Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

19. Στη φυλακή του "Παύλου Μελά"

    Την άλλη μέρα πρωΐ-πρωΐ, νηστικοί και δέσμιοι με σύρμα κατά τετράδες, συνοδεία ενόπλων ελασιτών, χωρίς τον καθηγητή Λαβασά, ξεκινήσαμε πεζοί για τη Θεσσαλονίκη. Το δρομολόγιο που ακολούθησε η φάλαγγά μας δεν ήταν ο δημόσιος δρόμος Κιλκίς - Θεσσαλονίκης αλλά παράδρομοι αυτού. Τα χωριά που περάσαμε ήταν ο Κρηστώνας (σιδηροδρομικός σταθμός του Κιλκίς), Πεδινό, Γαλλικό, Μικρόκαμπος, Νέο Αγιονέρι, Βαθύλακος, Μεσημβρία, Αγ.Αθανάσιος, Σίνδος, Νέα Μαγνησία, Κουκλουτζάς, Μενεμένη, Λεμπέτ (σημερινή Σταυρούπολη) και καταλήξαμε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά.

    Της φάλαγγας προηγείτο αγγελιοφόρος που ειδοποιούσε το τοπικό ΕΑΜ κι' αυτό με τη σειρά του με χωνιά καλούσε τους χωρικούς να μας «υποδεχθούν» καταλλήλως. Έτσι από κάθε χωριό που περνούσαμε οι κάτοικοί του μας περίμεναν με ραβδισμούς κι' ακατονόμαστες βρισιές, αν δε κάποιος χριστιανός πλησίαζε να μας δώσει λίγο ψωμί και νερό με το τάσι, ξυλοφορτώνονταν κι' αυτός είτε από τους συγχωριανούς του με βρισιές, είτε από τους συνοδούς φρουρούς μας που ήσαν έφιπποι κι' εκ τούτου η αντίδρασή τους εκδηλωνόταν άμεσα. Νηστικοί και διψασμένοι φτάσαμε νύχτα στη Μεσημβρία ή τον Αγ.Αθανάσιο και μας έκλεισαν σαρδελοποιημένους στο διώροφο σχολείο. Έτυχε να βρεθώ στον δεύτερο όροφο, κοντά στην πόρτα της αίθουσας όπου δύο ένοπλοι σκοποί μας επιτηρούσαν. Τα χείλη τα αισθανόμουν πολύ στεγνά και τα σωθικά μου να καίγονται. Έτσι τόλμησα να ζητήσω λίγο νερό από τους σκοπούς, ένας από τους οποίους μ' έσπρωξε βίαια δίνοντάς μου ταυτόχρονα και μια ισχυρή κλωτσιά στα οπίσθιά μου. Ύστερα από τη σκηνή αυτή ποιος θα τολμούσε να ζητήσει νερό από το κτήνος αυτό;  Αποτραβήχτηκα σε μια γωνιά, κατούρησα στη φούχτα μου και με το κάτουρο άλειψα τα χείλη μου. Σίγουρα με μιμήθηκαν και άλλοι συκρατούμενοί μου.
    Το πρωΐ της επομένης, άρχισε και πάλι η πορεία για το στρατόπεδο «Παύλου Μελά» με τις ίδιες συνθήκες. Περνώντας δίπλα από τη Μενεμένη, προειδοποιημένος ο κόσμος βγήκε στο δρόμο για να δει τους «φασίστες». Από το πλήθος διέκρινα περίλυπος τη μητέρα, την αδελφή μου Μαρίκα και τον γείτονά μας Σμυρνιώτη καφεπώλη Νίκο Χαραλαμπίδη που συνδεόμασταν οικογενειακώς και με τον πρωτότοκο γιο του Γεώργιο που σήμερα ζει στην Στοκχόλμη ήμουν φίλος. Προς τιμήν των κατοίκων της Μενεμένης και του Κουκλουτζά, κανένας τους δεν χειροδίκησε εναντίον μας, ίσως αναμιμνησκόμενοι τα δεινά των κατά την αποχώρησή τους από τη Σμύρνη και ίσως ήσαν δύσπιστοι στις μεθόδους επικράτησης του ΚΚΕ δια του ΕΛΑΣ, σε αντίθεση με τους πρόσφυγες Ποντίους, τουρκόφωνους και μη, που ήσαν ευκολόπιστοι, πείσμονες και των άκρων σ' όποιο στρατόπεδο καν αν ανήκαν. Σε λίγο καταλήξαμε στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά» και μας μοίρασαν, λυμένους πια, στους θαλάμους των κτιρίων. Δεν θυμάμαι με ποιόν ήμουν δεμένος κατά τη μεταφορά μας από το στρατόπεδο του Κιλκίς ούτε κι' αυτούς της διαδρομής από το Κιλκίς στη Θεσσαλονίκη. Το κτίριό μας είχε δύο ορόφους με δύο αντικριστούς θαλάμους που μεταξύ τους υπήρχε ευρύτατος προθάλαμος.
    Εγώ βρέθηκα σε ισόγειο θάλαμο, δεξιά του εισερχομένου, στον οποίο εκρατούντο Θεσσαλονικείς κοιλαράδες, καμιά δεκαριά μεσήλικα άτομα, παρά το ευρύχωρον του θαλάμου, με τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια τους, ενώ εγώ κοιμόμουν με τα ρούχα μου μόνο στο τσιμεντένιο δάπεδο με μαξιλάρι πότε το δεξί και πότε το αριστερό χέρι. Θέρμανση καμιά. Κι ήταν Νοέμβριος μήνας.  Για μια και μόνο φορά μπόρεσε η μάνα μου να μου στείλει ένα στρογγυλό ψωμί στη μέση του οποίου είχε βάλει ένα τηγανισμένο γριβάδι και από αυτά, λόγω των συνεχών ελέγχων ή το λιγούρεμα των φρουρών έφτασε στα χέρια μου το όγδοο του ψωμιού με το κεφάλι του γριβαδιού. Οι συκρατούμενοί μου είχαν και έτρωγαν τα πάντα, ψωμιά, τυριά, κασέρια και σαλάμια κάθε ποικιλίας, σταφίδες, σύκα και αυγά βρασμένα χωρίς οι αφιλότιμοι να έχουν την ευαισθησία να μου προσφέρουν έστω και μια μπουκιά. Θυμάμαι μάλιστα ότι δύο απ' αυτούς μασούσαν με βουλιμία κι' από τις δυο πλευρές των σαγονιών τους. Το ερώτημα στον εαυτό μου πως οι συγγενείς των μπορούν και τους φέρνουν τόσα καλούδια και οι δικοί μου δεν μπορούν, έμεινε αναπάντητο στο χωριάτικο μυαλό μου για κάμποσο χρόνο. Ποτέ μου δεν τους ζήτησα κάτι φαγώσιμο, το θεωρούσα μεγάλη ντροπή γι' αυτό και σήμερα δεν δίνω τίποτε στα παιδιά των φαναριών και στους εύρωστους αλλοδαπούς που μ' ένα ακορντεόν και ντέφι μπαίνουν στα λεωφορεία και τα τρόλεϊ και παίζοντας περνούν μπροστά από κάθε επιβάτη κοιτάζοντάς τον επίμονα, παρεκτός κι' αν έχουν εμφανή ακρωτηριασμένα μέλη. Δουλειές υπάρχουν αν θέλουν να δουλέψουν, προτιμούν όμως να εκμεταλλευτούν την ευσπλαχνία των διαβατών - επιβατών.
    Από την πρώτη κιόλας της συγκρατήσεώς μου μ' αυτούς ημέρα, καθισμένος στο δάπεδο με διπλωμένα πόδια, παρατήρησα ότι τους απασχολούσε η σωματική τους ανάγκη και μετά έντονες καμιά φορά συζητήσεις μεταξύ τους έβγαιναν στις τουαλέτες του στρατοπέδου δύο ή τρεις μαζί, έστω κι' αν κανένας τους δεν αισθανόταν την ανάγκη αυτή. Ελεεινολογώντας τους πρότεινα ότι το θέμα της σωματικής των ανάγκης μπορώ να το λύσω έτσι ώστε να μην αναγκάζονται να πηγαίνουν στις τουαλέτες του στρατοπέδου, που ήταν κιόλας αρκετά μακριά από το κτίριο της φυλακής μας. Το αντάλλαγμα για την προσφορά μου θα ήταν να μου δίνουν να τρώγω ό,τι και αυτοί, αντάλλαγμα που έγινε δεκτό αμέσως, αφού δεν τους κόστιζε τίποτε το αξιόλογο. Βγήκα έξω με τη δικαιολογία ότι πάω στις τουαλέτες μέσα στις οποίες βρήκα έναν ανοιχτό γκαζοτενεκέ, τον δοκίμασα στις βρύσες εάν τρέχει, τον πήρα και τον έφερα στο θάλαμο. Στο σκοπό δικαιολογήθηκα ότι δύο από τους συγκρατούμενούς μου είναι αδιάθετοι και δεν μπορούν να πηγαίνουν στις τουαλέτες. Οι σκοποί εναλλάσσονταν και με ήξεραν «το παιδί με τα σκατά». Οι προνομιούχοι συγκρατούμενοί μου αφόδευαν και ουρούσαν μέσα σ' αυτόν κι' εγώ, ο παρίας, τον έβαζα στον ώμο, όπως οι οικοδόμοι κουβαλούσαν παλιά τη λάσπη και το τσιμέντο στην οικοδομή και τον άδειαζα στις τουαλέτες. Βρήκα κι' ένα πεταμένο σχισμένο τσουβάλι με το οποίο οι αφοδεύοντες στον τενεκέ τον σκέπαζαν. Αυτό με διευκόλυνε κι' εμένα κατά τη μεταφορά διότι δεν επέτρεπε να χύνεται το περιεχόμενό του. Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, ακούσαμε στο διάδρομο βρισιές και χτυπήματα. Ήταν φανερό πως κάποιον βασάνιζαν που κάθε τόσο ακούγονταν κι' από ένα «ωχ», κλάματα και παρακάλια για τη ζωή του. Σε κάποια στιγμή ακούσαμε μια έντονη φωνή «βάρα τον, Τι καρτεράς;» και μονομιάς σταμάτησαν τα «ωχ» , τα παρακάλια και τα κλάματα. Το πρωΐ μάθαμε ότι έσφαξαν έναν παπά χωρίς να μάθω ποιόν. Στο πρωϊνό μου δρομολόγιο για να αδειάσω τα κόπρανα των «αφεντάδων» μου παρατήρησα στο μωσαϊκό του διαδρόμου αρκετά ίχνη αίματος χωρίς να μπορώ να βεβαιώσω αν προέρχονταν από τον παπά όπως εγώ πιστεύω.
    Έτσι έζησα στη φυλακή του «Παύλου Μελά» χάρη στη «γενναιοψυχία» των ευνοουμένων από τους προλετάριους.

(Συνεχίζεται...)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου