Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

18. Μενεμένη

      Στη Θεσσαλονίκη συναντήθηκα με την οικογένεια του αντισυνταγματάρχη Τζαμ. που είχε έλθει στο χωριό με την ευκαιρία των συζητήσεων για την αντίσταση κατά των Γερμανών. Είχε δύο παιδιά, το Δημήτρη, τον αργότερα αεροπόρο και την Ιφιγένεια, την μετέπειτα καθηγήτρια στην Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης, τα οποία δεν συνάντησα ποτέ στα επακολουθήσαντα χρόνια.

      Με τον Δημήτρη και δύο φίλους του αποφασίσαμε να κλέψουμε από τους Γερμανούς τρόφιμα. Πώς όμως; Είχαμε εντοπίσει ένα Γερμανικό φορτηγό χωρίς τέντα να έρχεται από την οδό Μοναστηρίου φορτωμένο με κιβώτια που υπολογίσαμε ότι ήταν τροφίμων και να καταλήγει στο στρατόπεδο του Χιρς. Το σχέδιό μας ήταν να αναρριχηθεί ένας στην καρότσα αθέατος, πάντως όχι εγώ που κρίθηκα ακατάλληλος λόγω ύψους, και να πετάξει από αυτήν από ένα κιβώτιο σε ορισμένο σημείο της διαδρομής, όπου θα περίμεναν οι άλλοι για να το παραλάβουν. Πράγματι το σχέδιό μας πέτυχε θαυμάσια και μοιραστήκαμε το περιεχόμενο των κιβωτίων που αποτελείτο από κονσέρβες φασόλια. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να επαναλάβουμε το εγχείρημά μας, διότι στα επόμενα δρομολόγια του φορτηγού βρισκόταν στην καρότσα του πάντα ένας ένοπλος Γερμανός.
    Mια μέρα κατέβηκα από τη Μενεμένη με τα πόδια στο Βαρδάρη για να πάω από εκεί στο Γυμνάσιο που βρισκόταν και βρίσκεται κοντά στο σημερινό Μητροπολιτικό μέγαρο. Αυτοκίνητο συγκοινωνίας από Μενεμένη δεν υπήρχε τότε. Από το Βαρδάρη, παίρναμε το τραμ με σκαλαμαρία, δηλαδή κρεμασμένοι στα σκαλοπάτια του σαν παστές σαρδέλες και βέβαια χωρίς εισιτήριο αφού δεν είχαμε να πληρώσουμε και κατεβαίναμε στη στάση της Αγίας Σοφίας απ' όπου τη θέση μας την έπαιρναν άλλοι σκαλαμαρίτες. Oι τραμβαγέρηδες καίτοι μας έβλεπαν, δεν αντιδρούσαν διότι κι' αυτοί έβραζαν στο ίδιο καζάνι της ανέχειας. Σε μια τέτοια διαδρομή, στη στάση της Πλατείας Αντιγονιδών, μας περίμεναν δύο πανύψηλοι στρατιώτες της Γκεστάπο με τα κράνη τους και τα χαρακτηριστικά γυαλισμένα πέταλα -δηλωτικά της ιδιότητάς τους- κρεμασμένα στο λαιμό τους. Μόλις τους είδαν οι μπροστινοί σκαλαμαριώτες πήδηξαν από το τραμ χωρίς συνέπειες λόγω της εμπειρίας τους, ενώ τους λοιπούς, μεταξύ των οποίων και γώ, 4 - 5 στο σύνολο, μας συνέλαβαν και μας οδήγησαν στην Κομαντατούρα τους, που βρισκόταν πίσω από την Αγία Σοφία, στην αρχή της οδού Παύλου Μελά. Μας κράτησαν μια νύχτα στο κρατητήριο νηστικούς και διψασμένους και το μεσημέρι της επομένης ήρθε η αδελφή μου Μαρίκα και με πήρε, ύστερα από καυγά με έναν Θεσσαλονικιό σπιούνο Έλληνα γκεσταπίτη.
    Το ψωμί διανέμονταν στη Θεσσαλονίκη με ατομικό δελτίο που έδινε το αστυνομικό τμήμα της περιοχής με βάση προφανώς πίνακες  ονοματεπωνύμων. Για μας αρμόδιο ήταν το ΓΧ΄ Αστυνομικό Τμήμα της οδού Γιαννιτσών. Πήγα λοιπόν μια μέρα σ' αυτό, κάθισα στην επιβλεπόμενη από έναν πανύψηλο χωροφύλακα σειρά και πήρα το μερίδιό μου, το οποίο και έφαγα. Η πονηριά μου μ' έσπρωξε στο να καθίσω πάλι στη σειρά που συνεχώς μεγάλωνε, χωρίς να σκεφτώ ότι η πράξη μου αυτή θα στερούσε από κάποιον άλλο το μερίδιό του στο ψωμί. Εδώ έχει εφαρμογή μια μορφή του ρητού «πενία τέχνας κατεργάζεται». Σαν ήρθε η  σειρά μου, ο χωροφύλακας με γνώρισε ότι είχα περάσει και προηγούμενα κι' επιχείρησε να με συλλάβει. Το έβαλα στα πόδια, έτρεξε πίσω μου και στα εκατό περίπου μέτρα μ' έπιασε και κρατώντας το περίστροφό του από την κάνη μου κατάφερε με τη χειρολαβή του δύο ισχυρά κτυπήματα στο κεφάλι. Αιμόφυρτο με οδήγησε στο Τμήμα και μ' έκλεισε στο βρώμικο κρατητήριο όπου κοιμήθηκα σαν γουρούνι στο τσιμεντένιο δάπεδο. Από κάποιες τέτοιες συμπεριφορές οργάνων της χωροφυλακής ο κατατρεγμός και το μίσος του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ κατ' αυτών υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός. Την επομένη με οδήγησαν δέσμιο στο αυτόφωρο δικαστήριο χωρίς να μου ανακοινώσουν την κατηγορία το οποίο και με αθώωσε. Με τη συνοδεία του γαμπρού μου Μιχάλη, συζύγου της αδελφής μου Μαρίκας, γύρισα στο σπίτι αφού προηγούμενα περάσαμε από φαρμακοποιό ο οποίος έπλυνε και έδεσε τις πληγές του κεφαλιού μου χωρίς να δεχθεί ούτε μια δραχμή.
    Ο πατέρας βρισκόταν στα Κρούσια όρη. Επειδή μου έλειπε πολύ, αποφάσισα να πάω να τον βρω, δεν ήξερα όμως που ακριβώς βρισκόταν και με βασάνιζε ο τρόπος του ταξιδιού μου. ΄Ετσι πήγα σ' ένα γραφείο - νομίζω κάπου στα λαδάδικα- όπου βρήκα 2-3 ανθρώπους, πρέπει να ήταν αξιωματικοί, και τους εξέφρασα την επιθυμία μου. Αφού με ανέκριναν και πείσθηκαν ότι ήμουν πράγματι ο γιος του «ντελή παπά» μου είπαν να ξαναπάω μια ορισμένη ημέρα και ώρα. Πράγματι πήγα και σε μια ώρα περίπου μ' ανέβασαν σε φορτωμένη με τσουβάλια καρότσα ενός φορτηγού και πήραμε το δρόμο των Σερρών. Σε κάποια από τις στροφές της Δορκάδος ένας Βούλγαρος σκοπός σήκωσε το χέρι του να μας σταματήσει. Ο ψύχραιμος κι' αποφασιστικός οδηγός βλέποντας ότι ο σκοπός είχε κρεμασμένο το όπλο του στον ώμο, ανέπτυξε ταχύτητα και κατευθύνθηκε κατ' επάνω του. Αυτός ευθύς παραμέρισε κι' ώσπου να ετοιμασθεί να πυροβολήσει, ο οδηγός ήδη περνούσε και τη δεύτερη στροφή. Εγώ ενστικτωδώς και καρδιοκτυπώντας είχα σφηνωθεί μεταξύ των τσουβαλιών που απ' όσα κατάλαβα ήταν γεμάτα με μακαρόνια. Σε λίγο φθάσαμε στο χωριό «Κόπροβα», το σημερινό «Χειμάρα» ή «Χείμαρος» και βρήκα τον πατέρα χωρίς ράσο, αντερί και καλυμμαύκι, ζωσμένο με γιλέκο φυσεκλίκι, με ποντιακό κάλυμμα κεφαλής, το «πασλίχ», με ποντιακό παντελόνι «ζίπκα», τις «τσαπούλες» στα πόδια και το περίστροφο με την «κάμα», να φορτώνει τις αποσκευές του στην «Ερσέκα». Με ρώτησε Τι ζητάω εκεί, με ρώτησε για τη μητέρα κ.λπ. και με έντονο ύφος μου είπε να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη με το ίδιο αυτοκίνητο. Μέχρι να ετοιμασθεί αυτό, μίλησα με συντρόφους του από τους οποίους έμαθα ότι ο Τζαμαλούκας και ο Μήτσου είχαν ήδη φύγει για την Ήπειρο προς ένταξή τους στο Ζέρβα, το τμήμα τους δε, εντάχθηκε στο 13ο Σύνταγμα του ΕΔΕΣ (1), υπό τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου Αθανάσιο και ταγματάρχη Καλογιάννη Αναστάσιο, που δρούσε στην περιοχή «Βουρλάν» το σημερινό Αναβρυτό. Έτσι με το ίδιο φορτηγό επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη χωρίς έκτοτε να ξαναδώ τον πατέρα μου που περηφανευόμουν γι' αυτόν και τον έβλεπα σαν Θεό μου..
    Σε λίγες μέρες από την επιστροφή μου, οι Άγγλοι βομβάρδισαν νύχτα το λιμάνι και το σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης και μια-δυο βόμβες τους έπεσαν στο συνοικισμό Νεάπολη. Βρισκόμασταν στο σπίτι της Μενεμένης κι' η μάνα μου για να μας προστατεύσει μας οδήγησε στο κοτέτσι μας που είχαμε στην αυλή και που ήταν σκεπασμένο με λαμαρίνες, λες και αυτές θα μας προστάτευαν από τα θραύσματα των βομβών. Καημένη μου μητέρα πόσο σε θυμάμαι!! Από το κοτέτσι βλέπαμε τις φωτοβολίδες που μόλις εκτοξεύονταν από τα αεροπλάνα τεμαχίζονταν και με την έκρηξή τους ξανατεμαχίζονταν και φώτιζαν την πόλη λες και ήταν ημέρα. Την επομένη δεν πήγα στο λιμάνι ή στο σιδηροδρομικό σταθμό από φόβο γι' αυτό και δεν ξέρω το αποτέλεσμα του βομβαρδισμού. Πήγα όμως στη Νεάπολη και μέσα στα ερείπια μεταξύ των πτωμάτων είδα για πρώτη μου φορά τους μηρούς δύο άψυχων νεανίδων με τις άσπρες σκελέες τους σκεπασμένες από τη μέση και πάνω με πέτρες , χώματα και τούβλα. Θέαμα φρικτό. Μια παρόμοια από αέρος φωταγώγηση της Θεσσαλονίκης είδα λίγο καιρό μετά την 2α Φεβρουαρίου του 1944 όταν ενταγμένος στο τμήμα Δημητριάδη που κατάγονταν από το χωριό «Σερεμετλί» σήμερα Φανάρι, έδρευε στο χωριό «Αλτσάκλισε» σήμερα Κολχίδα του Κιλκίς.
   Από τα μέσα μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1944, και πριν την ολοσχερή αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα (10-11-1944), όλα τα αντικομμουνιστικά τμήματα Ζέρβα, πλην της Ηπείρου και του Αντών Τσαούς, συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς είτε δια να συμπράξουν σε επιχείρηση κατά του ΕΛΑΣ είτε εγκλωβίστηκαν εκεί από αυτόν, χωρίς να ξέρω ή να μάθω εάν στα τμήματα αυτά συμπεριλαμβάνονταν και το τμήμα του πατέρα μου. Νωρίς το πρωΐ της 4ης Νοεμβρίου 1944, άρχισε σκληρή μάχη των αντιτιθεμένων τμημάτων.
    Στην Αθήνα λίγες μέρες μετά άρχισε η «Μάχη των Αθηνών», άλλως τα «Δεκεμβριανά», χωρίς να γνωρίζουμε ποιοι ήσαν οι αντίπαλοι. Το τμήμα που ήμουν ενταγμένος βρέθηκε κλεισμένο σ' ένα κτίριο των στρατώνων πυροβολικού του Κιλκίς οπλισμένο και περικυκλώθηκε χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Είχα θυμάμαι και μια κοντόκανη ιταλική αραβίδα. Δίπλα μου ακριβώς καθόταν ο ψάλτης του χωριού μας Θόδωρος. Κρίνοντας ότι μας περιμένει η σφαγή, είπα στον Θόδωρο ότι θα αυτοκτονήσω κι' αυτός αντί απαντήσεως μου άρπαξε το όπλο και λέγοντάς μου «μη ινεσε παλαλός ανάμνων εν ανξάι»(2) το πέταξε. Στην ενέργειά του αυτή οφείλω τη ζωή μου και τον ευγνωμονώ κι' ας μη τον έχω συναντήσει έκτοτε. Στη στιγμή σχεδόν, μπήκαν στο θάλαμο οι «ελευθερωτές ελασίτες» μάζεψαν τα όπλα των «φασιστών» μας έδεσαν με σύρμα δύο-δύο τα χέρια και οδηγώντας μας από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, μας έκλεισαν στον κινηματογράφο Τιτάνια. Εμάς τα παιδιά μας έβαλαν στο θεωρείο και τους άλλους στην πλατεία, τοποθετώντας στην πρώτη σειρά δύο ιερείς με τα ράσα τους. Τη μεταφορά μας, από το στρατώνα στον κινηματογράφο επόπτευε ο πόντιος φιλόλογος Θ. Λ. που καβάλα σ' ένα περήφανο καλοθρεμμένο κοκκινωπό άλογο έτρεχε από τη μια άκρη της φάλαγγας στην άλλη, δίνοντας οδηγίες στη φρουρά μας. Περνώντας τον κεντρικό δρόμο και κατά μήκος αυτού βρίσκονταν σκοτωμένοι δίπλα στα ρείθρα των πεζοδρομίων άνδρες γυμνοί από τη μέση και κάτω, όλοι μπρούμυτα και στον πρωκτό του καθενός μπηγμένο ένα παλούκι διαπερασμένο από ένα μεγάλο χαρτόνι που έγραφε με μεγάλα γράμματα «έτσι αξίζει στους προδότες». Ποιους προδότες; Των Ελασιτών; Κι' αυτοί δεν ήταν προδότες αφού εκτελούσαν τις εντολές του «πατερούλη» των Στάλιν;
   Σε κάποια στιγμή είδα έναν ψηλό με γένια και καθώς μου είπαν τότε ήταν ο δεσπότης Κοζάνης Ιωακείμ, χωρίς ράσο και αντερί, με δίκοχο που στο μπροστινό του μέρος είχε κεντημένα με κόκκινη κλωστή τα γράμματα ΕΛΑΣ και πάνω απ' αυτά κεντημένο κόκκινο σταυρό. Κατευθύνθηκε εν απολύτω σιγή προ της σκηνής του κινηματογράφου μπροστά από την οποία  βρίσκονταν οι δύο παπάδες που μόλις τον είδαν σηκώθηκαν από σεβασμό κι' αυτός έπιασε με το ένα του χέρι τα γένια του ενός παπά και με το άλλο του χέρι του άλλου και τους ταρακούνησε λέγοντας με βροντώδη φωνή "τι μου τα ντροπιάσατε ρε αυτά τα γένια;" Οι ιερείς έντρομοι και με τα κεφάλια τους να πηγαίνουν πέρα δώθε από το τράβηγμα των γενιών τους δεν άρθρωσαν ούτε μια λέξη. Κι' αφού έτσι ο δεσπότης ξεθύμανε, τους άφησε και πατώντας τα καλυμμαύκια τους που είχαν πέσει στο τσιμεντένιο δάπεδο, έφυγε χωρίς να τον ξαναδώ.
    Σε πρόσφατο πέρασμά μου από την Κοζάνη, είδα στην κεντρική της πλατεία το τεράστιο ολόσωμο χάλκινο άγαλμά του, και τ' άντερά μου ανακατεύτηκαν επικίνδυνα, φεύγοντας δε, διαρωτήθηκα ποια ήταν η προσφορά του στην πόλη και τον τόσο συντηρητικό πληθυσμό της. Χρόνια υπηρέτησα στην Κοζάνη κι' ούτε μια φορά δεν άκουσα από τους φίλους και συγγενείς μου Κοζανίτες ένα καλό λόγο γι' αυτόν ή μια έστω και ασήμαντη προσφορά. Κατά τα άλλα θέλουμε τη λήθη και για 60 τόσα χρόνια ανεχόμαστε την εκμετάλλευση της εθνικής αντίστασης από τους κομμουνιστές που χάριν του «πατερούλη» τους Στάλιν, υπέγραψαν συμφωνία με τη Βουλγαρία για παράδοση σ' αυτούς της Μακεδονίας και αμέσως με την αποχώρηση των Ναζί την οποία και διευκόλυναν.
    Στο θεωρείο που ήμασταν εμείς τα παιδιά, ήρθε ένας ελασίτης γλυκομίλητος και συγκεντρωμένοι γύρω του τον ακούγαμε με προσοχή να μας μιλά με απόλυτη ηρεμία και πειστικότητα για τους σκοπούς του κόμματος, χωρίς ούτε μια φορά να αναφέρει για ποιο κόμμα μιλούσε, ήταν όμως φανερό ότι εννοούσε το ΚΚΕ, διότι από την πρώτη στιγμή μας δήλωσε ότι είναι κομμουνιστής και σαν τέτοιος ήρθε στο θεωρείο να μας μιλήσει. Φεύγοντας μας είπε να μη φοβόμαστε για τη ζωή μας κι' ακόμα ότι αυτά που είδαμε στο δρόμο είναι έργα ανθρώπων που δεν έχουν καμιά σχέση με το κόμμα. Κανείς μας δεν τόλμησε να τον ρωτήσει γιατί τότε το κόμμα συνεργάζεται με ανθρώπους που έκαναν αυτά που είδαμε στο δρόμο. Το τελευταίο αυτό θέμα συζητήθηκε μεταξύ μας όταν έφυγε, κανείς μας όμως δεν μπορούσε να δώσει μια σοβαρή απάντηση, μόνο ένας από μας είπε «αν έσαν αέτς όπως είπεν ατά γιατί εμείς πα κι έντομνες κομμουνιστές;»(3) Κανείς μας δεν του απάντησε παρά μόνο μερικοί τον αγριοκοίταξαν κι' από τότε δεν ξαναμίλησε.

(Συνεχίζεται...)

1. ΕΔΕΣ Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος που ιδρύθηκε από τον συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα. Λέχθηκε ότι πίσω από τον Ζέρβα βρίσκονταν ο «μαύρος Καβαλάρης» (Νικ. Πλαστήρας), που βρισκόταν στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Γαλλία. Την αλήθεια αυτού θα κληθεί να αποδείξει η ιστορία.
2. Μή γίνεσαι τρελός, περίμενε λιγάκι
3. Αν ήταν έτσι όπως τα είπε γιατι κι' εμείς δεν γίναμε κομμουνιστές;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου