Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

24. στο Πεζικό...

  Εδώ θα περιγράψω και δύο ακόμα περιστατικά της υπηρεσίας μου στο Πεζικό.

    Το πρώτο. Επειδή ο στρατός μας ακολουθούσε το Αγγλικό σύστημα, μας μοίρασαν κοντά παντελόνια για το καλοκαίρι. Δεν θυμάμαι αν ήμασταν στη Βέροια ή στη Νέα Χαλκηδόνα όταν ήρθε διαταγή να τα φορέσουμε σε καθορισμένη ημερομηνία. Πράγματι τα φορέσαμε και παραταχθήκαμε για επιθεώρηση, ένας όμως, κάπως μεγαλύτερος στην ηλικία υπολοχαγός, φόρεσε το κοντό παντελόνι πάνω από το μακρύ κιτρινωπό σώβρακό του που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους και μπήκε κι' αυτός στη γραμμή για επιθεώρηση. Όταν έφτασε ο λοχαγός μπροστά του και τον είδε ντυμένο έτσι τον ρώτησε εξαγριωμένος «τι θέαμα είναι αυτό;» και ο υπολοχαγός του απάντησε «κύριε λοχαγέ, η διαταγή έγραφε για κοντά παντελόνια και όχι και για κοντά σώβρακα». Στην απάντηση αυτή οι επιθεωρηθέντες που περίμεναν στη γραμμή, σε στάση αναπαύσεως, τη λήξη της επιθεωρήσεως, άρχισαν το σούσουρο. Ο λοχαγός που το αντιλήφθηκε διέταξε τον παραβάτη να πάει στο γραφείο του μετά την επιθεώρηση που βρισκόταν στο τέλος της. Δεν ξέρω τι ελέχθη μεταξύ τους, πάντως από εκείνη τη μέρα ο υπολοχαγός συνέχισε να φορά το μακρύ του παντελόνι.
    Το δεύτερο. Κυκλοφορούσε τότε το περιοδικό «Θησαυρός», το οποίο στην εξωτερική πλευρά του οπισθόφυλλου είχε το σκίτσο μιας τεραστίων διαστάσεων γυναίκας και το σκίτσο του ανδρός της Ζαχαρία σε ύψος νάνου με κάποια λεζάντα. Το περιοδικό αυτό είχε διευθύνσεις στρατιωτών και γυναικών που ζητούσαν αλληλογραφία. Έγραψα λοιπόν σ' αυτό και σε κανένα μήνα πήρα δύο επιστολές,  από μια Λ. Μ. από τη Νέα Σμύρνη και μια άλλη -δεν θυμάμαι το όνομά της που μου συνιστούσε να απευθύνω τις επιστολές μου στη διεύθυνση μιας φίλης της κι' αυτή θα της τις έδινε,  με την αιτιολογία την αυστηρότητα ηθικών αρχών των γονιών της. Σεβάστηκα την επιθυμία της κι' ανταλλάξαμε τρεις-τέσσαρες επιστολές και  στην τελευταία μου έγραψε πως από τα γραφόμενά μου κατάλαβε ότι ήμουν καλό παιδί και γι' αυτό μ' αγάπησε. Όταν της ζήτησα φωτογραφία της σταμάτησε η αλληλογραφία μας οριστικά. Με τη Λίτσα, μορφωμένη κι' ευγενική κοπέλα, συνεχίσαμε την αλληλογραφία και μου έστειλε τη φωτογραφία της από την οποία φαινόταν η νεότητα και η ομορφιά της. Εγώ δεν έστειλα δική μου, πρώτον διότι δεν είχα και δεύτερον που θα την έβγαζα αφού συνεχώς γυρνούσαμε στα βουνά, πράγμα που της το εξήγησα κι' αυτή έδειξε απόλυτη κατανόηση. Το Μάρτιο του 1948, την ενημέρωσα για τη μετάθεσή μου στην Κρήτη και της ζήτησα να συναντηθούμε για γνωριμία κάπου στην Αθήνα, την οποία για πρώτη φορά θα έβλεπα. Μόλις κατέβηκα στην Αθήνα, ρωτώντας βρήκα το σπίτι της. Η ευγενική μητέρα της, έβαλε σε δίσκο δύο γλυκά κουταλιού και μας τα έστειλε στο σαλόνι. Απ' ότι είδα κι' απ' όσα συζητήσαμε, έμαθα ότι ήταν ορφανή από πατέρα που χάθηκε στη Μικρασιατική καταστροφή, το μονόροφο, μικρό και περιποιημένο σπίτι της ήταν από τα πρώτα προσφυγικά, ήρθε στην Ελλάδα στην αγκαλιά της μάνας της κ.λπ., είπα και γω τα δικά μου και κρίνοντας να μη θεωρηθεί η επίσκεψή μου αρμένικη, σηκώθηκα να φύγω. Ξεπροβοδίζοντάς με όλες μαζί, μου γνώρισαν τον απέναντι γείτονά τους, Σμυρνιός κι' αυτός με το όνομα Γιώργος που εργαζόταν στην εταιρία υδάτων στην Αθήνα με την προσθήκη ότι «ας είναι καλά, μας βοηθάει».
     Το Μάϊο του 1948 βρέθηκα στην Αθήνα για εξετάσεις, την ξαναείδα για λίγο σε ζαχαροπλαστείο στο Σύνταγμα και ευχόμενοι για μια νέα συνάντηση χωρίσαμε με αξιοπρέπεια. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, περνώντας, λόγω μεταθέσεως, από την Αθήνα, Ανθυπασπιστής πλέον, πήγα χαρούμενος στη Ν.Σμύρνη για να τη δω. Βρήκα το σπίτι της κλειστό κι' από το γείτονά τους το Γιώργο, έμαθα ότι η Λίτσα πέθανε από φυματίωση και η μητέρα της με την αδελφή της πήγαν να μείνουν σε συγγενικό τους σπίτι. Έτσι, ενώ σχεδίαζα να μείνω δύο ημέρες με συντροφιά τη Λίτσα για περιηγήσεις, έφυγα λυπημένος το ίδιο βράδυ για τη Θεσσαλονίκη.
     Πέρασαν τα χρόνια κι' εγώ μεν Πρόεδρος του Στρατοδικείου Κοζάνης, ο δε Β. Θεόδ., με τον οποίο είχαμε καταταγεί σαν εθελοντές δεκανείς, υποστράτηγος διοικητής της εκεί ΙΧ Μεραρχίας. Σε μια εκδήλωση καθίσαμε με τις συζύγους μας στο ίδιο τραπέζι και συζητώντας για την εκπαίδευσή μας στις Σέρρες και την ως υπαξιωματικών υπηρεσία μας κατά τον συμμοριτοπόλεμο, μου αποκάλυψε ότι αυτός σαν εύελπις και η γυναίκα του σαν φίλη του ήταν οι συντάκτες των επιστολών που έπαιρνα από την κοπέλα που σταμάτησε να μου γράφει όταν ζήτησα τη φωτογραφία της. Γελάσαμε και για την ατιμία που μου έκαναν πλήρωσε αυτός όλο το λογαριασμό σαν ποινή του.
    Οι περιγραφές των συγκρούσεων και τα αποτελέσματα αυτών δεν είναι αντικείμενο της παρούσης αφηγήσεως. Μια τέτοια περιγραφή προϋποθέτει, πλην των άλλων και χρήση στρατιωτικών χαρτών και διαταγών επιχειρήσεων τις οποίες στερούμαι. Άλλωστε σαν δικαστικός αγνοώ όρους και συνθηματικά που χρησιμοποιούν οι μάχιμοι. Τον αντισυμμοριακόν αγώνα του έθνους από το Μάρτιο 1946 μέχρι τον Αύγουστο 1949 που έληξε, ιστόρησε με όλες τις νίκες και ήττες των εκατέρωθεν πλευρών η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, έργο σημαντικότατο και εξαντλημένο από το 1970. Επανεξεδόθη το 1999, ορίστηκε η παρουσίασή του στο Πολεμικό Μουσείο όπου μεταφέρθηκαν οι τόμοι του προς διανομή εις τους ακροατάς από τον τότε υπουργό Εθνικής Αμύνης Α. Τσοχατζόπουλο, και την τελευταία στιγμή απεσύρθησαν και ρίχτηκαν με διαταγή του στη φωτιά με το δήθεν επιχείρημα της αναμοχλεύσεως των παθών. Με τη λογική αυτή ας ρίξουμε στην πυρά και τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, του Μακεδονικού αγώνα, των πολέμων 1912 - 13, της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, για να αρκεστώ σ' αυτούς, χάρη στη "φιλία" μας με τους Τούρκους. Πιστεύω ότι η απόσυρση και το κάψιμο του ιστορικού αυτού έργου, απόλυτα τεκμηριωμένου, έγινε για να ικανοποιηθεί το Κ.Κ.Ε. το οποίο πεισματικά αρνείται να δώσει στη δημοσιότητα το δικό του επίσημο αρχείο. Τί φοβάται; Τις αποδεδειγμένες καταστροφές που προξένησε στη χώρα και την τουρκική εφεύρεση που εφήρμοσε, του παιδομαζώματος; Έτσι προάγεται η ιστορία; Περί αυτών όμως μια άλλη φορά αν ο χρόνος το επιτρέψει.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου