Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

14. Κατοχή


    Από το καλοκαίρι του 1940 ο Χίτλερ αποφάσισε να στραφεί κατά της μέχρι τότε συμμάχου του Ρωσίας, για να πετύχει όμως το σκοπό του έπρεπε να εξασφαλίσει τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας από πιθανές αεροπορικές επιδρομές των Άγγλων, οι οποίοι θα χρησιμοποιούσαν τα ελληνικά αεροδρόμια. Εκτίμησή του ήταν ότι η Ιταλική επίθεση στην Ελλάδα θα κατέληγε σε αποτυχία. Έχοντας εξασφαλίσει τη σιωπηρή συγκατάθεση της Ρωσίας, το Νοέμβριο του 1940, διέταξε το Γενικό του Επιτελείο να προετοιμάσει την επιχείρησή του κατά της Ελλάδος. Το συνθηματικό όνομά της ήταν «ΜΑΡΙΤΑ» και χρόνος κατάληψης της χώρας καθορίστηκε ο Μάρτιος του 1941, έτσι ώστε εκμεταλλευόμενος την άνοιξη και το καλοκαίρι να μπορεί να διεξαγάγει την επιχείρηση «ΒΑΡΒΑΡΟΣΑ» που αφορούσε την επίθεση κατά της Ρωσίας. Το Νοέμβριο του 1940 η Ρουμανία προσχώρησε στον Άξονα Γερμανίας - Ιταλίας - Ιαπωνίας, την 1η δε Μαρτίου του 1941 προσχώρησε και η Βουλγαρία, με την υπόσχεση ότι θα παραχωρηθούν σ' αυτή, ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη. Έτσι τα γερμανικά στρατεύματα προωθήθηκαν στη Βουλγαρία και στα μέσα Μαρτίου αποφασίστηκε η κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας και των κυριοτέρων νησιών της. Δεινή εις έπακρον η θέση της Ελλάδος.

    Τα παιδιά της μάχονταν στην Αλβανία προσφέροντας σ' αυτήν δάφνες παγκόσμιας δόξας και τώρα, ο σύμμαχος των Ιταλών, η πάνοπλος Γερμανία προ των πυλών της τις οποίες φύλαγαν ασθενείς δυνάμεις της μεταξύ των οποίων και αναρρώσαντες τραυματίες του Αλβανικού έπους. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, οι de facto σύμμαχοί της, οι Άγγλοι, έστειλαν στις 7.4.1941 από την Αφρική, ένα ανεπαρκές εκστρατευτικό σώμα που αποτελούνταν από Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς και Άγγλους, που μόλις πρόλαβαν και κατέλαβαν τη δεύτερη γραμμή άμυνας. Στις 6 Απριλίου 1941, παρά τη σθεναρή αντίσταση των οχυρών της γραμμής ΜΕΤΑΞΑ, οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα. Στις 23 Απριλίου 1941 υπογράφηκε το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης μεταξύ της Ανώτατης Διοικήσεως του Γερμανικού Στρατού, της Ανωτάτης Διοικήσεως του εν Αλβανία Ιταλικού Στρατού και της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου - Μακεδονίας (στρατηγός Τσολάκογλου), ενώ τα υπολείμματα του Αγγλικού εκστρατευτικού Σώματος, ο Βασιλιάς, ο πρωθυπουργός με ορισμένα μέλη της κυβερνήσεως, ένα τμήμα της Σχολής Ευελπίδων  και μερικοί αξιωματικοί έφυγαν για την Κρήτη όπου συνεχίστηκε ο αγώνας στον οποίο οι Γερμανοί έχασαν στο σύνολό του σχεδόν, το επίλεκτο σώμα των αλεξιπτωτιστών τους. Η μάχη της Κρήτης κράτησε μέχρι την 1η Ιουνίου 1941 κι αυτό είχε σαν συνέπεια να καθυστερήσει η επίθεση των Γερμανών στη Ρωσία όπου τους πρόλαβε ο πολικός χειμώνας. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει μετά και τη συντριβή των Γερμανοϊταλικών στρατευμάτων στη Βόρειο Αφρική.
    Λίγο πριν την οπισθοχώρηση του στρατού μας στην Αλβανία, το Γυμνάσιο λειτουργούσε με μόνο τον εκ Στενημάχου γυμνασιάρχη Τσούντα και τον ηλικιωμένο και ασπρομάλλη καθηγητή των θρησκευτικών. Έτσι έκλεισε και επιστρέψαμε όλοι στο χωριό. Νομίζω ήταν μέσα Μαρτίου του 1941. Ραδιόφωνα, εφημερίδες και περίπτερα δεν υπήρχαν στο χωριό, δημόσιος δρόμος όπως τον εννοούμε σήμερα δεν περνούσε απ' το χωριό ή μάλλον περνούσε για το Κιλκίς από το χωριό "Καμπάνη" που απείχε από το δικό μας δύο με τρεις ώρες πεζοπορία και από το Κιλκίς άλλο τόσο δρόμο με διαφορετική κατεύθυνση. Έτσι, ενημέρωση των κατοίκων ουσιαστικά δεν υπήρχε. Αν πήγαινε κανείς στη Θεσσαλονίκη ή το Κιλκίς παράγγελνε ο πατέρας και του φέρνανε την τουρκική εφημερίδα «Yeni Sabach» (καινούργιο πρωϊνό ή πρωϊνά νέα) με λατινικούς χαρακτήρες κι' επειδή στο Γυμνάσιο διδασκόμασταν λατινικά με καλούσε δίπλα του και του την διάβαζα χωρίς να καταλαβαίνω και πολλές λέξεις της και την προφορά τους μου την διόρθωνε ο πατέρας που ήξερε πολύ καλά Τουρκικά τα οποία και έγραφε με αραβική γραφή.
     Ένα σούρουπο ήρθε τρεχάτος ο Ασναβούρ, που υπηρετούσε στρατιώτης στη γέφυρα του Γαλλικού ποταμού, που βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό «Καμπάνη» προς την πλευρά του Κιλκίς και ανέφερε στον πατέρα ότι οι στρατιώτες της φρουράς της γέφυρας έφυγαν με τα όπλα τους στα σπίτια τους, διότι μπήκαν οι Γερμανοί με τους Βουλγάρους στην Ελλάδα και προχωρούν προς το Κιλκίς. Σήμανε συναγερμός στο χωριό, οι φούρνοι άναψαν για ψωμιά και παξιμάδια, τα κρυμμένα κάτω από το φούρνο μας όπλα και σφαίρες βγήκαν και μοιράστηκαν στους επιλεγέντες από τον πατέρα κατοίκους και τα χαράματα όλοι οι κάτοικοι, γέροι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά φορτωμένοι με «ποχτσάδες» πήραμε το δρόμο προς το δάσος που βρίσκονταν στο δρόμο προς το χωριό «Στεφάνια» όπου και κάθε οικογένεια κατέλυσε στο κατά τη γνώμη της ασφαλές για εκείνη μέρος. Τα ζώα και άλλα υποστατικά έμειναν στο χωριό. Δύο οπλισμένοι νέοι κρύφτηκαν στο υπερκείμενο του χωριού λόφο, σαν βιγλάτορες, για να παρακολουθούν κάθε κίνηση που θα εκδηλώνονταν στο χωριό , δύο ή τρεις τοποθετήθηκαν σε καίρια σημεία του δάσους για παρακολούθηση και δύο ηλικιωμένοι στάλθηκαν στο χωριό «Καμπάνη» δήθεν να επισκευάσουν τα υνιά των αλετριών τους στο εναπομείναν μοναδικό σιδεράδικο της περιοχής. Το σιδεράδικο αυτό το ήξερα γιατί κάθε βδομάδα σχεδόν μ' έστελνε ο πατέρας με το φορτωμένο με καυσόξυλα γάϊδαρό μας στην αδελφή μου Μαρίκα, παντρεμένη εκεί με τον Μιχάλη Τ. που είχε κι' αυτός επιστρατευτεί. Δυο σιδερένιες πόρτες ασφάλιζαν το σιδεράδικο αυτό και στην εσωτερική πλευρά της μιας από αυτές είχε με κόκκινα γράμματα την επιγραφή «ο βερεσές πέθανε κι' άφησε κληρονόμο την πληρωμή». Θυμάμαι πως γυρνώντας στο χωριό μετά τα νέα της αδελφής μου είπα στον πατέρα σαν νέο ότι πέθανε κάποιος «βερεσές» και τον ρώτησα αν τον ήξερε κι' αυτός βάζοντας τα γέλια μου εξήγησε τη σημασία της επιγραφής.
    Δυο μέρες κράτησε η παραμονή μας στο δάσος, διότι γυρνώντας αυτοί που στάλθηκαν στο «Καμπάνη» βεβαίωσαν ότι οι Γερμανοί πέρασαν με αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες και τανκς, οπλισμένοι και ομοιόμορφα ντυμένοι και δεν πείραξαν κανένα κάτοικο ούτε και άρπαξαν τίποτε από κανέναν. Ύστερα από τις διαβεβαιώσεις αυτές, κρίθηκε ότι ο Γερμανικός στρατός δεν ήταν σαν τον Τουρκικό, που στο πέρασμά του άφηνε αίμα και καμένη γη, κι' έτσι γυρίσαμε όλοι στο χωριό και στα σπίτια μας, χωρίς εμφανή τουλάχιστον φόβο και καθένας τους επιδόθηκε στις γεωργικές του ενασχολήσεις. Αρκέστηκαν μόνο να ορίσουν νυχτοφύλακες, τους "πασβάντες" οι οποίοι μ' ένα ραβδί στο χέρι περιφέρονταν μέσα και γύρω απ' το χωριό.
    Ένας δεύτερος άξονας εισόδου των Γερμανών ήταν ο δημόσιος δρόμος Σερρών-Θεσσαλονίκης. Την  επομένη της επιστροφής των κατοίκων στο χωριό ή την ίδια μέρα, ο Ασναβούρ κατέβηκε στο δρόμο Σερρών-Θεσσαλονίκης και στο ύψος του χωριού «Γκιοβέζνα» σήμερα «Άσυρος», περίμενε τη διέλευση κάποιου αυτοκινήτου για να πάει στη Θεσσαλονίκη. Το τελευταίο φορτηγό μιας υποχωρούσης εσπευσμένα από το Μακεδονικό μέτωπο, Αγγλικής μικρομονάδος με οδηγό έναν Ινδό με το χαρακτηριστικό σαρίκι του και την περιποιημένη του κοντή και στριφογυρισμένη γενειάδα, που άρχιζε από τη μια φαβορίτα και περνώντας από την κάτω σιαγόνα του έφτανε στην άλλη, τον επιβίβασε στην καρότσα, φτάνοντας όμως λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, κάπου κοντά στο Δερβένι, το φορτηγό ανατράπηκε κι' ο Ασναβούρ, ο τόσο αγαπητός στο χωριό όπου είχε εγκατασταθεί σαν πόντιος πρόσφυγας με όνειρα κι' ελπίδες, σκοτώθηκε. Τον έκλαψε όλο το χωριό όπου και σύσσωμο τον έθαψε.
    Σ' ένα περίπου μήνα ξανάρχισε να λειτουργεί, υποτυπωδώς βέβαια, το Γυμνάσιο Κιλκίς.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου