Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

12. Πόλεμος


    Ο Αδόλφος Χίτλερ(1) κρίνοντας επιτακτική την ανάγκη της Γερμανίας να αυξήσει τα όριά της λόγω του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού, έθεσε σαν πρωταρχικό στόχο της πολιτικής του την επέκταση αυτών προς τις αραιοκατοικημένες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης. Έτσι με την ανοχή της Αγγλίας και Γαλλίας, εισήλθαν τα στρατεύματά του στην Αυστρία και στην Τσεχοσλοβακία το 1937-1939 και ενσωμάτισε τις χώρες αυτές στη Γερμανία. Ύστερα από μυστική συμφωνία με τη Ρωσία (Αύγουστος 1939), οι Γερμανικές στρατιές καταλαμβάνουν την 1η Σεπτεμβρίου 1939 την Πολωνία την οποία μοιράζονται με τη Ρωσία, που εν τω μεταξύ εισέβαλε και προσάρτησε και τις κάτω χώρες (Λετονία - Εσθονία - Λιθουανία). Τον Απρίλιο του 1940 οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη Νορβηγία και Δανία, εισέρχονται στην Ολλανδία και το Μάϊο σαρώνουν με τα τεθωρακισμένα τους το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία, παρακάμπτοντας την οχυρωμένη γραμμή της Μαζινό. Τα ευρισκόμενα στη Γαλλία αγγλικά στρατεύματα, εκμεταλλευόμενα την προσωρινή αδράνεια του Χίτλερ, διαπεραιώνονται από το στενό της Μάγχης (Καλαί και Δουγκέρκη) στην Αγγλία, εγκαταλείποντας το βαρύ οπλισμό τους και τα εφόδια στα χέρια των Γερμανών.

    Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί ο Χίτλερ άφησε να διαφύγουν 300.000 Άγγλοι όταν μπορούσε άνετα να τους αιχμαλωτίσει. Ο σύμμαχος του Χίτλερ, Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι (2), που είχε εν τω μεταξύ καταλάβει την Αλβανία, τέσσερις ημέρες πριν (10-6-40)  από την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι (14 Ιουνίου 1940), κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γαλλίας, η οποία εύκολα τον απέκρουσε με τις αδύνατες δυνάμεις της. Το μεσημέρι της 25ης Ιουνίου μέσα στο δάσος της Κομπιένης υπογράφτηκε η ανακωχή μεταξύ Γάλλων και Γερμανοϊταλών. Κι ενώ η αεροπορική μάχη μεταξύ Γερμανίας και Αγγλίας συνεχίζονταν με στόχο την κατάληψη του Λονδίνου και των Αγγλικών λιμανιών στη θάλασσα της Μάγχης, ο Μουσολίνι αναζητούσε αφορμή να επιτεθεί κατά της Ελλάδος. Έτσι το δεκαπενταύγουστο του 1940, ιταλικό υποβρύχιο τορπίλισε το καταδρομικό μας «ΕΛΛΗ» που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Τήνου για τη γιορτή της Παναγίας. Παρά το ότι η Ελληνική κυβέρνηση είχε αποδείξεις για την ύπουλη αυτή ενέργεια της Ιταλίας, επέμενε στην ουδετερότητά της. Κι' ενώ η Ιταλία συνέχιζε να μάχεται στην Ανατολική Αφρική κατά των Άγγλων, θεωρώντας ότι υστερεί έναντι της συμμάχου της Γερμανίας στην Ευρώπη, στις 3  το πρωΐ της 28ης Οκτωβρίου του 1940 επέδιδε στον κυβερνήτη Μεταξά τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε να της επιτραπεί η χωρίς αντίσταση διέλευση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα με το πρόσχημα ότι αυτή διέθετε τα λιμάνια της στους Άγγλους. Και τότε ο Μεταξάς είπε το μεγάλο ΟΧΙ. Έτσι, πριν ακόμα εκπνεύσει η προθεσμία του τελεσιγράφου, τα ιταλικά στρατεύματα μπήκαν στην Ελλάδα και κατέλαβαν την οροσειρά της Πίνδου, μέρος της Ηπείρου και Βορειοδυτικής Μακεδονίας.
    Η ψυχική ενότητα του Ελληνικού λαού, η επαγρύπνηση της ηγεσίας και η αποφασιστικότητα του στρατού, συνετέλεσαν, ώστε, οι σιδηρόφρακτες δυνάμεις του Μουσολίνι να εκδιωχθούν από το Ελληνικό έδαφος μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου 1940 και στη συνέχεια, παρά τον πρωτοφανή χειμώνα και τα πενιχρά πολεμικά μέσα να προελάσει ο Ελληνικός στρατός μέσα στην Αλβανία, καταλαμβάνοντας το Αργυρόκαστρο, την Κορυτσά, την Πρεμετή, τους Αγ.Σαράντα, τη Χειμάρα κ.λπ. Λέχθηκε από μικρόψυχους ότι το ΟΧΙ προς τους Ιταλούς το είπε ο Ελληνικός λαός και όχι ο Μεταξάς. Μα εάν τη νύχτα εκείνη έλεγε ο Μεταξάς ΝΑΙ στην Ιταλία, ο Ελληνικός λαός θα ξυπνούσε το πρωΐ σκλαβωμένος κι' ανήμπορος για κάθε αντίσταση.
    Μόλις τελείωσε το αλώνισμα, δύο νέοι του χωριού μας, ο Παύλος, μοναχογιός της θείας μου Γεσθημανής, αδελφής της μητέρας μου, που μένανε στο σπίτι μας κι' ο νιόπαντρος σιδηρουργός Δημήτρης που περίμενε να γεννήσει η γυναίκα του Γενοβέφα, επιστρατεύτηκαν κι' έφυγαν απ' το χωριό για το μέτωπο. ΄Ετσι τα χωράφια τους που ήταν άλλωστε και λίγα, έμειναν ανόργωτα. Μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, συγκέντρωσε ο πατέρας τους συγχωριανούς του που διέθεταν αροτριώντα ζώα και τους έστειλε να οργώσουν τα χωράφια των στρατευθέντων. Κανείς δεν έφερε αντίρρηση και σε δύο μέρες το όργωμα και η σπορά με το σβάρνισμα των χωραφιών τους τελείωσε, μερικοί μάλιστα διέθεσαν και το σπόρο.
    Εμείς, η αδελφή μου, ο Χρήστος κι' εγώ, φορτωμένοι τα καλάθια γεμάτα με τα τρόφιμα της εβδομάδος, ξαναπήγαμε στο Κιλκίς για το γυμνάσιο, αυτή τη φορά όμως νοικιάσαμε δύο δωμάτια, χωμάτινα κι' αυτά, στα Στενημαχιώτικα. Ο σπιτονοικοκύρης μας, ένας πενηντάχρονος περίπου, χωρίς παιδιά, ήταν σκουπιδιάρης. Είχε ένα δίτροχο κάρο σιδερένιο με πόρτες στην οροφή του και μάζευε τα σκουπίδια της γειτονιάς. Πολλές φορές τον ακούγαμε να μιλά με τη γυναίκα του μια γλώσσα που δεν καταλαβαίναμε κι' αργότερα μάθαμε πως ήταν βουλγάρικα. Ποτέ μας δεν καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι και ποτέ μας δεν φάγαμε μαγειρεμένο από τη γυναίκα του φαγητό. Άλλωστε δεν είχε και την υποχρέωση. Για μας όμως τα ποντιόπουλα μια τέτοια συμπεριφορά ήταν αδιανόητη. Θυμάμαι πως μια ή δυο φορές μαγείρευαν σούπα από γριβάδι και μας είχε κάνει εντύπωση το πως έτρωγε το κεφάλι του ψαριού. Το έβαζε σχεδόν ολόκληρο στο στόμα του και έβγαζε ένα ένα τα κόκαλα απ' αυτό χωρίς ποτέ κανένα να καρφωθεί στο φάρυγγά του.
    Ξημερώνοντας η 28η Οκτωβρίου 1940, η μοναδική σειρήνα στην πόλη προειδοποιούσε  τον κόσμο για κάποιο έκτακτο γεγονός και παράλληλα οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν. Ξεχώριζε ο ήχος της τεράστιας καμπάνας του Αγίου Γεωργίου με τις ανάγλυφες εικόνες της ζωής του Χριστού, Ρωσικής κατασκευής, που έφτανε χιλιόμετρα μακριά. Τον επόμενο χρόνο ο άθλιος δεσπότης την κατέβασε από το κωδωνοστάσιο, την έλιωσε και με το υλικό της κατασκεύασε, όπως άκουσα, τέσσερις καμπάνες μικρότερες. Ήταν όμοια σαν τη μεγάλη καμπάνα του Ρωσικού μοναστηριού στο Άγιο Όρος. Δεν ξέρω πως την κατέβασαν από το κωδωνοστάσιο, θυμάμαι όμως το πως την μετέφεραν από το ομώνυμο ύψωμα. Τότε δεν υπήρχαν ανυψωτικά μηχανήματα όπως σήμερα. Έκοψαν κορμούς δένδρων στρογγυλούς, έβαλαν την καμπάνα πάνω σ' αυτούς και συγκρατώντας την με χοντρά σχοινιά και σφήνες από ξύλο την τσούλησαν μέχρι τη Μητρόπολη. Με το άκουσμα της σειρήνας και των ήχων των καμπάνων, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, τρέχοντας δεξιά και αριστερά.


(Συνεχίζεται...)


1. Γεννήθηκε το 1889 στην Αυστρία. Σαν δεκανέας υπηρέτησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Αρχηγός και θεμελιωτής του Εθνικιστικού - σοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας. Το 1923 επιχείρησε στο Μόναχο να καταλάβει βίαια την εξουσία και το κίνημά του κατεστάλει την επομένη, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών σε φρούριο, πλην έτυχε αναστολής εκτίσεως της ποινής του. Τον Ιανουάριο του 1933 ανέλαβε την αρχηγία του Κράτους ως καγκελάριος και το 1934 εξελέγη πρόεδρος της δημοκρατίας, διατηρώντας και την πρωθυπουργία.
2. Μπενίτο Μουσολίνι (1883-1943). Το 1919 ίδρυσε στο Μιλάνο την εθνικιστική ένωση την οποία μετέτρεψε σε φασιστική δικτατορία προς καταπολέμηση του κομμουνισμού και διατήρηση του αστικού καθεστώτος. Το 1922 επί κεφαλής 30.000 φασιστών εξεστράτευσε κατά της Ρώμης και ανέλαβε την πρωθυπουργία, τύποις, αλλά στην πραγματικότητα δικτάτωρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου