Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

7. παιδικά, σκανταλιάρικα χρόνια...

   Τον νονό μας έκτοτε μία και μόνη φορά τον συναντήσαμε. Ήταν το 1943. Το σπίτι στο χωριό με όλα τα υπάρχοντά μας το είχαν κάψει οι κομμουνιστές κι' η οικογένειά μας γυμνητεύουσα κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη  και στριμώχθηκε στο μικρό της Μενεμένης σπίτι. Δεν ξέρω για ποια αιτία και αφορμή, μας πήρε η μεγάλη μας αδελφή Μαρίκα και μας πήγε στο σπίτι του κάπου κοντά στην Αγία Σοφία. Ήταν διαμέρισμα σε πολυκατοικία, πολυτελέστατα επιπλωμένο που μαρτυρούσε υπερβολική οικονομική άνεση. Ήταν μεσημέρι. Μας άνοιξε και μας οδήγησε στο σαλόνι. Δεν θυμάμαι τι συζήτησε η μεγάλη μου αδελφή μαζί του. Μπροστά στην ψυχρή υποδοχή του σηκωθήκαμε να φύγουμε και στο άνοιγμα της εξώπορτας τον άκουσα να μας λέει: «θα σας έλεγα να καθίσετε να φάμε αλλά εμείς δεν τρώμε το μεσημέρι». Η αδελφή μου του είπε πως ήμασταν φαγωμένοι και δεν πεινούσαμε, εν γνώσει της ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Κλείνοντας πίσω μας η πόρτα χτύπησαν δαιμονισμένα οι σειρήνες για συναγερμό. Κατεβήκαμε τρέχοντας τα σκαλιά και ζαρώσαμε σε κάποια γωνιά, ευτυχώς για λίγο λόγω λήξεως του συναγερμού.


    Στο σπίτι μας στο χωριό, στο σπίτι του παπά, φιλοξενούνταν κάθε ξένος περαστικός κι ο δάσκαλος του χωριού μέχρι να βρεθεί δωμάτιο για να ενοικιάσει. Θα πηγαίναμε στη Δεύτερη ή Τρίτη τάξη του Δημοτικού και περιμέναμε να μας έρθει ο καινούργιος δάσκαλος. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου ήρθε ο δάσκαλος και κατέλυσε στον ξενώνα μας. Ήταν ένας μεσόκοπος άνδρας με ελαφρά ρυτιδωμένο σκούρο πρόσωπο, κουτσός από ένα πόδι και για το βάδισμά του χρησιμοποιούσε ξύλινο μπαστούνι. Το όνομά του Πέτρος. Το επώνυμό του δεν το θυμάμαι. Μετά το βραδινό φαγητό μας, καθισμένοι ακόμα για το επισημότερο στα σκαμνάκια γύρω από το χαμηλό μας τραπέζι, τον «σοφρά», ο πατέρας μας πρόσταξε να ανεβούμε στα σκαμνάκια μας και να απαγγείλουμε διαδοχικά ποιήματα προς τέρψιν του δασκάλου, εγώ το «Ο θάνατος του Διάκου» και η αδελφή μου το «Η άλωση της Πόλης». Στον πέμπτο ή έκτο στίχο κόμπιασα, αναψοκοκκίνισα και δεν θυμόμουν τους παρακάτω. Έτσι μου είπε ο δάσκαλος ένα «μπράβο» και κατέβηκα από το σκαμνάκι. Το ίδιο έπαθε και η αδελφή μου που εισέπραξε και αυτή το «μπράβο». Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα, παντρεύτηκα και το 1953 απόκτησα την πρώτη μου θυγατέρα, τη Σοφία.  Νονός της ήταν ο προϊστάμενος μου στο Στρατοδικείο Κοζάνης Ε.Β. Όταν ήταν να την βαπτίσομε ρώτησε η μάνα μου τη γυναίκα μου ποιό όνομα θα της δώσουμε  κι αυτή αυθόρμητα της απάντησε «το δικό σου». Δεν είπε τίποτε, τα μάτια της όμως υγράνθηκαν από τη χαρά της και γι αυτό πάντα της έδειχνε την αγάπη της. Όταν η κόρη μου αυτή έγινε δύο χρονών ταξιδεύαμε μαζί, με τραίνο, από την Κοζάνη στη Θεσσαλονίκη για επίσκεψη της μάνας μου και γιαγιάς της. Κάποια στιγμή είδα να μπαίνει στο βαγόνι μας ο δάσκαλός μου, ο κουτσός Πέτρος με το ίδιο του μπαστούνι. Σηκώθηκα, τον χαιρέτησα, του υπενθύμισα ποιος είμαι, με αγκάλιασε κι από τα γερασμένα του μάτια κύλησαν δυο χοντρά δάκρυα σαν έμαθε τη σφαγή του πατέρα μου το Νοέμβριο του 1944 στον Κρηστώνα Κιλκίς από το βαπτισιμιό του κομμουνιστή καπετανίσκο ονόματι Πρόδρομο. Αυτός ήταν ορφανός από πατέρα, είχε μεγαλύτερο απ' αυτόν αδελφό που τον έλεγα Νίκο, οι συγχωριανοί μας όμως τον αποκαλούσαν, δεν ξέρω γιατί, «Γιαχουτί» που σήμαινε Εβραίος και με τη μητέρα τους είχαν καταφύγει με την είσοδο των Γερμανών το 1941 στο χωριό μας, όπου τελούσαν υπό την προστασία του πατέρα μου, παρά το γεγονός ότι ήταν κομμουνιστής και συχνά πυκνά έδειχνε το σφυροδρέπανο που είχε κεντημένο στη φόδρα του σακακιού του. Η μητέρα τους ήταν τουρκόφωνη αλλά μορφωμένη Χριστιανή. Είχε φέρει από την Τουρκία την παλαιά και νέα διαθήκη, τους βίους των αγίων, του Ιακώβ, του Ιώβ κ.λπ. γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες αλλά στην Τουρκική γλώσσα. Συχνά την καλούσε ο πατέρας τις νύχτες του χειμώνα για να μας διαβάζει κεφάλαια από τα βιβλία της αυτά, στο φως της γκαζόλαμπας, με μια πρωτόγνωρη για μένα ευφράδεια και μουσικότητα φωνής. Θυμάμαι ακόμα μερικές λέξεις από τον Ιώβ, το πιο αγαπημένο μας ανάγνωσμα. Δεν ξέρω τι απέγινε η χρυσή αυτή γυναίκα και ο «γιαχουτής» γιος της Νίκος, ο οποίος ίσως να εντάχθηκε στις τάξεις των ομοϊδεατών του, ούτε και την τύχη του αδελφού του, εκτελεστή του πατέρα.
    Θα ήμουν στην Τρίτη  τάξη του Δημοτικού. Ο δάσκαλός μου, δεν θυμάμαι το όνομά του, μας πήγε εκδρομή στο χωριό «Σερεμετλή», σήμερα Χρυσόπετρα, για να γνωριστούμε με τους συμμαθητές μας. Γυρίσαμε νωρίς το απόγευμα κι' αρχίσαμε να παίζουμε στο προ του σχολείου μας λιβάδι το παιχνίδι «τα σκλαβάκια». Όταν το παιχνίδι άναψε, με φώναξε ο πατέρας μου και με πρόσταξε να περισυλλέξω τα γουρούνια μας που έβοσκαν και σκάλιζαν στο παρακείμενο χέρσο χωράφι μας. Χωρίς αντίρρηση αποχώρησα από το παιχνίδι, μάζεψα τα γουρούνια και τα οδήγησα στην αυλή μας. Άνοιξα την αυλόπορτα, κρύφτηκα πίσω απ' αυτή και με το μακρύ χοντρόξυλο που κρατούσα κατάφερνα με δύναμη από ένα χτύπημα σε κάθε γουρούνι που έμπαινε αμέριμνο στην αυλή. Τα θεωρούσα υπεύθυνα για την αποχώρησή μου από το παιχνίδι και τα τιμωρούσα έτσι; Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω. Μόλις το χοντρόξυλο έπεφτε στη ράχη του γουρουνιού αυτό γρύλιζε τρέχοντας. Κάθε ένα που περνούσε, το μετρούσα, και ήξερα το συνολικό τους αριθμό. Στο τελευταίο που θα περνούσε συγκέντρωσα στο χτύπημα όλη μου τη δύναμη με συνέπεια το καημένο να τρέχει γρυλίζοντας με τα  πισινά του πόδια να σέρνονται στο έδαφος. Τρόμαξα μπροστά στην πιθανότητα να ψοφήσει το γουρούνι που ήταν και το πιο αδύνατο. Δεν είπα σε κανέναν τίποτα, τη νύχτα όμως σηκώθηκα αθόρυβα από το κρεβάτι, κατέβηκα στο χοιροστάσιο και υπό το φως του φεγγαριού βεβαιώθηκα ότι το γουρούνι δεν είχε πάθει τίποτα αφού τα πίσω πόδια του ήρθαν στη θέση τους όπως και η καρδιά μου στον τόπο της.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου