Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

ομιλία Καλεντερίδη στο φροντιστήριο Ασπροπύργου 1.3.2010


Θέμα: «Οι όψεις της σημερινής πραγματικότητας από εθνολογική και γεωπολιτική άποψη στα παράλια του Πόντου"

Καλησπέρα σας. Ο αποψινός ομιλητής, κύριος Σάββας Καλεντερίδης, είναι Αντισυνταγματάρχης Τεθωρακισμένων εν αποστρατεία.
Στρατιωτικός που υπηρέτησε πολλές κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό, ιδρυτής και διευθυντής του Οίκου Infoγραμμών, ειδικός αναλυτής και συγγραφέας μεταξύ άλλων και του βιβλίου Παράδοση Οτσαλάν- η Ώρα της Αλήθειας.
Ο κύριος Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στην Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε το 1981 ως Ανθυπ
ίλαρχος.
Υπηρέτησε διάφορες μονάδες τεθωρακισμένων και καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό.
Το Μάρτη του 2000 ενώ φοιτούσε στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού με βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.
Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ με ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης. Μετέφρασε από τα τούρκικα και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου Κράτος Συμμορία που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τουρίκη. Ενώ μετέφρασε από τα τούρκικα την Έκθεση Σουσουρλούκ που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των εκδόσεων Λιβάνη.
Κύριε Καλεντερίδη, έχετε τον λόγο.



Κος ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗΣ:
Κύριε Δήμαρχε, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα πρώτα από όλα να ευχαριστήσω για την πρόσκληση του Δήμου και του Ανοικτού Λαϊκού Πανεπιστημίου για να είμαι σήμερα μαζί σας και να μιλήσουμε για ένα θέμα που μας αφορά όλους είτε είμαστε ποντιακής καταγωγής είτε όχι.
Στην προηγούμενη ομιλία μου που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου, αναφέρθηκα στην τεράστια σημασία που έχει, κατά την άποψή μου, η πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής να θεσμοθετήσει την λειτουργία ενός τέτοιου φορέα.
Ένας φορέας, που μέσα από την εναλλαγή διαφόρων ομιλητών που αναπτύσσουν ποικίλα θέματα, συμβάλλει και στην επιμόρφωση αλλά και στην συνειδητοποίηση των απλών πολιτών, γιατί στις δύσκολες στιγμές -όπως οι στιγμές που περνάμε τώρα- όπως θα έχετε αντιληφθεί, αυτοί που μας κυβερνούν και οι ελίτ προσφεύγουν στους απλούς πολίτες για να λυθούν τα προβλήματα.
Για αυτό ο απλός λαός και οι απλοί πολίτες πρέπει να είναι ενημερωμένοι, γιατί όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε, η γνώση είναι όπλο άλλα και πλούτος, μια που μιλάμε αυτές τις μέρες για χρεοκοπία και για πλούτο.
Για αυτό, λοιπόν, ευχαριστώ για άλλη μία φορά την δημοτική αρχή αλλά και τον φορέα που διαχειρίζεται το Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για την πρόσκληση.
Επίσης σήμερα, την δεύτερη φορά που βρίσκομαι εδώ ως ομιλητής, μπορώ να πω ότι είναι διπλή η χαρά και η συγκίνηση γιατί βρίσκομαι στο Φροντιστήριο, χτισμένο από ένα σύλλογο που ιδρύθηκε από τους συμπατριώτες μας ποντιακής καταγωγής Έλληνες, κυρίως της περιοχής του Καυκάσου και της κεντρικής Ασίας για μερικές δεκαετίες, οι οποίοι μέσα στα τόσα προβλήματα της εγκατάστασης και της επιβίωσης, βρήκαν την δύναμη να χτίσουν αυτό το πνευματικό κέντρο, όπως ακριβώς έκαναν οι πρόγονοί μας κυρίως στην περιοχή του Πόντου αλλά και του Καυκάσου, και παράλληλα με τον αγώνα της επιβίωσης που έδιναν, φρόντιζαν να έχουν σχολειό, εκκλησία και κτίριο της κοινότητας.
Για αυτό, επαναλαμβάνω, είμαι συγκινημένος γιατί βρίσκομαι σε μία στέγη που δημιουργήθηκε αφ' ενός μεν με πρωτοβουλία των Ποντίων της περιοχής, αφ’ ετέρου δε με την συμπαράσταση ορισμένων παραγόντων του Ασπροπύργου, πιστεύω και της δημοτικής αρχής.
Η σημερινή ομιλία, όπως είπε η κυρία Φούφα, έχει το εξής θέμα, να το επαναλάβω «Οι όψεις της σημερινής πραγματικότητας από εθνολογικής και γεωπολιτικής άποψης στις Παρευξείνιες χώρες, στις περιοχές του Ευξείνου Πόντου».

Μαύρη Θάλασσα ή Εύξεινος Πόντος;
Πριν μπω στο κύριο θέμα της ομιλίας μας, θα ήθελα να πω κάτι για τη χρήση του όρου Μαύρη Θάλασσα.
Η περιοχή αυτή, η θαλάσσια περιοχή, αυτή η κλειστή θάλασσα που εμείς την ονομάζουμε Εύξεινο Πόντο, πριν οι Έλληνες έχουν ναυτική παρουσία στην περιοχή, ακριβώς επειδή ήταν μία δύσκολη θάλασσα, ονομαζόταν Άξενος Πόντος, δηλαδή αφιλόξενη θάλασσα.
Από τότε που Έλληνες θαλασσοπόροι, αφού είχαν εξελιχθεί και τα μέσα τα ναυτικά, τα καράβια, από τότε λοιπόν που πέρασαν τις Συμπληγάδες Πέτρες και δάμασαν, θα έλεγα, τον Εύξεινο Πόντο και άρχισαν σταδιακά να ιδρύουν ελληνικές πόλεις και λιμάνια και αυτός ο άξενος, ο αφιλόξενος Πόντος άρχισε να φιλοξενεί τους Έλληνες, από Άξενος μετατράπηκε σε Εύξεινο Πόντο.
Όταν άρχισαν να έρχονται τα βάρβαρα ασιατικά φύλα στην περιοχή, και δεν λέω την λέξη βάρβαρα για να μειώσω τους ανθρώπους αυτούς, αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα, όταν λοιπόν άρχισαν να έρχονται τα βάρβαρα φύλλα και κυρίως οι Τούρκοι στην περιοχή, ακριβώς επειδή δεν είχαν ιστορικό υπόβαθρο αλλά και σχέση με τις θάλασσες, ονόμασαν την περιοχή της Μεσογείου Λευκή Θάλασσα, Αkdeniz, και την περιοχή του Εύξεινου Πόντου Μαύρη Θάλασσα, Karadeniz. Και αυτό έχει να κάνει με τις αποχρώσεις της θάλασσας σε σχέση με τον ήλιο.
Αυτοί, λοιπόν, ονόμασαν Akdeniz, Λευκή Θάλασσα τη Μεσόγειο, έτσι την λένε μέχρι σήμερα. Και Karadeniz, Μαύρη Θάλασσα τον Εύξεινο Πόντο, μία ονομασία που υιοθέτησαν και οι Σλάβοι.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι εμείς, που είμαστε πραγματικά άξιοι συνεχιστές των Ελλήνων αλλά και της ιστορίας της περιοχής, δεν θα πρέπει να υιοθετούμε την λέξη Μαύρη Θάλασσα, δεν μας πρέπει. Και θα πρέπει να επιμένουμε στην ονομασία της περιοχής αυτής ως Εύξεινος Πόντος και οι περιοχές που βρίσκονται στις ακτές της παρευξείνιες χώρες ή παρευξείνιες περιοχές.
Ας πάμε όμως στο κύριο θέμα της σημερινής μας ομιλίας.

Ιστορική εισαγωγή
Προϊστορικά χρόνια

Θα αρχίσω με μία ιστορική εισαγωγή για την περιοχή του Ευξείνου Πόντου, για τις παρευξείνιες χώρες.
Και όταν λέμε παρευξείνιες χώρες, για την ανάγκη της σημερινής συζήτησης, δεν συμπεριλαμβάνουμε τα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου, δηλαδή τις ακτές της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Η σημερινή μας συζήτηση θα καλύψει τις περιοχές της Ουκρανίας, της Ρωσίας, του ρωσικού Καυκάσου, της Γεωργίας και του παραδοσιακού Πόντου, την περιοχή του Πόντου όπου έζησαν οι πρόγονοί μας.
Θα κάνουμε μία ιστορική αναφορά για αυτές τις περιοχές, πώς βρέθηκαν δηλαδή οι Έλληνες σε αυτές τις περιοχές και στη συνέχεια θα αναφερθούμε στο σήμερα, όπως λέει και το θέμα της ομιλίας μας, στη σημερνή πραγματικότητα από εθνολογικής και γεωπολιτικής άποψης.
Δηλαδή τι σημαίνει για την Ελλάδα και για τον ελληνισμό γενικότερα η παρουσία των ελληνικών πληθυσμών σε αυτές τις περιοχές: Ουκρανία, ρωσικός Καύκασος, Γεωργία και Τουρκία, τι σημαίνει από εθνολογικής και τι σημαίνει φυσικά και από γεωπολιτικής άποψης.
Η παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή, παρότι ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι οι Έλληνες βρέθηκαν στην περιοχή του Πόντου με τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό, δηλαδή στον 8ο π.Χ. αιώνα, είναι προφανές ότι η παρουσία των Ελλήνων στον Πόντο ανάγεται και στα προϊστορικά χρόνια.
Όλοι όταν διαβάζαμε μυθολογία, όταν διδασκόμαστε σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης μυθολογία και προϊστορία, γίναμε κοινωνοί της μυθιστορίας του Προμηθέα ο οποίος ήταν δεμένος στο όρος Καύκασος, τιμωρημένος από τους θεούς επειδή πρόδωσε το μυστικό της φωτιάς στους ανθρώπους.


Ο Προμηθέας ήταν ένας ήρωας της ελληνικής μυθολογίας και για να βρεθεί στον Καύκασο σημαίνει ότι οι Έλληνες είχαν σχέση με τον Καύκασο, ο Καύκασος ήταν μία γνωστή περιοχή με την οποία οι Έλληνες είχαν σχέση και παρουσία.
Όλοι ξέρουμε τον μύθο του Φρίξου και της Έλλης που πετώντας πάνω σε ένα κριάρι με προορισμό την περιοχή του Καυκάσου και της Κολχίδας η Έλλη έπεσε στην θάλασσα που προηγείται του Ευξείνου Πόντου και έτσι ονομάστηκε Πόντος της Έλλης, Ελλήσποντος.
Επίσης, όλοι έχουμε διαβάσει, ακούσει και πει στα παιδιά μας το μύθο της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Άλλωστε πολλοί σύλλογοι ποντιακοί έχουν και όνομα Αργοναύτες, Κομνηνοί, Αργοναυτικά κλπ, που σημαίνει ότι για να υπάρχει αυτός ο μύθος, για να οδηγηθούν οι Έλληνες στην περιοχή της Κολχίδας, η περιοχή αυτή ήταν γνωστή και μάλιστα είχε κατοικηθεί από Έλληνες.
Εν πάση περιπτώσει, αυτό το διάστημα μία διάσημη ιστορικός φιλόλογος, η κυρία Άρτεμις Μερτζάνη, συγγράφει ένα βιβλίο για την περιοχή του Πόντου. Μάλιστα αυτές τις μέρες που έκανα έρευνα στις πηγές για να κάνω τη σημερινή ομιλία, μίλησα μαζί της, και με διαβεβαίωσε ότι υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις για την παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου και της Τραπεζούντα πολύ πριν τον 8ο π.Χ. αιώνα που ιδρύθηκε η Σινώπη και στη συνέχεια οι υπόλοιπες 75 αποικίες της Σινώπης στις παρευξείνιες χώρες.

Ιστορικά χρόνια
Τον 8ο αιώνα περνάμε στην φάση της ιστορίας, εκεί που υπάρχουν πια ιστορικές αποδείξεις για τα ιστορικά γεγονότα. Οι Έλληνες της Μιλήτου αναζητώντας καινούριες αγορές και πολύτιμες πρώτες ύλες που δεν υπήρχαν στην περιοχή της Ιωνίας και του υπόλοιπου ελληνικού κόσμου, ιδρύουν την πρώτη αποικία στην περιοχή της Σινώπης.
Η Σινώπη είναι το πρώτο φυσικό λιμάνι στις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Εκεί γίνεται μία λαμπρή ελληνική πόλη. Και με κέντρο πλέον την Σινώπη οι Έλληνες μέσα σε μερικές δεκαετίες χτίζουν 75 ελληνικές πόλεις στις περιοχές που σας είπα πριν από λίγο, στις παρευξείνιες ακτές αλλά σταδιακά και στην ενδοχώρα.

Μία περιοχή στην οποία ο ελληνισμός ανέπτυξε τεράστια παρουσία και πολιτισμό ήταν η περιοχή της Κριμαίας και συγκεκριμένα η περιοχή του Κιμμέριου Βόσπορου.
Εκεί, από τον 5ο αιώνα δεν περιορίστηκαν οι Έλληνες στην ίδρυση μόνο πόλεων, ίδρυσαν ένα ελληνικό βασίλειο, ένα ελληνικό βασίλειο το οποίο έζησε για τουλάχιστον 4 αιώνες και είναι σχετικά άγνωστο, αφού δεν διδάσκεται στην ελληνική ιστορία.
Στο βασίλειο του Κιμμέριου Βοσπόρου υπήρχαν λαμπρές ελληνικές πόλεις, όπως το Παντικάπαιον, η Συμφερόπολις, η Σεβαστόπολις, η Θεοδοσία.
Και οι περιοχές αυτές από τον 4ο π.Χ. αιώνα, είχαν μία στενή συνεργασία με το μιθριδατικό βασίλειο του Πόντου και μάλιστα από ένα διάστημα και μετά ήταν κτήσεις του Ποντιακού βασιλείου του Μιθριδατών, η περιοχή της Κριμαίας, στην περιοχή του Κιμμέριου Βοσπόρου και της Κριμαίας.
Αυτή η περιοχή έμεινε υπό ελληνική κατοχή ή επιρροή μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Δηλαδή από το 500 π.Χ. μέχρι το 250 μ.Χ. η περιοχή της Κριμαίας και του Κιμμέριου Βοσπόρου ήταν αμιγώς ελληνική.
Στη συνέχεια έρχονται στην περιοχή οι Σκύθες και διάφορα άλλα ασιατικά φύλα και κυριαρχούν επί των Ελλήνων, οι οποίοι παίρνουν και πάλι τα σκήπτρα στην περιοχή τον 11ο αιώνα, οπότε για ένα μικρό διάστημα η περιοχή του Κιμμέριου Βοσπόρου τίθεται και πάλι υπό ελληνική κυριαρχία, για την ακρίβεια υπό την κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Όλο αυτό το διάστημα όμως οι Έλληνες δεν εκπατρίστηκαν από αυτές τις περιοχές. Αναφέρομαι στην περιοχή της Ουκρανίας, στη συνέχεια θα αναφερθώ στην περιοχή του ρωσικού Καυκάσου και της Γεωργίας και στο τέλος την περιοχή του Πόντου.

Αικατερίνη η Μεγάλη και Οθωμανική κατοχή
Εκεί, λοιπόν, ενώ οι Έλληνες παραμένουν στην περιοχή της Κριμαίας και του Κιμμέριου Βοσπόρου, η περιοχή αλλάζει χέρια, σταδιακά τίθεται υπό την κατοχή των Τατάρων, στην συνέχεια του Τζέκινς Χαν, και από τον 16ο αιώνα η περιοχή μπαίνει υπό τον έλεγχο και την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 

Ακόμα και αυτές τις περιόδους, η περιοχή αυτή, Κριμαία και Κιμμέριος Βόσπορος, κατοικείται από πολυάριθμες ελληνικές κοινότητες οι οποίες συνεχίζουν να ευημερούν. Και επί Αικατερίνης της Μεγάλης, 50.000 Έλληνες, σε συνεννόηση με την Αικατερίνη Μεγάλη, εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές εστίες τους μετά από 1.500 χρόνια, από 15 αιώνες παρουσίας στην περιοχή,  και εγκαθίστανται στην περιοχή της Μαριούπολης και του Ντονέτσκ.
Αυτή η περιοχή από τότε, από την περίοδο της Αικατερίνης της Μεγάλης μέχρι σήμερα, συνεχίζει να κατοικείται από ελληνικούς πληθυσμούς. Και παρότι μετά το 1990 έχουμε ένα κύμα φυγής από αυτές τις περιοχές, σήμερα που μιλάμε, σύμφωνα με την απογραφή του 2002, στην περιοχή αυτή Ντονέτσκ και Μαριούπολης, κατοικούν περίπου 100.000 Έλληνες.
Όταν κάνουμε την γεωπολιτική θεώρηση της περιοχής θα αναφερθούμε και πάλι στην περιοχή της Κριμαίας και της Μαριούπολης.
Να περάσουμε τώρα στην περιοχή του Καυκάσου και της Γεωργίας. Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να αναφερθώ από κειμένου.

Οι παλαιοί Έλληνες συναντώνται με τους νέους
Εκτός από τις ομαδικές εγκαταστάσεις των αρχαίων Ελλήνων και στη συνέχεια των Βυζαντινών στο βόρειο και ανατολικό Εύξεινο Πόντο, ο Καύκασος, η Γεωργία, η νότια και μεσημβρινή Ρωσία, η Κριμαία αλλά και οι παραδουνάβιες περιοχές μετεξελίχθηκαν σε όλη της διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε καταφύγια των καταπιεζόμενων υπόδουλων Ελλήνων του ελλαδικού χώρου, του Πόντου και της Ανατολής.
Ένα πρώτο κύμα μετοικησιών Ελλήνων από την μητροπολιτική και νησιωτική Ελλάδα στην περιοχή, έχουμε μετά την πτώση του Βυζαντίου στους Οθωμανούς, που γίνονται περισσότερο μαζικές μετά τον Ρωσο-Οθωμανικό πόλεμο του 1768-1774.
Επειδή υπάρχει εσφαλμένη εντύπωση, όχι σε εμάς φυσικά, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην περιοχή αυτή δεν κατοικούσαν μόνο ποντιακής καταγωγής Έλληνες. Στην περιοχή κυρίως του Κιμμέριου Βοσπόρου και της Κριμαίας εκτός από τους Ποντίους κατοικούσαν και Έλληνες από την νησιωτική Ελλάδα, από την ηπειρωτική Ελλάδα και από την ίδια την Κωνσταντινούπολη.
Ένα πολύ μεγαλύτερο κύμα μετοικησιών αφορά τους Έλληνες του Μικρασιατικού χώρου και κυρίως του ευάλωτου Πόντου.
Οι συνεχείς και αφόρητες πιέσεις των Οθωμανών, κυρίως των τοπαρχών των γνωστών ντεριμπέηδων, και ο θρησκευτικός φανατισμός των μουσουλμάνων, σε συνδυασμό με την πολιτική της ανοικτής φιλοξενίας των ρωσικών αρχών, τροφοδότησαν ένα μεγάλο κύμα φυγής των Ελλήνων του Πόντου που έγινε αιτία να ξαναγεννηθεί στα αρχαιοελληνικά αποικιστικά κέντρα αλλά και σε νεοοικηθέντα ρωσικά εδάφη ένας νέος ακμαίος ελληνικός πολιτισμός. Όπως ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, είχαμε στην περιοχή 75 ελληνικές πόλεις-αποικίες, που άνθισαν κυρίως την περίοδο από τον 8ο μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατά την περίοδο που επικράτησαν στην Μικρά Ασία οι Οθωμανοί, ο ελληνισμός, για να αποφύγει την οθωμανική σκλαβιά, έφυγε και από την περιοχή του Αιγαίου και από την περιοχή της Κωνσταντινούπολης, της Μικράς Ασίας και κυρίως του Πόντου και εγκαταστάθηκε και πάλι στην ομόδοξη και φίλη Ρωσία και μάλιστα εγκαταστάθηκε και μπόλιασε τους παλιούς πληθυσμούς που κατοικούσαν στις περιοχές γύρω από τις παλιές αποικίες των αρχαίων Ελλήνων, στις 75 αποικίες των αρχαίων Ελλήνων που προαναφέραμε.

Νεοελληνική Διασπορά
Η νεοελληνική διασπορά αρχίζει επίσημα την ιστορική της πορεία το 1453 με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς.
Τότε, ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός Ελλήνων διανοούμενων προτίμησε -αντί να πάει στην Δύση- να μεταβεί στην Ρωσία την οποία έκανε νέα πατρίδα του και υπηρέτησε με σεβασμό, ενώ παράλληλα συνέβαλε στην ανάπτυξη του ρωσικού πολιτισμού με τα έργα του.
Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των Ελλήνων αφομοιώθηκε κατά τέτοιο τρόπο από την ρωσική κοινωνία που μόνο τα επώνυμά τους παραπέμπουν μέχρι σήμερα στην καταγωγή τους.
Εδώ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική η άποψη του πρώην Δημάρχου της Μόσχας, Γαβριήλ Ποπόφ, ότι ανάμεσα σε κάθε τρεις Ρώσους, στις φλέβες ενός Ρώσου τρέχει ελληνικό αίμα.
Η άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς 8 χρόνια μετά την Κωνσταντινούπολη, το 1461, σε συνδυασμό με μία περίοδο βίαιων εξισλαμισμών που εγκαινιάζει, ανοίγει τον δρόμο της εξόδου των Ελλήνων Ποντίων προς την γειτονική και ομόδοξη Ρωσία, και ειδικότερα προς τις περιοχές του Καυκάσου, του Αντικαυκάσου και της μεσημβρινής Ρωσίας, όχι μόνο της άρχουσας τάξης της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας αλλά και μεγάλων λαϊκών πληθυσμιακών μαζών.

Οι Έλληνες του Πόντου καταφεύγουν στη Γεωργία
Επόμενο κύμα εξόδου των Ελλήνων από τον Πόντο στον Καύκασο και κυρίως στην Γεωργία έχουμε κατά το 1490. Ο Γεωργιανός ιστορικός Πλάτων Ιοσελιάνι αναφέρει χαρακτηριστικά ότι άρχισαν να μεταναστεύουν προς την Γεωργία Έλληνες οι οποίοι προστατεύθηκαν από τους ορθόδοξους βασιλείς της Γεωργίας.
Παρότι δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των Ποντίων προσφύγων που κατέφυγαν εκεί, πιθανολογούμε ότι ο αριθμός ήταν μεγάλος γιατί η γεωργιανή Εκκλησία αναγκάστηκε να ορίσει ειδικό ελληνορθόδοξο επίσκοπο για τους πληθυσμούς αυτούς. Αν οι πληθυσμοί αυτοί ήταν μερικές χιλιάδες δεν θα είχαμε ειδικό επίσκοπο για τους ελληνορθόδοξους, για τους Έλληνες που είχαν καταφύγει στην περιοχή της Γεωργίας.
Η Επισκοπή αυτή από τον 15ο αιώνα λειτούργησε μέχρι το 1827, οπότε και καταργήθηκε για πολιτικούς κυρίως λόγους, γιατί δυστυχώς και η Εκκλησία αλλά και η πίστη άρχισε σταδιακά από τότε να χρησιμοποιείται για πολιτικούς λόγους.
Κατά τους 16ο και 17ο αιώνες έχουμε συνέχιση των μετακινήσεων που δεν είναι όμως ιδιαίτερα μαζικές, γεγονός που προκύπτει από τις ελάχιστες πηγές που διαθέτουμε για την ιστοριογραφία της περιοχής.
Αποτέλεσμα αυτών των οργανωμένων μετοικησιών είναι να επισκέπτονται αυτές τις περιοχές, τους αιώνες που ακολουθούν, πατριάρχες και ορθόδοξοι ιεράρχες αυτή την περιοχή, ακριβώς επισκέπτονται ολόκληρο τον Πόντο. Και έχουμε στοιχεία για τις επισκέψεις των πατριαρχών και των ιεραρχών. Και φυσικά επισκέπτονται και την ίδια την Γεωργία, πράγμα που αποδεικνύει ότι εκεί υπήρχαν ευάριθμες ελληνικές κοινότητες.
Από το πλήθος και την σπουδαιότητα των πνευματικών ταγών που συχνά επισκέπτονταν την περιοχή, αλλά και τον σημαντικό ρόλο που έπαιζαν οι Έλληνες στα τοπικά πράγματα, γίνεται φανερό ότι υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση Ελλήνων, οι οποίοι προφανώς είχαν οργανώσει αποτελεσματικά την παρουσία τους και ευημερούσαν.
Μαρτυρίες για αυτό διαθέτουμε από τους κώδικες των ιστορικών μονών του Πόντου, Σουμελά, Βαζελώνα και Περιστερεώτα, που μας πληροφορούν ότι είχαμε συχνές επισκέψεις στον Καύκασο και τη νότια Ρωσία διαφόρων αξιωματούχων της Εκκλησίας με την άδεια, πάντα, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με στόχο, εκτός των άλλων, να συγκεντρώσουν χρήματα για τις ανάγκες της Εκκλησίας.
Με την έλευση του 18ου αιώνα είχαμε νέες μετοικησίες ποντιακών ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Καυκάσου. Τότε χτίστηκε από Έλληνες μεταλλωρύχους το χωριό Μισχανά στο οποίο υπήρχαν μεταλλεία και μεταλλεύματα χαλκού.
Το 1762, 800 ελληνικές οικογένειες μεταλλουργών από την Αργυρούπολη μεταφέρονται και εγκαθίστανται στην επαρχία Αχταλά της Γεωργίας μετά από πρόσκληση του βασιλιά της Γεωργίας, Ηρακλή του Β’.
Όπως είναι γνωστό, σε όλη την Μικρά Ασία, όλα τα μεταλλεία που είχαν δραστηριότητα την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, Οθωμανικής αυτοκρατορίας, λειτουργούσαν υπό την ευθύνη Ποντίων μεταλλουργών και αρχιμεταλλουργών και απλά την τελική εκμετάλλευση είχαν ξένες, κυρίως γερμανικές και γαλλικές, εταιρείες.
Ακριβώς, λοιπόν, για αυτό, επειδή οι Έλληνες μεταλλουργοί και μεταλλωρύχοι του Πόντου κρατούσαν τα μυστικά της τέχνης της μεταλλουργίας στα χέρια τους, για αυτό εκλήθησαν από τον βασιλιά της Γεωργίας, Ηρακλή τον Β’, για να εκμεταλλευτούν τα μεταλλευτικά κοιτάσματα της Γεωργίας.
Το 1795 στο χωριό Αλάβερντι ή Αλαβέρντι, κατοικούσαν ήδη 500 οικογένειες Ελλήνων μεταλλουργών, γιατί στην περιοχή αυτή υπήρχαν τα ομώνυμα μεταλλεία, τα μεταλλεία του Αλαβερντί.
Εδώ η μετανάστευση έγινε, όπως είπα πριν από λίγο, όχι για πολιτικούς αλλά για κυρίως οικονομικούς λόγους, γιατί μέχρι τώρα οι Έλληνες εγκαταλείπουν τον Πόντο και εγκαθίστανται στην περιοχή του Καυκάσου, του Αντικαυκάσου και της Γεωργίας, γιατί υφίστανται καταπιέσεις από την οθωμανική αυτοκρατορία, από τους ντερεμπέηδες και από τους τοπικούς μουσουλμάνους ηγέτες.
Σε αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν οι μετοικησίες γίνονται για οικονομικούς λόγους και μάλιστα για λόγους εκμετάλλευσης των τοπικών μεταλλείων.
Για να γίνει αυτό, οι βασιλείς της Γεωργίας παραχώρησαν σημαντικά προνόμια στους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί σε αυτές τις περιοχές.
Σημαντικό ρεύμα φυγής Ελλήνων του Πόντου προς την Γεωργία έχουμε όλο τον 18ο και 19ο αιώνα παρά τα προβλήματα που άρχισαν να αντιμετωπίζουν οι Έλληνες και στην ίδια την Γεωργία από τους τοπικούς μουσουλμάνους, όπως είναι οι επιθέσεις που έκαναν ο Ομάρ Χαν Αβέσκι το 1785 και ο Αγά Μοχάμετ Χαν το 1796 εναντίον των ελληνικών κοινοτήτων. Σε εκείνες τις επιθέσεις οι ελληνικές κοινότητες μετρούν 700 νεκρούς και 836 αιχμαλώτους.
Είμαστε στα τέλη του 18ου αιώνα, το 1796. Και αυτές είναι άγνωστες σελίδες της ιστορίας του ελληνισμού και ειδικότερα του ποντιακού ελληνισμού.
Το 1801 ενώνεται η Γεωργία με την Ρωσία. Τότε, ακριβώς επειδή έχουμε ισχυρότερη την παρουσία της Ρωσίας στον Καύκασο και στην περιοχή της Γεωργίας, η περιοχή αυτή γίνεται ακόμα πιο ελκυστική για τους καταπιεζόμενους Έλληνες της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα του Πόντου.

Μαζικές μετακινήσεις στη Γεωργία και τον Καύκασο τον 18ο και 19ο αιώνα
Στα τέλη του 18ου αιώνα έχουμε τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο και την ήττα της Ρωσίας στην περιοχή του Καυκάσου (1768-74), πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν τις εστίες τους από την περιοχή του Καυκάσου διάφορα μουσουλμανικά φύλα, οι γνωστοί Κιρκάσιοι ή Τσερκέζοι, και να εγκατασταθούν στις περιοχές του Πόντου.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε διάφορες προστριβές με τους χριστιανούς των περιοχών του Πόντου, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να αρχίσουν να εγκαταλείπουν, από το 1800 και μετά, πιο μαζικά τις παραδοσιακές τους εστίες στον Πόντο και να εγκαθίστανται στην περιοχή της Γεωργίας.
Μιλάμε για το διάστημα από το 1800 μέχρι το 1814 οπότε αρκετές δεκάδες χιλιάδες Έλληνες εγκαταλείπουν διάφορες περιοχές του Πόντου και εγκαθίστανται στην Γεωργία.
Ειδική επιτροπή για την οργάνωση των μετακινήσεων και εγκατάσταση των Ελλήνων του Πόντου στον Καύκασο συγκροτήθηκε με εντολή της Κυβέρνησης στην Τυφλίδα το 1810.
Το 1813 ιδρύθηκε στην τοποθεσία Τσιγκαρό χωριό αμιγώς ελληνικό από 120 οικογένειες Ελλήνων που προέρχονταν από τις περιοχές της Αργυρούπολης και του Ερζερούμ και μάλιστα σε αυτό το χωριό μετά από 12 χρόνια, το 1822, προστέθηκαν άλλες 100 οικογένειες από τις ίδιες περίπου περιοχές.
Εκτός από το χωριό Τσιγκαρό, στην ίδια περιοχή ιδρύθηκαν και άλλα ελληνικά χωριά όπως το Γκομαρέτι, το Μαγκλίσι και το Τρετσικαρό. Δεν ξέρω αν έχουμε ανάμεσά μας Έλληνες που κατάγονται από την περιοχή της Γεωργίας, ίσως να ξέρουν και τα χωριά.
Οι περιοχές των νοτιοανατολικών ρωσικών στεπών και κυρίως των περιοχών Ανάπα, Γελεντσίκ, Κρασνοντάρ, Σταυρούπολη κλπ, η ευρύτερη περιοχή του Κουμπάν, άρχισε να εμπλουτίζεται με ελληνικούς πληθυσμούς από την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα. Δηλαδή, όταν μετά την Επανάσταση στην Ελλάδα και την ίδρυση του ελληνικού κράτους άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα για τους Έλληνες της περιοχής, προβλήματα αντεκδίκησης. Και αυτό αύξησε τους ρυθμούς εξόδου των Ελλήνων από την περιοχή του Πόντου.
Περιλάμβαναν οι εγκαταστάσεις αυτές, στην περιοχή του Κουμπάν, εκπατρισμένους Έλληνες του Πόντου αλλά και άλλων μικρασιατικών περιοχών, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν γεωργοί και ένα μέρος έμποροι και βιοτέχνες.
Όπως είπα πριν από λίγο, η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 αποτέλεσε ένα ακόμα παράγοντα εξόδου των Ελλήνων του Πόντου προς τον Καύκασο και την νότια Ρωσία, για αυτονόητους λόγους, μεταξύ των οποίων πρέπει να περιληφθεί και η στέρηση βασικών θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων του Πόντου.
Η έκρυθμη πολιτική κατάσταση που οφειλόταν και στις εσωτερικές συγκρούσεις της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας με τους τοπικούς τιμαριούχους, σε συνδυασμό με την καταπίεση των Ελλήνων, δημιούργησε ένα νέο κύμα εξόδου των Ελλήνων του Πόντου που την φορά αυτή ίδρυσαν τα χωριά Γκομαρέτι, Μικρό Γκομαρέτι, Κουκναρά, Βαλισπίρι, Κεϊβάν κλπ.
Ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1828-1829 βρίσκει τους Ρώσους να προελαύνουν μέχρι την καρδιά του Πόντου. Καταλαμβάνουν το Ερζερούμ και φτάνουν μέχρι την Αργυρούπολη.
Εκεί, οι Έλληνες, που καταπιέζονται άγρια από τους Οθωμανούς ήδη για τρεις αιώνες, από το 1461 μέχρι το 1828, βλέποντας το ρωσικό στρατό να καταφτάνει στην περιοχή του Ερζερούμ και της Αργυρούπολης, ξεσηκώνονται και εκδηλώνουν τα φιλοχριστιανικά και φιλορωσικά τους αισθήματα.
Και όταν έρχεται η στιγμή οι Ρώσοι να αποχωρήσουν από την περιοχή, όντας ήδη εκτεθειμένοι από τις εκδηλώσεις χαράς απέναντι στους Ρώσους, υποχρεώνεται πολύ σημαντικός αριθμός Ελλήνων να ακολουθήσει τα ρωσικά στρατεύματα, τα υποχωρούντα ρωσικά στρατεύματα και να εγκατασταθεί τότε, το 1827-1828, στις περιοχές γύρω από τον Καύκασο.
Μόνο το 1827-1828 ακολουθούν τον ρωσικό στρατό από την περιοχή της Αργυρούπολης κυρίως και του Ερζερούμ, 42.000 Έλληνες, μιλάμε για μικρή πόλη με σημερινά δεδομένα. Για τα πληθυσμιακά δεδομένα της εποχής μπορεί αυτό να ισοδυναμεί με 300.000-400.000 κατοίκους που εγκαταλείπουν την περιοχή του Πόντου και εγκαθίστανται στην περιοχή του Καυκάσου.
Εκεί αυτοί οι πληθυσμοί, αυτές οι 42.000 κάτοικοι εγκαθίστανται κυρίως στην περιοχή της Τσάλκας. Εκεί ιδρύονται 27 ελληνικά χωριά, αμιγώς ελληνικά χωριά, 4 από τα οποία είναι ελληνόφωνα και τα υπόλοιπα τουρκόφωνα. Να μην πω τα ονόματα, είναι γνωστά, ίσως και δεν έχει και μεγάλη σημασία.
Εκτός από τα 27 χωριά της Τσάλκας, πάλι στο ίδιο κύμα αποικισμού ιδρύονται και άλλα τρία χωριά στο Γκομαρέτι και στο Μπεσκεκέτ.
Οι ρωσικές αρχές, επεξεργαζόμενες μία πολιτική μόνιμης εγκατάστασης των ελληνικών αυτών πληθυσμιακών μαζών στην περιοχή, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν ως ένα προστατευτικό τοίχος για τα ρωσικά συμφέροντα απέναντι στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τους δίνουν ειδικά προνόμια. Για παράδειγμα, αναγνωρίζουν τίτλους ευγενείας, άρχοντες, ιδιοκτησία στις περιοχές που κατέχουν κλπ.
Και μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες που εγκαθίστανται στην περιοχή απολαμβάνουν προνόμια που δεν έχει καμία άλλη χριστιανική εθνότητα στην περιοχή.
Κατά την ίδια περίοδο ένας σημαντικός αριθμός μεταλλουργών από την περιοχή της Αργυρούπολης, 2.000 οικογένειες, δηλαδή περίπου για τα δεδομένα της εποχής 10.000-15.000 άτομα, εγκαθίστανται σε διάφορες περιοχές του Καυκάσου και ασχολούνται με την μεταλλουργία, γιατί ήδη αυτή την περίοδο ο Σουλτάνος έχει αρχίσει να αφαιρεί τα δικαιώματα που είχαν οι Έλληνες μεταλλωρύχοι από τα μεταλλεία της Μικράς Ασίας. Και μη έχοντας πια αντικείμενο εργασίας, οι Έλληνες μεταλλωρύχοι στρέφονται σε άλλες περιοχές ενδιαφέροντός τους. Έτσι, στα πλαίσια αυτής της εξέλιξης, περίπου 15.000 άτομα εγκαθίστανται σε διάφορες περιοχές γύρω από τον Καύκασο.
Οι πολιτικές εξελίξεις που διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιοχή, εξανάγκασαν και νέες ελληνικές ποντιακές πληθυσμιακές ομάδες να μετακινηθούν προς τον Καύκασο και την νότια Ρωσία.
Ο Κριμαϊκός πόλεμος του 1853-1856, η ψήφιση του Χάτι Χουμαγιούν το 1856 που χορηγούσε κάποια αναγνώριση κάποιας μορφής ανεξιθρησκία, γεγονός που επέτρεψε στις ποντιακές ομάδες των χριστιανών να αποκαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα με συνέπεια να γίνουν αποδέκτες έντονων πιέσεων και διώξεων, σε συνδυασμό με την δίωξη των μουσουλμανικών πληθυσμών του Καυκάσου από τους Ρώσους την περίοδο 1850-1878 και την εγκατάστασή τους στα οθωμανοκρατούμενα εδάφη του Πόντου, αποτέλεσαν βασικά δεδομένα των εξελίξεων αυτών που εξανάγκασαν για μία ακόμη φορά νέες ομάδες ελληνικών πληθυσμών να μετοικήσουν στον Καύκασο.

Με την εντολή του Τσάρου Νικόλαου του Α’, εγκαταστάθηκαν σε δημόσιες εκτάσεις ή στις περιοχές που εγκατέλειψαν οι Τσερκέζοι μουσουλμάνοι, αρκετές δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων που έφυγαν από τον Πόντο.
Μεταξύ του 1868 και το 1878 δημιουργήθηκαν πολλά αμιγή ελληνικά χωριά στην περιοχή Κουμπάν της νότιας Ρωσίας, που διατήρησαν για πολλές δεκαετίες, σε πολλές περιπτώσεις μέχρι και σήμερα, τα ελληνικά ιδεολογικά τους στοιχεία: γλώσσα, παραδόσεις και φυσικά θρησκεία, παρότι δεν επετράπη η ίδρυση ελληνορθόδοξων εκκλησιών στην περιοχή.

Μαζικές μετακινήσεις μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878
Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878 αποτέλεσε την αιτία μίας εκτεταμένης μετανάστευσης ενός μεγάλου αριθμού Ελλήνων που πλησιάζει τις 100.000 άτομα από τις περιοχές της ποντιακής ενδοχώρας και κυρίως της Τοκάτης, του Ερζερούμ, του Μπαϊμπούρτ, της Σεβάστειας και του Ερζιγκιάν, οι οποίοι ακολούθησαν και πάλι τον υποχωρούντα ρωσικό στρατό. Το πρώτο μεγάλο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων στον Καύκασο το έχουμε 1827-1928, στον πρώτο ρωσοτουρκικό πόλεμο, το δεύτερο μεγάλο, πολύ μεγαλύτερο κύμα το έχουμε στον δεύτερο ρωσοτουρκικό πόλεμο 1877-1878.
Τότε ακολουθούν τους Ρώσους 100.000 Έλληνες μέρος των οποίων ιδρύουν περίπου 80 ελληνικά χωριά στην περιοχή του Καρς και του Αρνταχάν, ενώ οι λοιποί ιδρύουν άλλα χωριά ή ενσωματώνονται σε άλλες ελληνικές κοινότητες της Γεωργίας και το Καυκάσου.
Το τελευταίο μεγάλο κύμα φυγής ελληνικών πληθυσμών σημειώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, στην διάρκεια της Γενοκτονίας, οπότε η δράση των ατάκτων και των Τσετών υποχρέωσε τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τις παραδοσιακές τους εστίες στον Πόντο και να εγκατασταθούν στην ομόδοξη Ρωσία.
Τελευταίο κύμα ήταν αυτό που ακολούθησε την αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την
Τραπεζούντα οπότε και έφυγαν αρκετές δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων κυρίως από την περιοχή της Τραπεζούντας, της Ματσούκας και της Αργυρούπολης για να εγκατασταθούν στις παράλιες περιοχές της Γεωργίας και της Ρωσίας όπου θα παραμείνουν μέχρι την δεκαετία του ’40 οπότε και ακολούθησαν οι διωγμοί των Ελλήνων, οι αναγκαστικοί εκτοπισμοί των Ελλήνων από τις κοινότητες του Καυκάσου και της Κριμαίας και του Κιμμέριου Βοσπόρου στις περιοχές της κεντρικής Ασίας.
Στο σημείο αυτό τελειώνει το ιστορικό κομμάτι της σημερινής μας ομιλίας.

Η κατάσταση σήμερα
Ενώ στην περιοχή της Γεωργίας, του Καυκάσου, του Κουμπάν και της Κριμαίας κατοικούν περισσότερο από μισό εκατομμύριο Έλληνες, με αξιόλογη πνευματική, οικονομική και πολιτική συμβολή και δράση, σημαντικός αριθμός από αυτούς, μέσα στα πλαίσια μια εντελώς ακατανόητης πολιτικής, τις δεκαετίες του ’30 και του ’40 αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις εστίες του και να εγκατασταθεί στις αφιλόξενες στέπες της Κεντρικής Ασίας.
Και εκείνοι οι Έλληνες που εξαιρέθηκαν των αναγκαστικών εκτοπισμών και εκείνοι που εγκαταστάθηκαν στις χώρες της Κεντρικής Ασίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με την Περεστρόικα και με την δυνατότητα που δίνεται πλέον στους Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, της κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου, της Ρωσίας και της Ουκρανίας να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, περίπου 200.000-250.000 Έλληνες εγκαταλείπουν τις περιοχές αυτές και εγκαθίστανται στην Ελλάδα.
Ως αποτέλεσμα αυτής της φυγής έχουμε πλέον σήμερα στην περιοχή της Ουκρανίας να κατοικούν 100.000-120.000 Έλληνες, στην περιοχή του Κουμπάν της νότιας Ρωσίας και του Καυκάσου να κατοικούν άλλοι τόσοι Έλληνες, δηλαδή 120.000 περίπου Έλληνες. Και στη Γεωργία, δυστυχώς, λόγω της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης και της έλλειψης προστασίας από το γεωργιανό κράτος, η άλλοτε ακμαία ελληνική κοινότητα της Γεωργίας έφτασε σήμερα να αριθμεί μόλις μερικές χιλιάδες Έλληνες.
Εν πάση περιπτώσει, αυτή την στιγμή γεγονός είναι ότι υπάρχει ένα σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό στην περιοχή της Ουκρανίας, στην περιοχή της νότιας Ρωσίας και του Καυκάσου, καθώς επίσης και ένα σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό στην περιοχή της Τουρκίας. Στο θέμα αυτό θα προσπαθήσω να αναφερθώ στο υπόλοιπο μέρος της ομιλίας μου.

Τί σημαίνει για την Ελλάδα η παρουσία των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή του
Καύκασου και του Πόντου
Αυτό το ανθρώπινο δυναμικό το εθνικό κέντρο, η Ελλάδα και γενικότερα ο ελληνισμός καλείται να χρησιμοποιήσει και να εκμεταλλευτεί για να αποκτήσει η Ελλάδα μία διέξοδο από την τρομερή κρίση που διέρχεται την περίοδο αυτή.
Ας ξεκινήσουμε από το ζήτημα των ελληνόφωνων κατοίκων του Πόντου, ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα στο οποίο -γνωρίζοντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος μας- είναι εξαιρετικά δύσκολο να εμπλακεί σε αυτό το ελληνικό κράτος.
Όταν ο ελληνικός Πόντος καταλήφθηκε από την οθωμανική αυτοκρατορία, το 1461, δεν αποικίστηκε ποτέ μαζικά από τουρκικούς πληθυσμούς, ούτε από μουσουλμανικούς πληθυσμούς.
Αυτό που έγινε ήταν το εξής. Η οθωμανική αυτοκρατορία, η οθωμανική διοίκηση εγκατέστησε στις κυριότερες πόλεις στρατό και ομάδες γραφειοκρατών για να συνεχίσουν, κατά κάποιο τρόπο, να ασκούν διοίκηση με τον ίδιο τρόπο που ασκούσε διοίκηση η βυζαντινή αυτοκρατορία και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Και με ορμητήριο το κέντρο της κάθε πόλης, επιχειρήθηκε να ασκηθεί ο έλεγχος, καθώς και η πολιτική του εξισλαμισμού και εκτουρκισμού των περιοχών που κατέλαβε η οθωμανική αυτοκρατορία. Αυτό ήταν το κεντρικό σχέδιο της οθωμανικής εξουσίας.
Στην περιοχή του Πόντου, λοιπόν, και κυρίως σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές όπου οι μητροπόλεις αλλά και τα μοναστήρια δεν είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν επιρροή και να προστατέψουν τους πιστούς, ειδικά σε περιπτώσεις όπου υπήρχαν σκληροί μουσουλμάνοι τοπάρχες, οι Έλληνες χριστιανοί στις περιοχές αυτές αναγκάστηκαν να εξισλαμιστούν άλλες φορές σταδιακά κια άλλες μαζικά.
Τέτοιες περιοχές είναι η περιοχή του Όφεως. Είναι σε όλους γνωστή η ιστορία του τοπικού επισκόπου, ο οποίος πείστηκε και δέχθηκε ορισμένα ανταλλάγματα που του έδωσαν οι Οθωμανοί για να αλλαξοπιστήσει. Πράγματι εξισλαμίστηκε, για να ακολουθήσουν σταδιακά να εξισλαμίζονται και οι υπόλοιποι Έλληνες της περιοχής. Είναι η περιοχή, λοιπόν, του Όφεως, ανατολικά της Τραπεζούντας, στην οποία συγκαταλέγονται και οι περιοχές Κατωχωρίου και Σουρμένων, και η περιοχή της Θοανίας, που βρίσκεται νοτιοδυτικά των Πλατάνων και δυτικά της Τραπεζούντας.
Αυτοί οι πληθυσμοί, παρότι δέχθηκαν και ενεγράφησαν πλέον στα οθωμανικά κατάστιχα ως μουσουλμάνοι, δεν έχασαν ποτέ την ελληνική τους γλώσσα και σε καμία περίπτωση δεν αλλοιώθηκε ο πολιτισμός τους. Δηλαδή συνέχισαν να μιλάνε ελληνικά, Ποντιακά. Συνέχισε ο λαϊκός πολιτισμός να υπάρχει σαν να μην άλλαξε τίποτα. Αντί να πηγαίνουν στην εκκλησία, πήγαιναν στο τζαμί. Και αυτοί οι άνθρωποι κράτησαν την ελληνοφωνία και τον ελληνικό πολιτισμό μέχρι και τις μέρες μας.
Έτσι, ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης έχουμε σήμερα στην περιοχή της Τραπεζούντας περίπου 150.000 ελληνόφωνους Τούρκους πολίτες. Είναι Τούρκοι πολίτες οι άνθρωποι, οι οποίοι κατοικούν στις περιοχές του Όφεος, του Κατοχωρίου ή Τσάικαρας, στα ορεινά χωριά των Σουρμένων, σε αρκετά χωριά της Ματσούκας, και σε 7 χωριά της Τόνιας.
Αυτοί οι πληθυσμοί, στις περιοχές αυτές, σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι σήμερα τα παιδιά τους συνεχίζουν να έχουν ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά και μέχρι πριν λίγα χρόνια, δηλαδή την περίοδο που ήμουν εκεί, σε αρκετά χωριά τα παιδιά ερχόντουσαν για πρώτη φορά σε επαφή με την τουρκική γλώσσα στην πρώτη δημοτικού, δηλαδή πήγαιναν στην πρώτη δημοτικού και άρχιζαν να μαθαίνουν τουρκικά.
Εν πάση περιπτώσει αυτή η κατάσταση αλλάζει, καθότι η τηλεόραση πια είναι μέσα στα σπίτια και τα τουρκικά πλέον αρχίζουν να απωθούν την ελληνική γλώσσα. Παρόλα αυτά όμως η ελληνοφωνία, σύμφωνα με την εκτίμησή μου, θα συνεχίσει να υπάρχει ως φαινόμενο και τις επόμενες δεκαετίες σε όλο τον 21ο αιώνα στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου.
Εκτός από τις 150.000 ελληνόφωνους, και όχι Έλληνες, που κατοικούν σε αυτή την περιοχή, και στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω και να τονίσω κάτι: Είναι λάθος, όταν επισκεπτόμαστε την περιοχή του Πόντου να ψάχνουμε να βρούμε κρυπτοχριστιανούς. Κρυπτοχριστιανοί υπήρχαν όσο υπήρχαν οι πρόγονοί μας στην περιοχή του Πόντου. Και κάποιοι είχαν την δυνατότητα να εμφανίζονται ως μουσουλμάνοι και να εξυπηρετούνται όσον αφορά τα χριστιανικά μυστήρια από τους χριστιανούς ιερωμένους που υπήρχαν στην περιοχή.
Από την στιγμή που έφυγαν οι ιερωμένοι, ο κλήρος και οι παπάδες και έκλεισαν τα μοναστήρια μετά το 1923 στην περιοχή του Πόντου, οι κρυπτοχριστιανοί που υπήρχαν στην περιοχή σταδιακά αφομοιώθηκαν, έχασαν όποια στοιχεία θρησκείας κουβαλούσαν και έγιναν μουσουλμάνοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιες οικογένειες κρυπτοχριστιανών έφυγαν από την περιοχή και εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί μπορούν κρυφά να επισκέπτονται καμία εκκλησία και να κάνουν τα χριστιανικά τους καθήκοντα.
Εν πάση περιπτώσει μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να υπάρχουν κάποιοι απόγονοι κρυπτοχριστιανών στον Πόντο. Είναι λάθος όμως εμείς εκ του ασφαλούς να πηγαίνουμε και να ταράζουμε αυτούς τους ανθρώπους ψάχνοντας χριστιανούς.
Νομίζω ότι θα πρέπει να περιοριζόμαστε στην επαφή με τους ελληνόφωνους, να αναζητούμε τα κοινά στοιχεία που είναι η γλώσσα, το τραγούδι και ο πολιτισμός και να μην κάνουμε αναφορές σε θέματα ευαίσθητα που μπορούν να δημιουργήσουν και προβλήματα και που εν πάση περιπτώσει είναι θέματα ποτ μας χωρίζουν, όπως είναι τα πολιτικά ζητήματα ή τα ελληνοτουρκικά προβλήματα αλλά και η ίδια η θρησκεία.
Πάντως, ούτως ή άλλως, είναι από μόνο του σημαντικό θέμα η παρουσία στην περιοχή αρκετών δεκάδων χιλιάδων κατοίκων οι οποίοι είναι φορείς αυτής της θαυμάσιας γλώσσας, της ποντιακής γλώσσας που είναι η πιο κοντινή στην ιωνική διάλεκτο και στην ομηρική γλώσσα. Όμως, εκτός από την γλώσσα, αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να κρατούν ζωντανό τον ποντιακό πολιτισμό, είναι ένα ζήτημα που έχει μία δυναμική.
Όπως είπε και ο Δήμαρχος πριν από λίγο, στην Τουρκία έχουμε εξελίξεις, αν βρω χρόνο θα κάνω μία μικρή αναφορά στο τέλος της ομιλίας μου. Πάντως σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι ως αποτέλεσμα της διαμάχης των ισλαμιστών με τους στρατιωτικούς, μάλλον θα επικρατήσει ο Ερντογάν και μάλλον η κατάσταση για τους διαφορετικούς, είτε εθνοτικά είτε θρησκευτικά, πληθυσμούς της ανατολής και του Πόντου, θα είναι καλύτερα από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες όπου ο κεμαλισμός και ο τουρκικός εθνικισμός εφάρμοζε μία πάρα πολύ σκληρή πολιτική αφομοίωσης.
Ανακεφαλαιώνοντας, βλέπουμε ότι στην περιοχή, σε αυτές τις τρεις γενικές περιοχές που αναφερθήκαμε: Ουκρανία, νότια Ρωσία- Γεωργία, και παραδοσιακός Πόντος στην Τουρκία, κατοικεί περίπου μισό εκατομμύριο Ελλήνων, μία χοντρική προσέγγιση.
Αυτό τι σημαίνει;
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια δεινή οικονομική κατάσταση, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα παραγωγικότητας, τα οποία προβλήματα οφείλονται κυρίως στην έλλειψη αγορών για τη διάθεση των προϊόντων που μπορεί να παράγει ο ελληνικός παραγωγικός ιστός.
Δηλαδή, επειδή ακριβώς ο ελληνισμός, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να ενεργοποιήσει αγορές για να διαθέσει αυτά που μπορεί να παράγει, αυτή η έλλειψη αγορών έπληξε και την παραγωγική δομή και συρρίκνωσε την παραγωγική βάση της χώρας και η Ελλάδα έγινε μία χώρα που αντί να παράγει καταναλώνει πλούτο.
Με απλά λόγια, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας είναι το εξής. Κάθε χρόνο παράγουμε ένα συγκεκριμένο πλούτο και κάθε χρόνο καταναλώνουμε περισσότερο από αυτό που παράγουμε. Δηλαδή, το ισοζύγιο παραγωγής και κατανάλωσης πλούτου είναι αρνητικό. Και αυτό έχει γίνει μία μαύρη τρύπα που όσο περνάει ο καιρός μεγαλώνει.
Πώς όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα;
Τις προηγούμενες δεκαετίες έχουν έλθει και έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα 250.000 Έλληνες από τις περιοχές που προαναφέρθηκαν. Αυτοί οι άνθρωποι, να μην αρχίσουμε τις μίζερες προσεγγίσεις, εν πάση περιπτώσει, αντιμετώπισαν τεράστια προβλήματα, οι περισσότεροι είστε από τέτοιες οικογένειες και τα ξέρετε, αντιμετώπισαν τεράστια προβλήματα και δεν αντιμετωπίστηκαν όπως θα έπρεπε από το ελληνικό κράτος. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε ζητήματα που αφορούν την υποδοχή και την εγκατάστασή τους.
Αναφέρομαι στην έλλειψη πολιτικής, μιας πολιτικής που θα χρησιμοποιούσε την παιδεία, τη μόρφωση και τις εμπειρίες αυτών των ανθρώπων, ούτως ώστε να χρησιμοποιηθούν ως μια πραγματική γέφυρα με όσους έμειναν εκεί, αλλά και με τις χώρες που τους φιλοξενούσαν, όπως η Ουκρανία, η Ρωσία, η Γεωργία, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας, ακόμα και η Τουρκία. Δεν αντιμετωπίστηκαν ως φορείς που μπορούν να χτίσουν την γέφυρα για να μπορέσουν τα ελληνικά συμφέροντα να κάνουν μία επιστροφή σε αυτές τις περιοχές που έχουμε πολιτισμική, πολιτική και οικονομική παρουσία, αδιάλειπτη από το 800 π.Χ. όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου (αν και ορισμένοι, όπως είπαμε, λένε ότι πάμε και πριν το 1000 π.Χ. και στην προϊστορική περίοδο).
Οι Έλληνες, λοιπόν, που κατάγονται από αυτές τις περιοχές και είναι στην Ελλάδα, έχοντας την παιδεία της περιοχής, γνωρίζοντας τη γλώσσα, πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι αυτοί οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν την Ελλάδα να χτίσει την γέφυρα για να μπορέσουμε να ενεργοποιήσουμε αυτό το τεράστιο δυναμικό του ελληνισμού που ζει σε αυτές τις περιοχές.
Η Ουκρανία, η νότια Ρωσία (Ροστώφ-Κουμπαν-Καύκασος), και η Γεωργία είναι περιοχές στις οποίες κατοικούν περίπου 80-100 εκατομμύρια άνθρωποι. Στις περιοχές αυτές, αυτά τα εκατό εκατομμύρια καταναλώνουν προϊόντα που δεν παράγουν στον τόπο τους, τα οποία όμως τα παράγει η Ελλάδα. Και που μέχρι σήμερα αυτές τις αγορές τις εκμεταλλεύεται σε πολύ μεγάλο βαθμό, δυστυχώς λυπάμαι που το λέω, η Τουρκία και επωφελούνται οι παραγωγικές δομές της Τουρκίας.
Πώς θα μπορέσουμε και πάλι να χτίσουμε το γεφύρι;
Ακόμα και σε σχέση με τους ελληνόφωνους της Τουρκίας και εκεί υπάρχει πεδίο που μπορούμε να δραστηριοποιηθούμε, αν και δεν μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα δημόσια. Νομίζω όμως ότι ήδη η Ελλάδα έχει δυο-τρεις τράπεζες στην Τουρκία ελληνικών συμφερόντων. Ένα απλό πράγμα που θα μπορούσε να γίνει είναι το εξής. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί, οι φιλικοί πληθυσμοί προς την Ελλάδα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν, να το πω με απλά λόγια, θα μπορούσαν να κατευθύνουν τα χρήματά τους και να αποτελέσουν τους καλύτερους καταθέτες σε μία τράπεζα ελληνικών συμφερόντων.
Γιατί καλός είναι ο πολιτισμός, καλή είναι η πολιτική, καλή η ιστορία, αλλά ιδιαίτερα την περίοδο αυτή, η οικονομία είναι αυτή που ανοίγει δρόμους.
Έβλεπα χθες, ετοιμάζοντας την ομιλία, τις εξαγωγές της Ελλάδας. Η χώρα μας, δυστυχώς που το λέω, το 2008 είχε, αν δεν κάνω λάθος, 17 δις ευρώ εξαγωγές. Η Τουρκία είχε 130 δις δολάρια, όχι ευρώ, εξαγωγές. Δηλαδή περίπου 8 φορές περισσότερες εξαγωγές από την Ελλάδα. Η Ελλάδα είχε 1 δις ευρώ εξαγωγές στην Ρωσία. Η Τουρκία στοχεύει να ξεπεράσει τα 15 δις ευρώ εξαγωγές την Ρωσία.
Αυτά τα νούμερα νομίζω ότι μας δείχνουν τον δρόμο.
Δεν πίστευα ποτέ ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να χαράσσεται και να υλοποιείται με βάση το συναίσθημα. Η εξωτερική πολιτική είναι ένας τομέας, ένα πεδίο όπου πάνω από όλα θα πρέπει να τίθεται το συμφέρον της χώρας. Αυτό πρέπει να το αντιληφθούμε όλοι και να μην θεωρούμε ότι η ομόδοξη Ρωσία, η ορθόδοξη Ρωσία μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό διέξοδο για τα προβλήματα που έχει η χώρα μόνο και μόνο επειδή είναι ορθόδοξη χώρα. Άλλωστε, το ο ύψος των συναλλαγών της ορθόδοξης Ρωσίας με τη μουσουλμανική Τουρκία, είναι κάτι που μιλάει από μόνο του.
Δεν πιστεύω λοιπόν κάτι τέτοιο. Όμως, όπως δεν πιστεύω ότι μπορούμε προσεταιριστούμε την Ρωσία στηριζόμενοι μόνο στην ορθόδοξη πίστη, έτσι πιστεύω ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει σε πολιτικό επίπεδο το πεδίο κοινών συμφερόντων με την Ρωσία. Θα πρέπει να αναζητήσει τους τομείς εκείνους όπου τα συμφέροντά μας είναι κοινά και με βάση αυτά τα κοινά συμφέροντα να ενεργοποιήσουμε αυτό το τεράστιο ιστορικό και ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει ο ελληνισμός στις περιοχές που προανέφερα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ελληνισμός της Κριμαίας, της Νότιας Ρωσίας, του Καυκάσου, της Γεωργίας καθώς και οι ελληνόφωνοι του ιστορικού Πόντου είναι δυνατόν να αποτελέσει έναν πολύ σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος για τα ελληνικά ή μάλλον για τα ελλαδικά συμφέροντα στην ευρύτατη αυτή περιοχή. Κατά την άποψή μου, στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία που διανύουμε, αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος που θα μπορούσε να βγάλει τη χώρα από τη δεινή κρίση που διέρχεται και να δώσει διέξοδο στον παραγωγικό μαρασμό της χώρας μας.
Και μια που μιλάμε και για γεωπολιτική, να πούμε το εξής. Η Ρωσία αντιμετωπίζει και πάλι, όπως τότε, το 1828, που πήρε τους Έλληνες του Πόντου και τους έβαλε φρουρούς στα σύνορά της στην Γεωργία, στην Τσάλκα, για να αντιμετωπίσει την μουσουλμανική απειλή, και σήμερα η Ρωσία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα την περιοχή του Καυκάσου.
Για όσους έχετε γνώση της περιοχής, είτε κατάγεστε από εκεί είτε έχετε διαβάσει, στην περιοχή του Καυκάσουν υπάρχουν περίπου 10 αυτόνομες δημοκρατίες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία μουσουλμανικές.
Έχω επισκεφτεί την περιοχή, έχω διαβάσει αρκετά πράγματα για όσα συμβαίνουν εκεί. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι περιοχές αυτές αποτελούν πεδίο δράσης των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες θέλουν να αποδυναμώσουν τη στρατηγική επιρροή της Ρωσίας στον Καύκασο. Και για να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή, χρησιμοποιούν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, εξτρεμιστικές ομάδες ισλαμιστών, που πραγματοποιούν πολύνεκρες επιθέσεις. Στην Τσετσενία είχαμε 20 χρόνια εμφύλιο πόλεμο, μία εξέγερση που στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους.
Τώρα βλέπουμε ότι η δράση των ομάδων αυτών επεκτείνεται στην Ιγκουσετία, το Νταγκεστάν και τη Βόρειο Οσετία. Μόνο τους τρεις τελευταίους μήνες είχαμε περίπου 100 νεκρούς από συγκρούσεις με μουσουλμάνους αυτονομιστές στην Ινγκουσετία. Αλλά και στις άλλες περιοχές, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παίρνουμε, οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι αυξάνονται και ήδη η δράση τους είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τη Ρωσία.
Εκεί λοιπόν οι χριστιανικοί πληθυσμοί, οι ελληνικοί χριστιανικοί πληθυσμοί, κυρίως στην περιοχή του Κουμπάν αλλά και στα παράλια της νότιας Ρωσίας, μαζί με τους Αρμένιους, γιατί ρωσικούς πληθυσμούς έχουμε ελάχιστους σε αυτές τις περιοχές, οι ελληνικοί πληθυσμοί λοιπόν μαζί με τους Αρμένιους, είναι οι μόνοι που μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα σταθερότητας.
Αν αναζητήσουμε Ελλάδα και Ρωσία τα κοινά πεδία συμφερόντων, αν οι πληθυσμοί αυτοί στηριχτούν πολιτικά από το ρωσικό κράτος και αν η Ελλάδα σχεδιάσει πολιτικές για την οικονομική παρουσία και δραστηριοποίηση των ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή, τότε μπορούμε να ξαναδούμε τον ελληνισμό της περιοχής να ξανανθίζει, όπως έγινε σε διάφορες ιστορικές περιόδους στο παρελθόν. Και φυσικά, όσον αφορά τα συμφέροντα της Ρωσίας, αυτό θα λειτουργήσει και ως ένα παράγοντας ανάσχεσης του ισλαμικού κινδύνου στην περιοχή του Καυκάσου και στην περιοχή του Κουμπάν.
Φυσικά, αντίστοιχες πολιτικές θα πρέπει να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν και στην Ουκρανία, την Κριμαία, τη Μαριούπολη, τη Γεωργία κλπ.
Αν λοιπόν ενεργοποιηθεί αυτό το ελληνικό τόξο στην περιοχή, ίσως να λυθεί ριζικά και το διαχρονικό “ελληνικό πρόβλημα”, που στη σύγχρονη μορφή του εμφανίζεται με τη σοβαρότατη παραγωγική και οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας.

Επίλογος
Κυρίες και κύριοι, σήμερα προσπάθησα να κάνω μία θεώρηση της κατάστασης που υπάρχει σε σχέση με την παρουσία του ελληνισμού στην περιοχή της Ουκρανίας, της νότιας Ουκρανίας, της νότιας Ρωσίας, του Καυκάσου, της Γεωργίας και της Τουρκίας κάτω από τον τίτλο «Οι όψεις της σημερινής πραγματικότητας από εθνολογικής και γεωπολιτικής άποψης στις παρευξείνιες χώρες».
Είπαμε ότι στην περιοχή υπάρχουν μισό εκατομμύριο Έλληνες. Αυτή τη στιγμή γίνονται κάποιες προσπάθειες από το ελληνικό κράτος και μέσα από το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού και μέσα από τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού. Όπως επίσης προσπάθειες γίνονται και από τους ίδιους τους Έλληνες που κατοικούν εκεί.
Κάνοντας την προετοιμασία της σημερινής ομιλίας είδα ότι υπάρχουν δεκάδες σύλλογοι που δραστηριοποιούνται στην περιοχή και προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την φλόγα του ελληνισμού σε αυτούς τους ανθρώπους, όμως ακριβώς επειδή οι καιροί είναι δύσκολοι, ακριβώς επειδή η Ελλάδα πνίγεται από την παραγωγική συρρίκνωση και από ένα τεράστιο εξωτερικό χρέος, όλες αυτές οι ενέργειες και οι δράσεις που έχουν γίνει ως τώρα φαίνεται ότι είναι λίγες και ανεπαρκείς.
Ας ελπίσουμε ότι η σημερινή μας ομιλία, με τη συμβολή της δημοτικής αρχής και όλων υμών που είστε εδώ, να αποτελέσει ένα εφαλτήριο για μία καινούρια αρχή για την τύχη του Ελληνισμού σε αυτές τις περιοχές, που μπορεί να επηρεάσει και την τύχη της ίδια της Ελλάδας, στους δύσκολους καιρούς που περνάμε.
Ευχαριστώ πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου