Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

28. Αναχώρηση για την Κορέα


Ενώ η υπηρεσία μου στο στρατοδικείο συνεχίζονταν κανονικά και οι σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο προχωρούσαν ομαλά, χάρη στον προϊστάμενό μου, που όχι μόνο ανεχόταν τις απουσίες μου αλλά και με παρώτρυνε να παρακολουθώ διδασκαλίες των καθηγητών, με διαταγή του Γ.Ε.Σ. μετατέθηκα στο Κέντρο Υποδοχής του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος Κορέας, που βρίσκονταν στη Βουλιαγμένη Αττικής, στο οποίο έπρεπε να παρουσιασθώ στις 31 Οκτωβρίου 1952. Έτσι μετέφερα τη γυναίκα μου στην Κοζάνη χωρίς τη, φτωχική μας άλλωστε, οικοσκευή, την εγκατέστησα στο σπίτι της αδελφής της Άννας, της πρώην σπιτονοικοκυράς μου, άφησα μερικά μαθήματα του Β΄έτους γι’ αργότερα κι’ έφυγα για την Αθήνα, όπου και παρουσιάστηκα την καθορισμένη ημέρα. 
Διεπίστωσα ότι έξω από το Στρατόπεδο υπήρχαν και μερικές σκηνές στις οποίες έμεναν σύζυγοι αξιωματικών που σήμαινε ότι θα καθυστερούσε η αναχώρησή μας. Έτσι ζήτησα από τον ασπρομάλλη διοικητή του Κέντρου, ο οποίος και θα συνόδευε την αποστολή μας στην Κορέα, άδεια για την Κοζάνη. Αυτός ξέροντας την ημερομηνία αναχωρήσεως του Αμερικάνικου πλοίου που θα μας μετέφερε, βλέποντας το άσκοπο της παραμονής μου εκεί, αφού προοριζόμουν για το Έκτακτο Στρατοδικείο που υποτίθεται ότι λειτουργούσε στην Κορέα και διαπιστώνοντας τη βραδύτητα των προσερχομένων στο Κέντρο, όπου καμμιά υπηρεσία δεν μπορούσα να προσφέρω, δέχθηκε το αίτημά μου και μου καθόρισε ρητά να επιστρέψω το πρωΐ της 20ης Νοεμβρίου 1952, ώστε να υποστώ με τους τελευταίους τα αναγκαία εμβόλια και να επισκεφθούμε το νοσοκομείο λοιμωδών νόσων και ειδικά την έκθεση ομοιωμάτων παθόντων από λοιμώδεις νόσους, δηλαδή αφροδισιακά νοσήματα, όπως π.χ. σύφιλις, βλενόρροια, σιφιλιδικές πλάκες, ορχίτις, ορχεοκήλη κ.λπ.,κ.λπ. 
Πράγματι το απόγευμα της 19ης Νοεμβρίου 1952, αποχαιρέτησα τη σύζυγό μου και τους λοιπούς και με το νυχτερινό λεωφορείο έφθασα την επομένη στην Αθήνα, από εκεί στη Βουλιαγμένη και στις 8 π.μ. παρουσιάστηκα στον διοικητή, ο οποίος μου εξεμυστηρεύθηκε ότι τον απασχολούσε το θέμα της μη έγκαιρης προσέλευσής μου. Απάντησα στον καλό αυτόν άνθρωπο ότι «είμαι Πόντιος και οι Πόντιοι κρατούν πάντα το λόγο τους».
Η γυναίκα μου θέλησε να κατεβεί στο λιμάνι για να μ’ αποχαιρετήσει, αλλά της το απαγόρευσα και την πίκρανα. Άλλωστε ο αποχαιρετισμός της θα συνίστατο σ’ένα αγκάλιασμα, σ’ ένα φιλί, σε λίγα δάκρυα και στο κούνημα ενός μαντηλιού κατά το σαλπάρισμα του καραβιού. 
Έτσι στις 2 Δεκεμβρίου 1952 επιβιβαστήκαμε στο «Τζένεραλ Μιουρ» κι’ ανοιχτήκαμε στο πέλαγος.


(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου