Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

35. Στο Τόκυο


Στο Τόκυο
Σε κάθε αξιωματικό και οπλίτη εχορηγείτο ύστερα από εκτίμηση των επιχειρησιακών υποχρεώσεων του τάγματος, κανονική άδεια για το Τόκυο της Ιαπωνίας. Για τους αξιωματικούς η διάρκειά της ήταν ένας μήνας. Για τους οπλίτες δεν θυμάμαι πόση ήταν. Έτσι ήρθε και η δική μου σειρά. 
Οι αδειούχοι κατέβαιναν με τη φροντίδα του τάγματος στη Σεούλ κι’ από εκεί με αμερικανικό αεροπλάνο στο Τόκυο όπου για τους αξιωματικούς όλων των εθνοτήτων είχε επιταχθεί ένα ξενοδοχείο τεράστιο με αίθουσες εστιατορίων και ψυχαγωγίας. Στη Σεούλ ο άμεσος δικαστικός μου προϊστάμενος καθυστέρησε για λίγο τη μετάβασή μου στο αεροδρόμιο. Έτσι όταν έφθασα σ’ αυτό, το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευα είχε αρχίσει ν’ απογειώνεται και πριν να πάρει το ύψος του κατέπεσε με την κοιλιά στο διάδρομο χωρίς να γνωρίζω την αιτία την οποία και δεν έμαθα, αλλά και από πού να μάθω αφού δεν ήξερα αγγλικά. Ήμουν πάντως πολύ τυχερός που έχασα την πτήση αυτή. Η αναχώρηση του δεύτερου αεροπλάνου δεν άργησε κι’ έτσι έφυγα για το Τόκυο στο αεροδρόμιο του οποίου με περίμενε ένα μαύρο επιβατικό αυτοκίνητο με νεαρό Ιάπωνα οδηγό ο οποίος είχε σταλεί από την υπηρεσία, τον Έλληνα σύνδεσμο στο στρατηγείο του Ο.Η.Ε. Άπω Ανατολής, για να με μεταφέρει στο ξενοδοχείο που θα έμενα. Ήξερε το όνομά μου και με γνώρισε με το δηλωτικό της πατρίδας μου σήμα. Κουτσά στραβά, είχα μάθει μέχρι τότε μερικές αγγλικές λέξεις, όπως ναι, όχι, καλημέρα, καλησπέρα, ξενοδοχείο, τάγμα, διοικητήριο, σφαίρες κ.λπ., που τώρα δεν θυμάμαι, τις οποίες και συμπλήρωνα με νοήματα και χειρονομίες, νομίζοντας ότι και οι Ιάπωνες τις καταλάβαιναν όπως εμείς στην Ελλάδα. Ο οδηγός, ευγενής, με τσόκαρα ξύλινα στα πόδια, μου έδωσε να καταλάβω ότι ήταν φοιτητής απαγγέλοντάς μου στίχους από το αρχαίο κείμενο της Οδύσσειας του Ομήρου. 
Από φαρδείς και με ανθοφόρα δέντρα δρόμους, με οδήγησε στο ξενοδοχείο, μετέφερε το μικρό μου σάκκο στο δωμάτιό μου και ενώνοντας τις δύο παλάμες μπροστά από το στήθος του μου έκανε μια βαθειά υπόκλιση κι’ έφυγε. Όλο το απόγευμα και όλη την άλλη μέρα δεν βγήκα από το δωμάτιο, καίτοι πεινούσα, διότι δεν ήξερα καμμιά ξένη γλώσσα και φοβόμουν μήπως χαθώ. Την Τρίτη ημέρα αποφάσισα να κατέβω στο ισόγειο του ξενοδοχείου με την ελπίδα να βρω κάποιον από το τάγμα που ερχόταν ή έφευγε. Κι’ εδώ υπήρξα τυχερός διότι βγαίνοντας από το ασανσέρ βλέπω μπροστά μου το γιατρό του τάγματος υπίατρο Τ. Παρ. (Πάρη) της προηγούμενης της δικής μου αποστολής κι’ επειδή αυτός κατάγονταν από τα Σέρβια-Κοζάνης εγώ δε, ήμουν γαμπρός στην Κοζάνη, είχαμε συνδεθεί αρκετά. Είχε έρθει στο Τόκυο δύο ημέρες νωρίτερα. 
Άνθη κερασιάς
Μετά τα τυπικά του είπα ότι πεινώ και δεν ξέρω που να πάω και πως να ζητήσω αυτό που θέλω να φάω. Μου απάντησε να τον περιμένω εκεί που συναντηθήκαμε ώσπου να αφήσει κάτι μικροδέματα που κρατούσε, στο δωμάτιό του που βρισκόταν σε άλλον όροφο. Επειδή ήδη είχε αρχίσει η λειτουργία του εστιατορίου, μπήκαμε να φάμε. Ο Πάρης πήρε τον κατάλογο φαγητών που ήταν γραμμένος σε 7 ή 8 γλώσσες, εκτός της ελληνικής, άρχισε να μου εξηγεί τα αγγλικά γραμμένα και κατά ίδιο αύξοντα αριθμό σε όλες τις γλώσσες. Διάλεξα για μένα το νούμερο 7 που ήταν φτερά από κοτόπουλο, πατάτες τηγανητές, μπιζέλια και δεν θυμάμαι τι άλλο. Σε λίγο, ένας ψηλός μαύρος σερβιτόρος μας έφερε αυτά που ζητήσαμε και φάγαμε, ιδίως εγώ, με βουλιμία. Το βράδυ και την επομένη φάγαμε στο ίδιο τραπέζι με τον ίδιο σερβιτόρο και παράγγειλα πάλι το νούμερο 7 φαγητό. Έτσι όσες φορές πήγαινα στο εστιατόριο ο σερβιτόρος χαμογελώντας, με ρωτούσε «νάμπερ σέβεν;», κι’ εγώ του απαντούσα «yes». Δεν είχαμε την πρόνοια να αντιγράψωμε τον κατάλογο στα ελληνικά, ιδίως εγώ που είχα το πρόβλημα. 
Με τον Πάρη τρώγαμε και σε ταβερνούλες που τη σαλάτα, όποια κι’ άν ήταν την έβαζαν σε μεγάλο φύλλο μαρουλιού. Πήγαμε όμως δύο ή τρεις φορές και σε εστιατόρια πολυτελείας όπου δύο νεαρές και όμορφες ιαπωνίδες με τα άσπρα κοντά σορτσάκια τους καθόταν όρθιες πίσω στο πλευρό μας, σε απόσταση μόλις 20-30 εκατοστών και παρακολουθούσαν διακριτικά και με χαμόγελο την κάθε επιθυμία μας για τυχόν συμπλήρωση του γεύματος ή δείπνου μας π.χ.πλήρωση των ποτηριών μας με νερό ή κρασί κρατώντας το μπουκάλι με λευκή πετσέτα, να παίρνουν το άδειο πιάτο από μπροστά μας και να βάζουν το δεύτερο κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι εμείς δε νοιώθαμε καλά να έχομε πάνω στο κεφάλι μας οποιονδήποτε, έστω κι’ άν αυτή ήταν καλλονή. Δεν ξέρω για τον Πάρη αλλά εγώ που βίωσα την πείνα της κατοχής, αισθανόμουν άσχημα εγώ να τρώγω κι’ άλλος να με βλέπει, έστω και με χαμόγελο. Έτσι δεν ξαναπήγαμε σε τέτοια εστιατόρια και ήμουν ευχαριστημένος με το «νάμπερ σέβεν» της Στρατιωτικής Λέσχης του ξενοδοχείου. Άλλωστε το βαλάντιό μας ήταν περιορισμένο και θέλαμε να αγοράσουμε και κάποια πράγματα για τα σπίτια μας. Και πράγματι την επομένη πήγαμε με ταχύτατο τραίνο στη Γιοκοχάμα όπου υπήρχε αμερικανικό κατάστημα με μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων.


(Συνεχίζεται...) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου