Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

22. Ζαβολιές και καψόνια στο στρατό

    Γυρνώντας στις Σέρρες η παραπέρα εκπαίδευσή μας έγινε εντατικότερη. Λύση κι' αρμολόγηση πολυβόλου Μπρεν και Τόμσον σε ορισμένο χρόνο, ημέρα-νύχτα με κλεισμένα μάτια, ονοματολογία των εξαρτημάτων τους, νυχτερινές πορείες με πλήρη φόρτο, ημερήσιες και νυκτερινές καταλήψεις υψωμάτων κ.λπ., έτσι ώστε πολλοί μετά το βραδινό συσσίτιο και τη βραδινή προσευχή, να παραδίδονται κατάκοποι στις αγκαλιές του ύπνου, του γιου της νύχτας κι' αδελφού του θανάτου. Χώρια οι νυκτερινοί συναγερμοί του επιλοχία μας Ζαφείρη που μέσα σε ορισμένα λεπτά έπρεπε να πλυθείς στις βρύσες που ήταν στο κέντρο του στρατοπέδου, να ντυθείς και να συνταχθείς στη διμοιρία σου μπροστά στο κτίριο στρατωνισμού αναμένοντας τα προστάγματα που θα εκτελούσαμε μετά τον σημανθέντα και πραγματοποιηθέντα συναγερμό. Δεν έλειπαν βέβαια και τα κάθε είδους «καψόνια» που γίνονταν είτε ομαδικά είτε ατομικά προς «σωφρονισμό» αλλά και για αστειότητες. Θυμάμαι τα εξής.

    Α.  Στο βόρειο τμήμα του στρατοπέδου και κοντά στα μαγειρεία υπήρχε ένα τεράστιο υπόστεγο και κάτω απ' αυτό ξύλινα τραπέζια στη σειρά με εκατέρωθεν πάγκους στους οποίους καθόμασταν και τρώγαμε μεσημέρι-βράδυ. Για το πρωϊνό που ήταν καυτό τσάϊ ή γάλα σε σκόνη, πού να προλάβεις να πας στα τραπέζια, δεν σ' έπαιρνε ο χρόνος και είχαμε σοφιστεί να τεμαχίζομε εκ των προτέρων την κουραμάνα μέσα στην καραβάνα ώστε αδειάζοντας ο μάγειρας την κουτάλα να γίνεται η «παπάρα» που δεν μας έκαιε και πολύ το φάρυγγα. Ένα μεσημέρι κάθισε δίπλα μου ο ψηλός, νομίζω τον έλεγαν Σωτηριάδη, γνώριμοι οι γονείς του της οικογένειάς μου και τρώγαμε τη φασολάδα, συζητώντας τα της κατοχής. Με κάποια φράση του που θεώρησα ότι έθιγε τη μνήμη του εκτελεσθέντος από τους κομμουνιστές πατέρα μου τον οποίο γνώριζε, του πέταξα στο πρόσωπο την φασολάδα με την καραβάνα, που έκοψε στη μέση το άνω χείλος του. Εκμεταλλευθείς τον αιφνιδιασμό του τόβαλα στα πόδια. Ματωμένος έτρεξε να με πιάσει χωρίς να το καταφέρει κι' αυτός μεν πήγε στο αναρρωτήριο όπου του έραψαν το χείλος, εγώ δε στο μάγειρα μήπως και φάω από τυχόν περίσσευμα.
      Το γεγονός μαθεύτηκε κι' ο λοχαγός αφού μας ανέκρινε ξεχωριστά τον καθένα με πρόσταξε να ζητήσω δημόσια, δηλαδή παρουσία του λόχου, συγγνώμη, στην άρνησή μου δε, μου επέβαλε την ποινή να ποτίζω με κουτάλι και με πλήρη εξάρτυση τα γύρω από το στρατόπεδο δένδρα που δεν ήταν και λίγα, υπό την άγρυπνη παρακολούθηση κάποιου ορισθέντος οργάνου. Έτσι ενώ οι άλλοι ξεκουράζονταν, εγώ με εξάρτυση και με το κουτάλι στο χέρι, πότιζα τα δένδρα παίρνοντας νερό από τις βρύσες που βρίσκονταν στο κέντρο του στρατοπέδου, με τον ήλιο να μεσουρανεί και μερικοί συνάδελφοι «βουτυρόπαιδα» να με χλευάζουν. Στην ουσία όταν έφτανα στο δένδρο, νερό δεν υπήρχε στο κουτάλι, διότι χύνονταν στη διαδρομή. Δεν ξέρω πόσα δρομολόγια έκανα με τον ιδρώτα να με λούζει, πάντως μετά δίωρο τουλάχιστον, διέταξε να σταματήσω, ίσως με υπόδειξη του γιατρού, φοβούμενου μήπως πάθω ηλίαση από τη μεγάλη θερμότητα των ηλιακών ακτίνων και δημιουργηθούν τυχόν άλλες συνέπειες.
    Β.  Μέρες πολλές με βασάνιζε η σκέψη πως να εκδικηθώ αυτούς που με χλεύαζαν όταν εκτελούσα την παραπάνω ποινή μου. Κοιμόμασταν στον ίδιο θάλαμο και ήξερα σε ποιο κρεβάτι κοιμόταν ο καθένας. Στον προθάλαμο υπήρχε ένας λέβητας που είχε εντομοκτόνο υγρό, το γνωστό ντι-ντι-τι, με το οποίο επαλείφαμε τα γυμνά μέρη του σώματός μας, για να μη μας πλησιάζουν τα κουνούπια, η υπερβολική του δε χρήση προκαλούσε ανυπόφορο κνησμό που διαρκούσε ώρες. Μια νύχτα, εκμεταλλευόμενος την αποχώρηση του θαλαμοφύλακα για σωματική του ανάγκη, σηκώθηκα αθόρυβα, γέμισα την κουτάλα με ντι-ντι-τι, το οποίο και άδειασα στα απόκρυφα μέρη των «εχθρών» μου που κοιμόταν μακαρίως. Με το δεύτερο δρομολόγιό μου τους κατάβρεξα όλους και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου πριν επιστρέψει ο θαλαμοφύλακας. Ευτυχώς για μένα, ήταν ξεσκέπαστοι και πολύ κουρασμένοι από τις ασκήσεις της ημέρας. Σε λίγο άρχισαν να ξύνονται συνέχεια προς μεγάλη μου ικανοποίηση αφού και η πρόχειρη εξέταση του λοχαγού για το συμβάν δεν απεκάλυψε τον «εγκληματία».
    Γ.  Πριν κοιμηθούμε βγάζαμε τα άρβυλά μας στο διάδρομο όπως και οι συνάδελφοι του απέναντι θαλάμου κι' αυτό διότι η δυσοσμία τους ήταν ανυπόφορη. Κάποιο βράδυ σήμανε επίμονα συναγερμός. Ντυθήκαμε αμέσως και πήγαμε στο διάδρομο να πάρει ο καθένας τα άρβυλά του τα οποία δεν έβρισκε διότι κάποιος ή κάποιοι άλλαξαν την τάξη τους, δηλαδή έβαλαν δίπλα στα δεξιά άρβυλα δεξιά, στα αριστερά αριστερά, στα μικρού μεγέθους τοποθέτησαν δίπλα τους μεγάλου μεγέθους και τέλος έδεσαν τα κορδόνια ανόμοιων αρβύλων. Άντε τώρα μέσα σ' αυτό το ανακάτωμα να βρεις τα δικά σου άρβυλα. Σε λίγο σήμανε λήξη συναγερμού και μείναμε το υπόλοιπο της νύχτας άγρυπνοι για να βρούμε τα άρβυλά μας.
      Τα «καψόνια» αυτά γίνονταν στους νεοσύλλεκτους και στους παρουσιαζομένους στη νέα τους μονάδα από τα διάφορα κέντρα βασικής εκπαιδεύσεως των όπλων και σωμάτων. Ήμουν αντίθετος με την κρατούσα τότε άποψη ότι δημιουργείται μ' αυτά «πνεύμα μονάδος» κι' ενισχύεται η πειθαρχία. Δεν γνωρίζω ποιος στρατιωτικός εγκέφαλος καθιέρωσε το ατιμώρητο αυτού, για το οποίο ήμουν αντίθετος χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτε για την εξάλειψη του φαινομένου και μάλιστα έχοντας τον κατώτατο βαθμό στην ιεραρχία του στρατεύματος, του Δεκανέως, στο οποίο ήρθα δια να σταδιοδρομήσω. Έτσι ορκίστηκα στον εαυτό μου πως αν κάποτε περιβληθώ με κάποια εξουσία θα ήμουν σκληρός σ' αυτούς που επέβαλαν «καψόνια».
     Κι' αυτό το κάποτε ήρθε μετά είκοσι οκτώ χρόνια, το 1974.
     Ήμουν διευθυντής δικαστικού στο Α΄ Σώμα Στρατού και πρόεδρος στο Στρατοδικείο Κοζάνης και ο διοικητής μιας μονάδος από τη Νεάπολη με πληροφόρησε για το γεγονός ζητώντας τη συμβουλή μου. Του υπέδειξα την ανάγκη σχηματισμού δικογραφίας επί εξυβρίσει κατωτέρου κατά συρροήν, που συνίστατο στο εξής. Ένα βράδυ έφτασαν στο στρατόπεδο της Νεάπολης δύο στρατιώτες προερχόμενοι από το κέντρο εκπαιδεύσεως εφοδιασμού μεταφορών (Σπάρτη) ή υλικού πολέμου (Λαμία) κι' ο Αξιωματικός Υπηρεσίας, λόγω του προκεχωρημένου της ώρας τους έστειλε κατ' ευθείαν στο θάλαμο να ξεκουραστούν και το πρωΐ να παραδώσουν στον επιλοχία τα φύλλα πορείας,  για να καθορίσει και το είδος της υπηρεσίας τους στη μονάδα.  Πήγαν στο θάλαμο κι' αφού τοποθέτησαν τους γυλιούς τους στα κρεβάτια τους, ένας δεκανέας, πληροφορηθείς ότι ήρθαν από κέντρο εκπαιδεύσεως, τους διέταξε να ανεβούν στα γεισώματά τους και να μιμηθούν μια τις κότες που όταν γεννήσουν το αυγό τους κακαρίζουν χαρούμενες και μια τα κοκόρια που λαλούν. Τα γεισώματα ήταν σιδερένια ράφια πάνω από κάθε κρεβάτι όπου τοποθετούσαν οι στρατιώτες τους γυλιούς τους. Στην αξίωση του δεκανέα υπάκουσαν οι στρατιώτες που η μόρφωσή τους ήταν του Δημοτικού και μιμήθηκαν τις κότες και τα κοκόρια υπό τον γέλωτα των «παλιών» στρατιωτών. Αφού κορέστηκε εν μέρει η βάρβαρη επιθυμία του Δεκανέα, τους διέταξε να κατεβούν και να περπατήσουν στο διάδρομο του θαλάμου σαν πάπιες, μιμούμενοι μάλιστα και το κράξιμό τους. Αφού οι στρατιώτες εκτέλεσαν κι' αυτή την επιθυμία, ποιος ξέρει για πόση ώρα, τους άφησε να κοιμηθούν. Το πρωΐ, από στιχομυθίες πληροφορήθηκε τα συμβάντα ο διοικητής της μονάδος, που ύστερα από τις οδηγίες που πήρε σχημάτισε δικογραφία που μου υπέβαλε.
     Έτσι σε ένα μήνα ο κέρβερος δεκανέας κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου στο Στρατοδικείο που τώρα ήμουν Πρόεδρός του -θυμήθηκα τα δικά μου «καψόνια» και του επέβαλα, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου φυλάκιση τριών μηνών χωρίς δικαίωμα εφέσεως και χωρίς αναστολή εκτίσεως της ποινής του η οποία, σαν στρατιωτικό έγκλημα, δεν μετατρέπονταν τότε σε χρηματική. Παράλληλα εκδόθηκε με εισήγησή μου γενική διαταγή του Α΄ Σ. Σ. που απαγόρευε κάθε μορφής κι' εφευρετικότητας «καψόνι» που πιστεύω ότι δεν επέζησε έκτοτε τουλάχιστον στη ζώνη ευθύνης του Α΄Σ.Σ.


(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου