Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

36. Στη Γιοκοχάμα


Χάρτης της Ιαπωνίας
Οι Ιάπωνες είχαν την τακτική ένας ή δύο ή και περισσότεροι υπάλληλοι σε κάθε σιδηροδρομικό σταθμό να αναγγέλουν το όνομα του σταθμού με δυνατή φωνή για τους αφηρημένους και η αναγγελία αυτή γινόταν τραγουδιστά. Έπρεπε να έχεις εξασκημένη ακοή για να καταλάβεις την ονομασία του σταθμού στους οποίους δεν θυμάμαι να είδα καμμιά πινακίδα γραμμένη στα αγγλικά. Ίσως απεχθάνονταν το κάθε τι αμερικάνκο λόγω της πρόσφατης ήττας των. Ευτυχώς είχα προσκολληθεί στον Πάρη που ερχόταν για δεύτερη ή τρίτη φορά στη Γιοκοχάμα.

Η πόλις Γιοκοχάμα σήμερα
 Μπροστά στο κατάστημα είχαν ένα από τα «καμικάζι» υποβρύχιά τους καλοσυντηρημένο μέσα σε πλούσια ανθισμένο κήπο λουλουδιών. Ο Πάρης είχε δύο αδελφές ανύπαντρες μιας κάποιας ηλικίας κι’ εγώ νιόπαντρος με σύζυγο έγγυο. Παρεκάλεσα τον Πάρη να μιλήσει με κάποια από τις πωλήτριες που έκρινα ότι η σωματική της διάπλαση ταυτίζονταν μ’ αυτήν της γυναίκας μου και πράγματι βρήκαμε μία η οποία πρόθυμη και χαμογελαστή με οδηγούσε στις βιτρίνες και τους ορόφους του καταστήματος. Η Ματσούκο, από όσα της είπε ο Πάρης ήξερε τι περίπου ήθελα. Πήγαμε πρώτα στα παιχνίδια κι’ αυτά που διάλεξα γέμισαν τρία ξύλινα κιβώτια. Οι πωλήτριες ρώτησαν αν προορίζονται για παιδικό σταθμό ή ορφανοτροφείο κι’ η Ματσούκο τους απαντούσε ότι περιμένω να γεννήσει η γυναίκα μου και δεν ξέρω αν θα είναι αγόρι ή κορίτσι, εντεύθεν και η ποικιλία των παιχνιδιών. Στη συνέχεια με οδήγησε στα γυναικεία είδη, απ’ όπου κι’ αγόρασα ρόμπες, κ.λπ. μεταξωτά και νάϋλον και συσκευάσθηκαν κι’ αυτά σε τρία μπαούλα με μεταλλικό περίβλημα, μάλλον λεπτόφυλλου αλουμινίου, τα οποία ακόμα έχω. Αφού η συσκευασία με τη βοήθεια της Ματσούκο έγινε με τάξη, ασφαλίστηκε καλά, έγραψα στο καθένα απ’ αυτά το βαθμό και το ονοματεπώνυμό μου και ανέλαβε το κατάστημα να τα στείλει στο Τόκυο όπου η υπηρεσία είχε φροντίσει χώρο φυλάξεώς των. Ευχαρίστησα τη Ματσούκο η οποία πείσμονα αρνήθηκε το φιλοδώρημά μου. Όπως έμαθα κι’ από τον Πάρη κι’ από άλλους του κλιμακίου μας στο Τόκυο έπρεπε να την καλέσω σε δείπνο οπότε δεν θα προέβαλε αντίρηση. Καλά που ήρθε έτσι το πράγμα, διότι στο δείπνο θα είμασταν σαν δυο ξόανα αφού δεν ήξερε ο ένας τη γλώσσα του άλλου.
Αξιωματικοί και οπλίτες έδιναν σε κάθε αδειούχο μερικά δολλάρια για να τους φέρουν μικροπράγματα από το Τόκυο. Έτσι έκανα έναν πίνακα με τα ονοματεπώνυμά τους, τα χρήματα που μου έδωσε ο καθένας και τα πράγματα που ήθελε. Είχα την πρόνοια να προσθέσω την αξία του κάθε πράγματος και τα ρέστα. Την κατάσταση αυτή με τα αντίστοιχα χρήματα τα φύλαγα σε ιδιαίτερη τσέπη. Επειδή στα Ιαπωνικά καταστήματα οι συναλλαγές γίνονταν με γιεν, πήγα στο ανταλλακτήριο του ξενοδοχείου για να μετατρέψω τα δολλάρια αυτά σε γιέν. Περιμένοντας να μου δώσουν τα γιέν με πλησίασαν δύο πανύψηλοι άνδρες της αμερικανικής στρατιωτικής αστυνομίας (ΜΡ) και με οδήγησαν με ευγένεια στο εσωτερικό του ανταλλακτηρίου, νομίζοντας εγώ ότι για λόγους ασφαλείας ακολουθείται αυτή η τακτική σε κάθε περίπτωση ανταλλαγής. Εκεί κάθησα σε ένα κάθισμα περιμένοντας τα αντίστοιχα γιέν. Δεν πέρασε πολλή ώρα και μπήκε μέσα ένας αξιωματικός με ένα στρατιώτη ελληνικής καταγωγής που τα ελληνικά του δεν είχαν παραφραστεί ακόμα. Μου έδειξαν ένα δεκαδόλλαρο με χρώμα προς το πορτοκαλί και θεωρώντας το πλαστό, με ρώτησαν που το βρήκα, πότε, που και ποιός μου το έδωσε. Αφού τους εξήγησα το πως βρέθηκε στα χέρια μου και τους έδειξα και την κατάσταση ονομάτων χωρίς να μπορώ να θυμηθώ ποιός από τους αναφερόμενους σ’ αυτήν μου το έδωσε, το παρακράτησαν και μου έδωσαν τα αντίστοιχα των υπολοίπων δολλαρίων γιεν. 
Θυμήθηκα την κατοχή που οι Γερμανοί τύπωναν μάρκα χωρίς αντίκρυσμα με μηχανές που βρίσκονταν επάνω σε μακρυά του συνήθους κάρα που τα έσερναν Ουγγαρέζικα άλογα. Φεύγοντας με συνόδευσε στην έξοδο ο διερμηνέας τον οποίο ρώτησα από ποιό μέρος της Ελλάδος κατάγεται και πόσα χρόνια είχε στην Αμερική. Μου είπε ότι ήταν Ηπειρώτης κι’ είχε δυο χρόνια στην Αμερική και δεν αρκέστηκε σ’ αυτά λέγοντάς μου «εσείς στο Ελλάντα δεν ξέρετε απ’ αυτά, εμείς στο Αμέρικα προσέχομε». Αρκέστηκα να τον παρατηρήσω για τις λέξεις «στο Ελλάντα» και «στο Αμέρικα» που διαμόρφωσε σε μια διετία κι’ όταν προσπάθησε να δικαιολογηθεί, τον έβρισα ελληνικά κι’ έφυγα. Έτσι έχασα δέκα δολλάριά μου, γιατί ποιός θα με πίστευε και ποιός θα παραδέχονταν ότι αυτός μου έδωσε το πλαστό δεκαδόλλαρο. 
Σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια όταν σκέφτομαι το περιστατικό κλαίω το δεκαδόλλαρο εκείνο όχι τόσα για την αξία του όσο από την έλλειψη παρατηρητικότητος την οποία φαίνεται ότι εκμεταλλεύτηκε αυτός που μου το έδωσε, χαιρόμενος ότι μ’ έπιασε «κώτσο».


(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου