Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

20. Διαταγή εκτέλεσης...

     Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (μέσα Ιανουαρίου 1945) και την εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη του στρατηγού Παπαδόπουλου, του γνωστού «παππού» που αργότερα σαν βουλευτής πέθανε μέσα στη Βουλή από οξύ έμφραγμα καρδιάς, βγήκα από τη φυλακή κατά το σούρουπο, μαζί με μερικούς συνομηλίκους μου, προς μεγάλη λύπη των προνομιούχων συγκρατουμένων μου για το ποιος πλέον θα μεριμνά τη μεταφορά των κοπράνων τους.
    Επειδή δεν ήξερα την τύχη των δικών μου στη Μενεμένη και την Ξηροκρήνη, ούτε του πατέρα μου και του αδελφού μου, πήγα στο σπίτι του Δ. Θ., που βρίσκονταν κι' αυτό στην Ξηροκρήνη με την οικογένεια του οποίου συνδέονταν η οικογένειά μας από τη Μ. Ασία. Μόλις χτύπησα την πόρτα μου άνοιξαν χωρίς να μου επιτρέψουν να προχωρήσω στο εσωτερικό του σαλονιού τους, όπου καθόταν όλοι τους, παρά μου έφεραν μια ψάθινη καρέκλα και μ' έβαλαν να καθίσω πίσω από την πόρτα εξόδου για το φόβο μην τους γεμίσω ψείρες.

Τι να τους έλεγα ότι τέτοιες δεν είχα δει για όσο καιρό ήμουν φυλακή και θα γινόμουν πιστευτός; Απ' αυτούς έμαθα ότι τον πατέρα τον σκότωσαν στο Κιλκίς, ότι για τον αδελφό μου δεν ήξεραν τίποτε και ότι όλοι οι άλλοι συγγενείς μου στη Μενεμένη και Ξηροκρήνη είναι καλά. Για να τους απαλλάξω από την περαιτέρω παρουσία μου που από τον τρόπο που με υποδέχθηκαν φάνηκε ανεπιθύμητη και επί πλέον θα τους δημιουργούσε πρόβλημα φαγητού και ύπνου και ίσως να σκέφτηκαν και τις συνέπειες από τυχόν παρακολούθησή μου, έφυγα νύχτα και πήγα στη Μενεμένη όπου η μάνα μου. Έμεινε η καημένη άναυδη, μ' αγκάλιασε, έκλαψε, μου διηγήθηκε την εξαφάνιση του πατέρα και το κρύψιμο του αδελφού μου χωρίς να μου αποκαλύψει τον κρυψώνα του. Έμεινα δύο ημέρες χωρίς να βγω έξω, ούτε και στην αυλή για λόγους ασφαλείας.
    Ήταν Γενάρης μήνας του 1945 και το κρύο τσουχτερό. Καυσόξυλα δεν υπήρχαν ούτε και χρήματα διαθέσιμα. Έτσι αποφασίστηκε να πάω στο χωριό και να μεταφέρω ξύλα απ' όσα δεν είχαν αποτεφρωθεί από το κάψιμο του σπιτιού. Πρόβλημα ήταν η μεταφορά τους. Στο χωριό Κριθιά είχε ο πατέρας ένα φίλο, τον Θρακιώτη Ν. Ν., στο σπίτι του οποίου διανυκτέρευε κατά τις επιστροφές του με άλογο από τη Θεσσαλονίκη, εγώ δε είχα συνδεθεί με το γιό του τον Κώστα που σε λίγες μέρες πέθανε νεώτατος βυθίζοντας στο πένθος την οικογένειά του και ιδιαίτερα τη μητέρα του Ευγενία που στο πρόσωπό μου έβλεπε το γιο της και την έπιανε το κλάμα και το μοιρολόϊ. Πήγα λοιπόν στον Ν. και του εξέθεσα το πρόβλημα. Χωρίς κανένα δισταγμό δέχθηκε να βοηθήσει. Πρίν το χάραμα φτάσαμε με το ιππήλατο κάρο του στο χωριό και με λοστούς βγάλαμε τα ξύλινα ζωνάρια από τους τοίχους του καμμένου μας σπιτιού, τα φορτώσαμε στην ταλίκα του και φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη πριν καλά-καλά ξυπνήσει το χωριό. Περάσαμε από την Κριθιά, όπου μας περίμενε αγωνιούσα η κυρία Ευγενία, διότι οι μέρες ήταν πονηρές. Εκείνο που μας δυσκόλευε ήταν η ανηφόρα στο Δερβένι και λόγω του βάρους ο Ντορής του μπάρμπα Νικόλα σταματούσε κάθε λίγο κι' εγώ που κουβαλούσα σ' ένα ταγάρι δύο πέτρες, τις έβαζα στις πίσω ρόδες του κάρου, για να μη τσουλίσει πίσω. Αυτό επαναλήφθηκε δύο-τρεις φορές ακόμα χωρίς κανένα γογγυσμό του μπαρμπα-Νικόλα και χωρίς να δεχθεί καμμιά αμοιβή ή κάποιο δώρο σε είδος βέβαια από τη μητέρα. Στη συνέχεια τελείωσα το Γυμνάσιο του Κιλκίς ως κατ' ιδίαν διδαχθείς (Δεκέμβριος 1945).
     Δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η εγκατάσταση των νομίμων στρατιωτικών αρχών και τα πρώην στρατόπεδα των Γερμανών δεν φρουρούνταν. Μια μέρα με πήρε ο γαμπρός μου Μιχάλης που έμενε στη γειτονική με τη δική μας συνοικία, την Επτάλοφο, και συντροφιά ενός αγνώστου συνομηλίκου μου πήγαμε σε ένα πρώην γερμανικό στρατόπεδο που βρίσκονταν κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης - Αθηνών, νομίζω στο Αραπλί, να μαζέψουμε ό,τι χρήσιμο βρούμε, έχοντας ο καθένας μας κι' από ένα τσουβαλάκι. Τότε και τα άδεια κονσερβοκούτια ήταν εμπορεύσιμα διότι οι τενεκετζήδες (λευκοσιδηρουργοί) με αυτά έκαναν μπρίκια, δοχεία για φωτισμό με ασετυλίνη και άλλα τεχνουργήματα οικιακής χρήσεως. Ψάχνωντας βρήκαμε σ' ένα κτίριο άθικτα βλήματα μυδραλλιοβόλου τα οποία είναι μεγαλύτερα και χονδρότερα από τα φυσίγγια των φορητών όπλων. Με την επίβλεψη του Μιχάλη που είχε υπηρετήσει στον Ιταλοελληνικό πόλεμο και μάλιστα στο μέτωπο, βγάζαμε τις βολίδες τους και το μπαρούτι τους το αδειάζαμε στα τσουβαλάκια μας. Αφού τα γεμίσαμε φορτώθηκε ο καθένας το δικό του στον ώμο και πήραμε το δρόμο της επιστροφής ακολουθώντας την υπερυψωμένη σιδηροδρομική γραμμή. Σε κάποια στιγμή σταματήσαμε για ξεκούραση και τσιγάρο. Ξάπλωσα στο γρασίδι χρησιμοποιώντας το τσουβαλάκι μου για μαξιλάρι. Όταν καπνίζαμε, έβγαλα από την τσέπη μου ένα λεπτό καλαμάκι, όπως σήμερα τα χοντρά μακαρόνια και ρώτησα το Μιχάλη τί είναι κι' αυτός μου εξήγησε ότι στο στρατό είναι γνωστό με την ονομασία «μακαρόνι» και χρησιμοποιείται ως γέμισμα οβίδων πυροβολικού αντί μπαρούτης. Από βλακώδη περιέργειά μου ακούμπησα την άκρη του στη φωτιά του τσιγάρου και μόλις άναψε το πέταξα. Αυτό όμως αντί να καεί εκεί που έπεσε, δεν ξέρω γιατί, κινήθηκε ταχύτατα καιγόμενο πίσω και προς την πλευρά μου και χωρίς να προλάβω να αντιδράσω (πώς;) σφηνώθηκε κάτω από το τσουβαλάκι μου κι' αμέσως η μπαρούτη του πήρε φωτιά, το πρόσωπό μου όλο τσουρουφλίστηκε και κατρακυλώντας βρέθηκα μέσα στο νερό ενός χαντακιού. Φύγαμε αμέσως για το σπίτι, κάτω από τις «Χριστοπαναγίες» του Μιχάλη. Έμεινα μια ολόκληρη εβδομάδα μέσα στο σπίτι, αλειφόμενος συνέχεια στο πρόσωπο με μελάνι και ξεφλουδίζοντας το δέρμα του.
    Όπως είπα παραπάνω, γείτονάς μας στη Μενεμένη ήταν ο Ν. Χ. Είχε τη γυναίκα του Δαφνούλα, τρία αγόρια, τον Γιώργο, τον Κώστα και το Γιάννη και μια πολύ όμορφη κόρη, τη μικρότερη, την Ανθούλα που σαν την έβλεπα έκανα πάντα τη σκέψη πως σαν μεγαλώσω να την παντρευτώ. Είχε ένα διόροφο σπίτι με καφενείο στο ισόγειο στο πίσω μέρος του οποίου ο γυναικάδελφός του είχε τσαγκαράδικο που η τζαμωτή του πόρτα έβλεπε στον κήπο του σπιτιού μας, όπου εκτός από το κοτέτσι μας είχαμε φυτέψει και κρεμμυδάκια κ.λπ.. Ξέραμε ότι ο κυρ-Νίκος, ο καλός αυτός άνθρωπος, συμπαθούσε το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και ξέραμε ότι ο γλυκομίλητος και πάντα χαμογελαστός γυναικάδελφός του ήταν στέλεχος του ΚΚΕ, στο οποίο μάλιστα πρέπει να είχε και σημαίνουσα θέση. Ένα πρωϊνό του Φεβρουαρίου του 1946, κάλεσε ο κυρ-Νίκος τη μητέρα μου στο άδειο ακόμα από θαμώνες καφενείο του και της εμπιστεύτηκε ότι ο Νίκος (εννοώντας εμένα) κινδυνεύει. Σε ερώτηση πως είναι δυνατόν αφού πρόσφατα βγήκε από του «Παύλου Μελά», ο κυρ-Νίκος της είπε απλά «θα τον εκτελέσει η ΟΠΛΑ»(1) κι' εκεί σταμάτησε η συζήτηση. Δεν είχε λόγους η μητέρα να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια των λόγων του κυρ-Νίκου, αλλά κι' άν είχε τί μπορούσε να κάνει; Έτσι κρύφτηκα στα σπίτια των αδελφών Στέφανου και Στάθη Κ. που είχαν μεγάλη κοινή αυλή και βρίσκονταν πίσω και μακριά από το ναό του πολιούχου Αγίου Δημητρίου. Ο Στέφανος ήταν αλλαντοπώλης στην κάτω κεντρική αγορά, το γνωστό μέχρι σήμερα «καπάνι» κι ο Στάθης περιοδεύων έμπορος γυναικείων εσωρούχων και ενδυμάτων. Ήταν και οι δύο άτεκνοι κι έτσι απολάμβανα τις ιδιαίτερες περιποιήσεις των συζύγων τους, της πανέμορφης Ασπασίας που ασχολούνταν με το κέντημα και της Αρτεμησίας που πολλές φορές με ρωτούσε τι φαγητό μ' αρέσει για να το μαγειρέψει προς χάρη μου. Με τη βοήθεια συγγενών και φίλων συγκέντρωσα το γρηγορώτερο τα δικαιολογητικά μου και κατατάχτηκα  την 22α Μαρτίου του 1946 ως εθελοντής δεκανέας «δια τριετή εθελοντικήν υπηρεσίαν» στο 128 τάγμα Εθνοφυλακής του Εθνικού στρατού που ήταν μονάδα υποδοχής των επιστράτων και στεγάζονταν σε μια καπναποθήκη της οδού Διοικητηρίου στη Θεσσαλονίκη.
     Με την εγγραφή μου στους στρατολογικούς καταλόγους με παρέπεμψαν στη διαχείριση υλικού, όπου ένας στρατιώτης άνοιξε μια κουβέρτα (κλινοσκέπασμα) και κατ' εντολήν του γραφέα που σημείωνε σε ειδικό έντυπο τα χορηγούμενα είδη (ενδύσεως, υποδύσεως κ.λπ) πέταξε πάνω σ' αυτήν άλλη μια κουβέρτα, δύο σκελέες (σώβρακα), μια περισκελίδα (παντελόνι), άρβυλα στα μέτρα μου, με πατούσες από αμίαντο που πολύ αργότερα κρίθηκε καρκινογόνος κι' απεσύρθη, δύο ζευγάρια μάλλινα ποδεία (κάλτσες), δύο μάλλινους εσωτερικούς χιτώνες (πουκάμισα), δύο μάλλινες φανέλλες, δύο προσόψια (πετσέτες), ένα κοχλιάριον (κουτάλι), μία περόνη (πηρούνι που ακόμα έχω και προτιμώ να χρησιμοποιώ), ένα αγγείο φαγητού (καραβάνα που από το 1948 χρησιμοποιώ προς ζέσταμα νερού για ξύρισμα), ένα κάλυμμα κεφαλής με εθνόσημο (μπερές), ένα χιτώνιο (μπουφάν), μια χλαίνη, ένα υδροδοχείο (παγούρι), με χακί μάλλινη επένδυση, ένα αδιάβροχο κ.λ.π.,κ.λπ. Τα τύλιξα όλα στην κουβέρτα, τη φορτώθηκα και πήγα στο θάλαμό μου. Εκεί, αφού τακτοποίησα το κρεβάτι μου ντύθηκα κανονικά και φορτωμένος το γυλιό μου, πήγα πεζός, περήφανος και κορδομένος στην Ξηροκρήνη, για να με δούν, ιδίως η μητέρα μου που ιδιαίτερα μ' αγαπούσε σαν στερνοπαίδι της.  Αφού ολοκληρώθηκε και η κατάταξη των υπολοίπων εθελοντών, μας πήγαν στο 60ο τάγμα Εθνοφυλακής για ορκομωσία (3-4-1946) και σε τρείς μέρες μας φόρτωσαν σε βαγόνια του τραίνου που έγραφαν απ' έξω «ίπποι 8, άνδρες 24» και φθάσαμε στις Σέρρες για τη βασική μας εκπαίδευση στο 516 τάγμα Πεζικού, κι' έτσι γλύτωσα την εκτέλεσή μου από την ΟΠΛΑ.

(Συνεχίζεται...)

1. Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα. Ήταν όργανο της Εθνικής Πολιτοφυλακής του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου