Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

27. Αρραβώνας... γάμος...


Φεύγοντας από το σπίτι τα απογεύματα για το γραφείο, έβλεπα μιά κοπέλα να κεντά κάτω από τον ίσκιο ενός δένδρου στην αυλή. Τόλμησα και ρώτησα τη σπιτονοικοκυρά μου ποιά είναι η κοπέλα και μου απάντησε ότι είναι η μικρότερή της αδελφή που έμενε στο διπλανό σπίτι με κοινή αυλή. Σιγά-σιγά έμαθα όλη τη σύνθεση της οικογενείας της, τις ασχολίες των μελών και συγγενών της, τα πρόσωπά τους κ.λπ. και ένα μεσημέρι του Οκτωβρίου του 1949 γυρνώντας από τη Στρατιωτική Λέσχη (ήταν το κλασικού ρυθμού τεράστιο σπίτι που ανήκε σε κάποια οικογένεια Δρίζη, με μεγάλη αυλή στην οποία μετά τη λήξη του Κ/Σ πολέμου οργανώνονταν δεξιώσεις και συνεστιάσεις κι’ οι Κοζανίτες και Κοζανίτισες χάζευαν από τα κάγκελα της αυλής ώσπου κάποτε καλύφθηκαν με καλάμια) είδα το γηραιό πατέρα της να κάθεται στην είσοδο του υπογείου, αγναντεύοντας την αυλή και τον πάνω σε ύψωμα Ι.Ν. του Αγ.Νικάνορα, στην ανοικοδόμηση του οποίου είχε κι’ αυτός συμβάλλει. Τον χαιρέτισα, του είπα ποιός είμαι και χωρίς περιστροφές του ζήτησα το χέρι της κόρης του Κλεοπάτρας. Λέγοντάς μου «την ευχή μου νάχετε» μου άπλωσε το χέρι του το οποίο φίλησα κι’ ανέβηκα στο δωμάτιό μου. 
Έμενε λοιπόν σε μένα να ενημερώσω τη μητέρα και τις αδελφές μου για την απόφαση που πήρα περιμένοντας γι’ αυτό να μου δοθεί ολιγοήμερη άδεια για Θεσσαλονίκη. Ο πονηρός όμως μεγάλος αδελφός της Κλεοπάτρας, Μήτσος, που έμενε στη Θεσσαλονίκη, πήγε βρήκε τη μητέρα μου και την ανέκρινε για να διαπιστώσει την αλήθεια των όσων είχα εκμυστηρευθεί στο περιβάλλον της Κλεοπάτρας. 
Το γεγονός το πληροφορήθηκα από επιστολή της μητέρας μου που έντρομη για τη ζωή μου, διαρκούντος μάλιστα του Κ/Σ πολέμου, με συνεβούλευε να είμαι προσεκτικός. Τούτο με εξενεύρισε διότι έγινε εν αγνοία μου κι’ άρχισα να σκέπτομαι αν όλα τα μέλη της οικογενείας ήταν δόλια, όπως ο Μήτσος που απέκρυψε από τη μητέρα μου το αίτημά μου προς τον πατέρα του να παντρευτώ την μικρότερη σε ηλικία αδελφή του Κλεοπάτρα. Τον εκνευρισμό μου αυτόν τον κατέστησα γνωστό στο σπιτονοικοκύρη μου και τη γυναίκα του Άννα που μου δικαιολογήθηκαν ότι ο Μήτσος είναι αγράμματος και ενήργησε με δική του πρωτοβουλία, εγώ όμως άφησα και αιχμές για ανάκληση του αιτήματός μου την οποία δεν πραγματοποίησα διότι σκεφτόμουν ότι κάτι παρόμοιο μπορούσε να συμβεί και στη δίδυμη αδελφή μου και τότε ποιά θα ήταν η θέση των δικών μου και εμού. Έτσι με την πάροδο μηνός και πλέον, διαπιστώνοντας κι’ εγώ το βλακώδες του μέλλοντος κουνιάδου μου Μήτσου, ο πάγος έλιωσε και οι καλές μας σχέσεις αποκαταστάθηκαν. 
Έμενε τώρα να βρεθεί τρόπος να παντρευτούμε, διότι ήμουν 23 χρονών και υπήρχε νόμος που απαγόρευε στα μόνιμα στελέχη του Στρατού να παντρεύονται πριν από τη συμπλήρωση του 28ου έτους της ηλικίας τους και ταυτόχρονα η μέλλουσα σύζυγός τους έπρεπε να έχει αποδεδειγμένως δική της τραπεζική κατάθεση ορισμένου ποσού και άνω ή ακίνητο που να επιφέρει ισόποσο της ελαχίστης τραπεζικής καταθέσεως εισόδημα. H πρώτη προϋπόθεση ήταν εύκολη και πραγματοποιήθηκε καταθέτωντας στην Εθνική Τράπεζα, ο αδελφός της Παναγιώτης, το ελάχιστο ποσό ως κατάθεση δική της (της Κλεοπάτρας)  
Έμενε να βρεθεί ο ιερέας που θα δεχόταν να τελέσει το μυστήριο του γάμου χωρίς την άδεια της Μητροπόλεως, η έκδοση της οποίας προϋπέθετε την εγκριτική του γάμου διαταγή του Γ.Ε.Σ. Τελικά βρέθηκε ο παπα-Γιώργης Ξυλοφόρος, που έθεσε ως όρο να γίνει ο γάμος εκτός Κοζάνης για λόγους ασφαλείας και αυτού και εμού κυρίως που θα με παρέπεμπε η υπηρεσία μου στο Στρατοδικείο Κοζάνης δια το έγκλημα του Στρατ.Ποινικού Κώδικος της «παρανόμου νυμφεύσεως» και τέτοιες υποθέσεις έβλεπα να έρχονται στο Στρατοδικείο αρκετές, κυρίως όμως οπλιτών και υπαξιωματικών της χωροφυλακής η οποία για τα όποια ποινικά των ανδρών της αδικήματα υπάγονταν στην αρμοδιότητα των Στρατοδικείων. Και το πρόβλημα αυτό λύθηκε.
 Ο Μήτσος είχε αποχωρήσει από το ξυλεμπορικό της Κοζάνης από χρόνια και έμενε μονίμως στη Θεσσαλονίκη, διατηρώντας ευρύχωρο σπίτι, κάπου προς τη στάση των λεωφορείων «Γεωργίου». Σ’ αυτό θα γινόταν ο γάμος, όπως και έγινε, τον Οκτώβριο του 1949, χωρίς νυφικό και γαμπριάτικο κοστούμι, χωρίς την παρουσία των δικών μου εκτός της μητέρας μου και από την πλευρά της συζύγου μου, οι αδελφοί της Μήτσος και Παναγιώτης και ίσως και μια από τις παντρεμένες αδελφές της. Γι’ αυτό φωτογραφίες του γάμου μας δεν υπάρχουν. 
Φαίνεται ότι οι «παράνομες νυμφεύσεις» των στρατιωτικών επληθύνθησαν, γι’ αυτό και το μέτρο της ηλικίας αυτών, συντελούσης ίσως και της νίκης του εθνικού στρατού επί των Κ/Σ, καταργήθηκε ή μειώθηκε, κι’ έτσι το 1950 υπέβαλα τα αναγκαία δικαιολογητικά στο Γ.Ε.Σ. και κατ’ Αύγουστο του ίδιου χρόνου ήρθε η περίφημη έγκριση με βάση την οποία πήρα την άδεια της Μητροπόλεως και βεβαιούντος του παπα-Γιώργη ότι ετελέσθη αμέσως σχεδόν ο γάμος, τον αναγνώρισα στην υπηρεσία, το Μ.Τ.Σ. και στο Δήμο. 
Μείναμε σε ένα δωμάτιο του πρώτου ορόφου του σπιτιού του πεθερού μου. Ενώ προετοιμαζόμουν για τις επόμενες εισαγωγικές εξετάσεις στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ειδοποιηθείς γράφτηκα στους πρωτοετείς φοιτητάς την 10ην Οκτωβρίου του 1950, ως επιλαχών του 1948-49. 
Με την εγγραφή μου σ’ αυτό ζήτησα τη μετάθεσή μου για τη Θεσσαλονίκη η οποία και πραγματοποιήθηκε σε λίγο. Ευτυχώς η υπηρεσία, μας παρεχώρησε ένα δωμάτιο στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας Κονιόρδου στη γωνία Αριστοτέλους και λεωφόρου Νίκης (παραλιακή) με θέα στην πλατεία Αριστοτέλους, διότι η ζωή μας θα ήταν δύσκολη με το μικρό μου μισθό. Στον ίδιο όροφο έμεναν άλλες δύο οικογένειες, ενός Χοϊδά κι’ ενός άλλου που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, ο οποίος παρεσύρθη με στρατιωτικό όχημα από τα ορμητικά νερά του Γαλλικού ποταμού και πνίγηκε. Η κοινή χρήση της κουζίνας του ορόφου, μας συνέδεσε άδολα, ίσως διότι ανήκαμε σε διαφορετικά όπλα. 
Οικογένεια Κων. Μ.
Ανέλαβα καθήκοντα γραμματέως ενός των ανακριτών, του λοχαγού Α. Στ., που όλοι τον θεωρούσαν ιδιότροπο, ίσως από φθόνο για τις τεκμηριωμένες νομικές του προτάσεις και τα άρθρα του σε νομικά περιοδικά και κανείς των ομοιόβαθμών μου δεν ήθελε να υπηρετήσει υπό τις διαταγές του. Εγώ δεν είχα πρόβλημα διότι ήμουν γραμματέας του, έγραφα τις από αυτόν διατυπούμενες καταθέσεις μαρτύρων και απολογίες κατηγορουμένων και διεκπεραίωνα την αλληλογραφία του γραφείου χωρίς να ανακατεύομαι στις συζητήσεις των διαδρομιστών και τα διάφορα κοτσομπολιά. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος ήρθε στο σταθμό του τραίνου να με αποχαιρετήσει, όταν αργότερα έφυγα για την Κορέα, ο μόνος των αξιωματικών του Στρατοδικείου, κρεμώντας στο λαιμό μου ένα μικρό καλογερίστικο σταυρό που αντί για αλυσίδα είχε μια μπλε κορδέλα, δίνοντάς μου και την ευχή του να γυρίσω σώος και αβλαβής.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου