών τον επιούσιον...» του τράβηξα τη μαύρη σκελέα του που έπεσε αμέσως στα πέλματά του είτε διότι την τράβηξα δυνατά είτε διότι η ελαστική  ζώνη της είχε χαλαρωθεί  πολύ. Όλοι γέλασαν κι' ο Ματθαίος θυμωμένος ξάπλωσε χωρίς να τελειώσει την προσευχή του και χωρίς να πει «καληνύχτα». Εν τω μεταξύ εξαφανίσθηκαν από την αγορά τα τρόφιμα που δεν ήταν για μας και τόσο έντονη η έλλειψή τους διότι κάθε Σάββατο έρχονταν από το χωριό το ψωμί, το σταρένιο και καλαμποκίσιο αλεύρι, το πλιγούρι και το βούτυρο με το γιαούρτι, με τα οποία μαγείρευε η μητέρα τον «σουρβά»(2), την «μακαρίναν»(3), το «μαλέζ»(4), την «τρίμαν»(5), το «χαβίτς»(6) κ.λπ. και κάπου κάπου έβαζε και το κίτρινο «κολογκύθ» στο φούρνο.
      Μια Παρασκευή βράδυ κτύπησε την πόρτα μας μια σαραντάχρονη περίπου γυναίκα και ζήτησε φιλοξενία δηλώνοντας πως είχε κτυπήσει προηγούμενα πολλές πόρτες. Το παρουσιαστικό της δεν έδειχνε να είναι τσιγγάνα που όλοι ήξεραν ότι ήταν κλέφτρες, βρώμικες κι' απατεώνισσες. Άνοιξα εγώ την πόρτα και μόλις την άκουσε η μητέρα μου είπε «φέρεν ατέν απές» δηλαδή φέρτην μέσα, όπως και έγινε. Ήταν από την Αθήνα, μιλούσε καλά ελληνικά κι' άρχισε να διηγείται την πείνα που ενέσκηψε εκεί, το μάζεμα των νεκρών από την πείνα με τα κάρα του Δήμου κ.λπ. Η μητέρα που μιλούσε μόνο Ποντιακά καταλάβαινε τα περισσότερα απ' όσα έλεγε, εμάς δε δεν μας έπιανε ο ύπνος ακούγοντας τις τρομερές της διηγήσεις. Μόλις τελείωσε την αφήγησή της, η μητέρα της έβαλε να φάει ότι είχε περισσέψει από το βραδινό μας φαγητό και την έβαλε να κοιμηθεί κοντά μας με τις κουρελούδες. To πρωΐ μετά το τσάϊ με ελιές, η γυναίκα ζήτησε να φύγει κι' έβγαλε από μια πρόχειρη τσάντα της ένα βραχιόλι, φαίνονταν χρυσό, κι' επέμενε να το δωρίσει στη μητέρα η οποία, καίτοι στη ζωή της δε φόρεσε ποτέ βραχιόλια και δαχτυλίδια αρνήθηκε με πείσμα να το δεχτεί λέγοντας της «εμείς πα εδέβαμ ατά» δηλαδή «κι' εμείς τα περάσαμε αυτά», της έδωσε το μισό καρβέλι που μας είχε μείνει κι' αυτή δακρυσμένη της φίλησε τα χέρια και έφυγε στο άγνωστο.
     Κατά το μεσημέρι ήρθε το καλάθι από το χωριό κι' η ζωή συνεχίστηκε. Όταν τα «χρόνια ετσόκεψαν σ'ωμίαμ»,δηλαδή, όταν στους ώμους μου φορτώθηκαν τα χρόνια, έμαθα ότι ο Ματθαίος ζούσε σαν συνταξιούχος δάσκαλος κάπου στην Ηλιούπολη. Επικοινώνησα τηλεφωνικά μαζί του, μου υπενθύμισε το «Πάτερ ημών..» και κλείσαμε για την επόμενη εβδομάδα συνάντηση που δεν πραγματοποιήθηκε διότι εν τω μεταξύ απεδήμησεν εις Κύριον.
     Λίγες μέρες μετά την αναχώρηση της παραπάνω γυναίκας, ήρθε, με την ευκαιρία του Σαββατιανού παζαριού ο αδελφός μου «ο πασάκαμ», που τον ήξεραν και τον φώναζαν «χατζηγιώρ»(7), με τα καλάθια τροφίμων μας με εμφανές ελλειμματικό περιεχόμενο κι' αφού ενημέρωσε τη μητέρα για τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας μας που έμεναν στο χωριό, μου ζήτησε να τον συνοδεύσω στο γνωστό μας κουρέα για να κουρευτεί. Συζητώντας κατά τη διαδρομή τα της προόδου εμού και της αδελφής μου Νίκης στο Γυμνάσιο, μπήκαμε στο κουρείο, στη μοναδική καρέκλα του οποίου κουρεύονταν ένας ένστολος Γερμανός αξιωματικός. Μόλις ο κουρέας είδε τον αδελφό μου μέσα στο κουρείο του είπε «κάτσε χατζηγιώργ' να τελειώσω μ' αυτό το γουρούνι και θα σε πάρω». Ο Γερμανός έκανε πως δεν κατάλαβε όταν όμως του έβαλε την κολόνια και του χτένισε τα μαύρα του μαλλιά, γύρισε στον κουρέα και φορώντας το επιβλητικό του πηλίκιο τον ρώτησε σε άπταιστα ελληνικά «πόσο κοστίζει το κούρεμα του γουρουνιού;» Παγώσαμε και οι τρεις μας κι' ο κουρέας έγινε πελιδνός και δεν κατάφερε να πει ούτε μια συγγνώμη. Από τη δεινή του θέση τον έβγαλε ο Γερμανός αποκαλύπτοντας ότι η μητέρα του είναι ελληνίδα, του έδειξε τη φωτογραφία της, του συνέστησε να είναι προσεκτικός στις εκφράσεις του και παρά την επίμονη άρνηση του κουρέα να δεχθεί την αμοιβή του, αυτός του άφησε διπλάσια φένιχ κι' αφού χαιρέτησε στρατιωτικά έφυγε με ένα ευγενέστατο «χαίρετε κύριοι». Σκεφθείτε ότι μπορούσε να κληθούμε στην Κομαντατούρα του, για να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες.
      Κατά το Μάϊο του 1941 το περιεχόμενο των καλαθιών μας από το χωριό αποτελείτο από αλεσμένα κοτσάνια καλαμποκιού τα «κοτόσια» των Ποντίων. Τι ψωμί να ζυμώσει μ' αυτό το αλεύρι η μητέρα και πως να φαγωθεί αυτό; Σηκώνονταν πρωΐ - πρωΐ η μητέρα, πήγαινε στις πλαγιές του Αη Γιώργη, μάζευε χόρτα και έβραζε με το κοτσανίσιο αλεύρι και τρώγαμε πριν πάμε σχολείο. Είχε ο πατέρας στο Κιλκίς φίλο, μεγάλο υφασματέμπορο και πλούσιο τον Γιώρ Αγά. Ο πατέρας και η μητέρα είχαν αποκλείσει κάθε προσφυγή σ' αυτόν για βοήθεια, ίσως ήξεραν την σκληρότητα της ψυχής των εμπόρων. Θυμάμαι πως ζητούσα από τη μάνα μου να φάω (Τι να φάω;) μετά το ηλιοβασίλεμα και μούλεγε η καημένη «ο ήλεν επήεν ση μάνναν ατ, αν τρως ατώρα θα αποθάν η μάννας, πεία νερόν και κοιμού»(8). Πώς να επιμένω για φαγητό όταν είχα τη διαβεβαίωσή της, ότι θα πεθάνει αν μου έδινε να φάω μετά το ηλιοβασίλεμα; Και τι άλλωστε να μούδινε για φαγητό αφού δεν υπήρχε τίποτε απολύτως; Το σχολείο έκλεισε πάλι και γυρίσαμε όλοι στο χωριό. Ευτυχώς τη χρονιά εκείνη τα κριθάρια και οι σικάλεις ωρίμασαν νωρίτερα από τις άλλες χρονιές κι' έτσι βολευτήκαμε κάπως μέχρι τη νέα σοδειά του Ιουλίου. Για τα μελίσσια που είχαμε δε μπορούσε να γίνει λόγος διότι είχαν μείνει στη Βάλτα της Χαλκιδικής ελλείψει μεταφορικού μέσου. Όσο για κότες, γουρούνια, αγελάδες, βόδια και μοσχάρια είχαν πουληθεί όλα μισοτιμής για συντήρησή μας στη ζωή, εκτός από το γαϊδούρι μας την «Ερσέκα».
      Στο μεταξύ ξέπεφτε στο χωριό κι' από κανένας ταλαίπωρος στρατιώτης ζητώντας κατάλυμα και φαγητό κι' οι χωριανοί τον έστελναν στο σπίτι του παπά, το δικό μας, άλλοι πιστεύοντας ότι είχαμε την ευχέρεια φιλοξενίας κι' άλλοι για να τους ξεφορτωθούν. Στους τελευταίους πρωτοστατούσε ένας τουρκόφωνος με μαύρη ψυχή που τον έλεγαν Γοτσά Ντιμίτ, δηλαδή ψηλός Δημήτριος κι' ένας Λάζαρος από τον διπλανό οικισμό Κάρτσαλι. Η έδρα της κοινότητος και συνεπώς και του πονηρού και καταχραστού Θρακός προέδρου ήταν το χωριό Περιστέρι, δίωρη απόσταση από το δικό μας. Έτσι κατέληγαν στο σπίτι του παπά. Μόλις έρχονταν κανένας στρατιώτης, τον έστελνε η μάνα κατ' ευθείαν στο υποτυπώδες μπάνιο για να λουστεί, δίνοντάς του ρούχα του αδελφού μου για να αλλάξει. Μπορεί να μην ήταν σιδερωμένα, ήταν όμως βγαλμένα από το σεντούκι κι' άλλα ήταν στα μέτρα τους, άλλα μικρότερα κι' άλλα μεγαλύτερα για τη σωματική τους διάπλαση. Ταυτόχρονα έβαζε το «χαλκόν»(9) στη φωτιά κι' έβραζε τα γεμάτα ψείρες κουρελιασμένα ρούχα του που σε ένα διήμερο ήταν στεγνωμένα, καθαρά και μπαλωμένα από τη θεία Ανάστα, τη χήρα του Ασναβούρ που έκανε τη μοδίστρα στο χωριό. Τρώγανε ό,τι και μεις στο τραπέζι κι' άλλοι ήταν ανοιχτόκαρδοι κι' ομιλητικοί, κι' άλλοι σιωπηλοί και σκεπτικοί, λες και είχαν ποτιστεί με το αμίλητο νερό. Την τρίτη ημέρα μας αποχαιρετούσαν, φιλώντας το χέρι της μάνας κι' έφευγαν για τα χωριά ή τις πόλεις των στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο οι αμίλητοι και στα νησιά οι πιο ανοιχτόκαρδοι. Ένας ή δύο νησιώτες άφησαν στον πατέρα τα όπλα τους για να τα ξεφορτωθούν. Τέτοιοι στρατιώτες θα πέρασαν από το σπίτι καμιά δεκαριά, χωρίς να μάθουμε την παραπέρα τύχη τους.

(Συνεχίζεται...)







1. Τερλίκια. Εγχώρια μάλλινα πλεκτά για τα πόδια στο ύψος των αστραγάλων που φοριώνταν πάνω από τις κάλτσες σαν μάλλινες παντόφλες.
2. Σουρβάς. Σούπα από ψιλοαλεσμένο σε χειρόμυλο (chορομιλ των ποντίων) σιτάρι. Στη βράση ρίχνουν και λίγο βούτυρο αγελάδος. Αφού τη βγάλουν από τη φωτιά, χτυπούν και ρίχνουν το νερουλιασμένο ήδη γιαούρτι. Αν μάλιστα κατά το σερβίρισμα ρίξει η οικοδέσποινα και ψιλοτριμμένο διόσμο στη σούπα τότε γίνεται πιό νόστιμη.
3 Μακαρίνα. Εγχώρια σπιτικά μακαρόνια. Άνοιγαν σ' ένα στρογγυλό τραπέζι φύλλο ζύμης το οποίο στη συνέχεια το τεμάχιζαν σε πολύ ψιλές λωρίδες, με κοφτερό πάντα τραπεζομάχαιρο, τις οποίες και στέγνωναν στον ήλιο.
4. Μαλέζ. Πηχτός χυλός από καλαμποκίσιο αλεύρι, που μετά το βράσιμό του το άδειαζαν μέσα σε πήλινη μεγάλη γαβάθα. Είχε το σχήμα του σημερινού στρογγυλού κέϊκ. Στη μέση έκαναν ένα βαθούλωμα μέσα στο οποίο έριχναν λιωμένο βούτυρο. Κάθονταν όλοι γύρω από το τραπέζι και με το κουτάλι του έκοβε ο καθένας το χυλό τον οποίο βουτούσε στο βούτυρο και τον έτρωγε.
5. Τρίμαν. Σούπα από σιταρένιο αλεύρι. Έτριβαν τη ζύμη με τα χέρια ή αναποδογύριζαν ένα λαμαρινένιο κόσκινο που οι τρύπες του ανοίγονταν με καρφί και εκ τούτου ήταν μικρες και εξείχαν τα χείλη της τρύπας. Έτριβαν λοιπόν πάνω σ' αυτό τη ζύμη που έβγαινε στο κάτω μέρος του κόσκινου σε μέγεθος φακής. Όταν αυτό ξεραινόταν στον ήλιο μαγειρεύονταν με βούτυρο κι' ήταν το σημερινό κριθαράκι της εποχής.
6. Χαβίτς. Πηχτός λαπάς με καλαμποκίσιο αλεύρι που προηγούμενα το φούρνιζαν για να γίνει νοστιμότερος και μυρωδάτος από το λιωμένο βούτυρο.
7. «Χατζής». Τιμητικός τίτλος των προσκυνητών των Αγίων τόπων. Καθώς μου ιστόρησε η αδελφή μου Κυριακή, ο προπάπος μας Νικόλας που πήγε στα Ιεροσόλυμα, καίτοι νήπιο, τον είχε πάρει μαζί του. Έτσι πρόσθεσαν μπροστά από το όνομά του «Γιώρ» τη λέξη «χατζή».
8. Ο ήλιος πήγε στη μάνα του, αν φάς τώρα θα πεθάνει η μάνα σου, πιες νερό και κοιμήσου.
9. Χάλκινος λέβητας με χερούλια μπρούτζινα, μέσα στον οποίο έβραζαν τα ρούχα. Μετά το βράσιμο, ένα - ένα τα έβγαζαν, τα έβαζαν σε ξύλινη σκάφη και στη συνέχεια τραβώντας ανά ένα το έστρωναν στην εσωτερική πλευρά της σκάφης όπου το σαπούνιζαν με πράσινο σαπούνι και το έριχναν σε άλλη λαμαρινένια σκάφη για ξέπλυμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου