Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

65. «πάρτην πίσω βρε Αμανπέ»

     
      Άρχισα λοιπόν να παίρνω τις απολογίες των λοιπών κατηγορουμένων. Το πρωΐ της ημέρας που πήρα την απολογία του πρώτου κατηγορούμενου –δεν θυμάμαι τίνος- και με τα μέχρι τότε στοιχεία, τον αφήσαμε ελεύθερο. Το απόγευμα ήρθε ο Τσ. και τον ενημερώσαμε ο Επίτροπος και εγώ, οπότε πετιέται ο Πρόεδρος και λέει στο Στρατηγό ότι λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης για την αποφυλάκιση των λοιπών κατηγορουμένων να αποφασίζει το Δικαστικό Συμβούλιο. Ο Επίτροπος πήγε να πει κάτι και τον σταμάτησε ο Τσ., λέγοντας πως πρέπει να ακούσουμε πρώτα τον Εισηγητή ο οποίος και χειρίζεται την υπόθεση, δηλαδή εμένα, λέγοντάς μου «λέγε Νικολαΐδη». 

     Πήρα λοιπόν τον λόγο και του είπα κοφτά ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έχει αρμοδιότητα μόνον όταν ο Επίτροπος και ο Εισηγητής διαφωνούν ως προς την προφυλάκιση. Εδώ δεν υπήρξε διαφωνία. Σε περίπτωση διαφωνίας τους, εάν ο κατηγορούμενος δεν είναι προανακριτικώς προφυλακισμένος αφήνεται ελεύθερος μέχρι να αποφασίσει το Δικ.Συμβούλιο επί των εγγράφων ισχυρισμών των διαφωνούντων κι αν αυτό αποφασίσει την προφυλάκιση θα τεθεί σε λειτουργία ολόκληρος μηχανισμός για την ανεύρεση του κατηγορουμένου προς προφυλάκιση. Εδώ έχουμε 13 κατηγορούμενους σε απομόνωση που παρανόμως συνελλήφθησαν με διαταγή του Α/ΓΕΣ και θα ακολουθήσουμε την χρονοβόρο αυτή διαδικασία; 
     Εδώ με διέκοψε ο στρατηγός και ρώτησε τον Επίτροπο αν συμφωνεί με τα όσα είπα και αφού συμφώνησε με την προσθήκη κι άλλων νομικών επιχειρημάτων, ο στρατηγός απευθυνόμενος σε μένα και τον Επίτροπο μας είπε: «κάντε νόμιμα τη δουλειά σας και γρήγορα». 
     Έκτοτε ο Πρόεδρος δεν ερχόταν στις συσκέψεις για τις οποίες άλλωστε δεν είχε και αρμοδιότητα. Επιδίωξη του προέδρου Σπυρ. ήταν να φαίνεται ότι το υπό την προεδρία του Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει για την προφυλάκιση ή μη των κατηγορουμένων, διότι, κοντά στα άλλα, δεν ανέχονταν την υπό του τύπου προβολή του Βασ. Επιτρόπου Γκ. Κων. ως υποφαινομένου δια την προφυλάκιση ή την απόλυση των κατηγορουμένων. 
     Την εναντίωσή μου στην πρότασή του την πλήρωσα ακριβά, διότι στις διαδοχικές του για μένα σημειώσεις με χαρακτήρισε ως στερούμενον πνεύματος συνεργασίας, ως εγωϊστήν και με βαθμολόγησε με Γ δια περαιτέρω εξέλιξιν, προσθέσας ψευδώς ότι μου εγένοντο προφορικές και έγγραφες συστάσεις, εκμεταλλευόμενος το απόρρητο αυτών. 
     Έτσι σε λίγες μέρες αφήσαμε ελεύθερους όλους τους παρανόμως συλληφθέντες. Μετά από αυτό πήγα πρωΐ-πρωΐ στο γραφείο του στρατηγού Τσ. και του ανέφερα, επειδή ο θόρυβος συνεχίζεται, να αφαιρέσει τη διοίκηση της 117 Μ.Π.Π. από τον αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλο Γεώργιο. Πήρε αμέσως μπροστά μου τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου στο τηλέφωνο και του ανέφερε την πρότασή μου, χωρίς να αναφέρει το όνομά μου, κι’ εκείνος με επιμονή δεν δέχθηκε την πρόταση. 
     Αν γινόταν αμέσως δεκτή η πρόταση κι’ επακολουθούσε η απομάκρυνσή του από το στρατό, αλλοιώτικα θα εξελίσσονταν τα πολιτικά γεγονότα. Αλλά και οι κυβερνήτες έχουν αδυναμίες και κάνουν και μεγάλα λάθη που στοιχίζουν σ’ όλο το λαό. Αργότερα διαδόθηκε ότι η άρνηση του «γέρου» να αφαιρεθεί η διοίκηση της 117 Μ.Π.Π. από τον αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλο Γεώργ. οφείλονταν στο δεσμό του με τον ιερέα πατέρα του Παπαδόπουλου, χωρίς να έχω τη δυνατότητα επαληθεύσεως της διαδόσεως αυτής κι ακόμα περισσότερο του είδους, της αιτίας και του μεγέθους –ηθικού ή πραγματικού- δεσμού του «γέρου» με τον ιερέα πατέρα του Παπαδόπουλου, ο οποίος χωρίς να σεβασθεί το δεσμό αυτό, όποιος και να ήταν, τον συνέλαβε κλείνοντάς τον σ’ ένα ξενοδοχείο επί της οδού προς Ραφήνα, χωρίς το δικαίωμα επικοινωνίας του με τρίτους.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την περίπτωση των κατηγορουμένων Μπουγιούκα, πατρός και υιου. Ο γιος υπηρετούσε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Πυροβολικού, απ’ όπου και συνελήφθη. Κατά την προανάκριση της 117 Μ.Π.Π., ο πατέρας φερόταν από τον κατηγορούμενο Ματάτη ότι θα του έδινε οδηγίες και «λαβών επαφήν μετά της οικογενείας Μπουγιούκα, ήχθη υπ’ αυτής εις συγκεντρώσεις αποσκοπούσας την εδραίωσιν της Κομμουνιστικής ιδεολογίας του», όπως ανέφερε ο Παπαδόπουλος και έτσι συνελήφθη στο σπίτι του. Πατέρας και γιος δεν γνώριζαν ο ένας τη σύλληψη του άλλου. 
    Κάλεσα λοιπόν και τους δύο σε απολογία χωριστά την ίδια ημέρα χωρίς να δει ο ένας τον άλλον. Πήρα πρώτα τον πατέρα που αρνήθηκε τα πάντα, λέγοντάς μου στο τέλος ότι υπηρέτησε στα Λ.Ο.Κ. σαν δεκανέας κατά τον αντισυμοριακόν αγώνα. Επειδή είχα κάποια σχέση με τα Λ.Ο.Κ. όταν υπηρετούσα στο Πεζικό και μερικοί συνάδελφοί μου ανήκαν στα τμήματα αυτά, τον ρώτησα ποιόν είχε διοικητή και αυθόρμητα μου είπε τον Κερ., ο οποίος την εποχή εκείνη υπηρετούσε σαν αντισυνταγματάρχης σε κάποιο γραφείο –νομίζω στο 2ο- του Γ΄Σ.Σ. Τον παρακάλεσα τηλεφωνικά να έρθει αμέσως στο γραφείο μου, χωρίς να του πω τίποτε άλλο. Μπαίνοντας στο γραφείο και βλέποντας τον κατηγορούμενο τον ρώτησε «Μπουγιούκα τι θέλεις εδώ;» κι’ αυτός κλαίγοντας του απάντησε «κύριε διοικητά με κατηγορούν ότι είμαι κομμουνιστής». Τον έβγαλα έξω από το γραφείο για να μείνουμε μόνοι με τον αντισυνταγματάρχη ο οποίος χωρίς να ξέρει τι είχε πει σε μένα, μου βεβαίωσε ότι τον είχε στη Μοίρα του, ότι ήταν καλός πολεμιστής στρατιώτης, ηθικός, τίμιος και πάντα πρόθυμος σε οποιαδήποτε υπηρεσία, βεβαιώνοντάς με ότι αποκλείεται να είναι κομμουνιστής, πράγμα το οποίο βεβαίωνε και η Αστυνομία. Τα όσα μου είπε ο αντισυνταγματάρχης, συγκρινόμενα και με άλλα στοιχεία και κυρίως το νομικώς αστήρικτο της κατηγορίας του Α.Ν.509/47 συνετέλεσαν εις το να κριθεί ελεύθερος. 
  Μόλις του το ανακοίνωσα τον ρώτησα αν έχει γιο, πως τον λένε κι αν ξέρει πού είναι τώρα. Μου είπε ότι έχει γιο που τον λένε Νικόλα, ότι υπηρετεί στα ΧΩΚ κι ότι έχει να πάρει νέα του ένα μήνα περίπου. Ένευσα στο γραμματέα να φέρουν μέσα το γιο του. Βλέποντας ο ένας τον άλλο, αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας. Στιγμή συγκινητική. Έβγαλα έξω τον πατέρα και πήρα την απολογία του γιου μετά την οποία εκρίθη κι αυτός ελεύθερος. Πατέρας και γιος έφυγαν μαζί από το Στρατοδικείο.


Εν τω μεταξύ υπέβαλα στον Υ.ΕΘ.Α. δια του στρατηγού Τσ. κάθε τόσο και λιγάκι ενημερωτικά ενυπόγραφα σημειώματα ένα από τα οποία, το από 7/7/65 δημοσίευσε αυτούσιο ο τότε Υ.ΕΘ.Α. Μιχ. Παπακωνσταντίνου στο βιβλίο του «Η ταραγμένη εξαετία 1961-1967» τ.Β΄σελ.379-382, σαν «αντιστασιακός» που εμφανίζεται.


Όταν οι ισχυρισμοί της 117 Μ.Π.Π. κατέρρεαν ο ένας μετά τον άλλον, βεβαιώθηκα πλέον για τη βασιμότητα της σκέψεώς μου και ζήτησα την άσκηση νέας ποινικής δίωξης κατά των δύο κατηγορουμένων Μπέκιου Δημητρίου και Ματάτη Κων/νου και πράγματι ασκήθηκε, κατά μεν του πρώτου για φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση σε συνδυασμό με το νόμο περί τεντυμποϊσμού, κατά δε του δευτέρου για φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση σε συνδυασμό με το νόμο περί τεντυμποϊσμού και εγκατάλειψη θέσεως σκοπού. 
    Δεν ξέρω πώς και από ποιόν πληροφορήθηκε ο Βασιλικός Επίτροπος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Κ. Αθ. -σα να λέμε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου- την αίτησή μου για άσκηση ποινικής δίωξης για φθορά ξένης ιδιοκτησίας και πριν πάρω τις απολογίες για την πράξη αυτή, με πήρε νύχτα στο σπίτι τηλέφωνο –πως ήξερε αυτός από την Αθήνα ότι έχω τηλέφωνο στο σπίτι; - και σε έντονο ύφος με ρώτησε «ποιός εκπροσωπεί την περιουσία του Δημοσίου;», του απάντησα «ο υπουργός των Οικονομικών» και σε απάντησή μου ρώτησε «και υπάρχει άδεια ή αίτησή του για δίωξη;» Κατάλαβα που το πήγαινε και του απάντησα ότι δεν χρειάζεται τέτοια άδεια η αίτηση, διότι από τη στιγμή που κάποιο περιουσιακό υλικό παραχωρείται σε κάποιον για χρήση, αυτός ο κάποιος είναι υπεύθυνος για τη διαφύλαξη του επιστευθέντος υπό του Δημοσίου εις αυτόν υλικού και σαν εμπεπιστευμένος του υλικού έχει την υποχρέωση να διαφυλάξει αυτό με κάθε τρόπο, ακόμα και με καταμήνυση υπαιτίου φθοράς του και στην προκείμενη υπόθεση υπάρχει καταγγελία φθοράς από τον διοικητή της 117 Μ.Π.Π. 
   Σε ήρεμο πλέον τόνο μου είπε «σαν να έχεις δίκαιο» και με ρώτησε «τι γίνεται με τον 509;» Όταν του ανέφερα ότι δεν προκύπτουν τα στοιχεία του μου είπε «καλώς Νικολαΐδη, καληνύχτα» κι έκλεισε το τηλέφωνο. Διερωτώμαι μέχρι σήμερα από ποιόν πληροφορήθηκε την ενέργειά μου που στο κάτω κάτω έγινε δεκτή και από τον Επίτροπο και από τον Διευθυντή Δικαστικού του Γ΄Σ.Σ.; Άλλωστε, για πρώτη φορά παρενέβαινε σε έργο δικαστικού συμβούλου. 
  Πήρα λοιπόν και τις νέες απολογίες τους και παράλληλα (22/7/1965) ζήτησα την ποινική δίωξη των αξιωματικών της 117 Μ.Π.Π., των όσων ενεπλάκησαν στην προανάκριση δηλαδή 2 λοχαγών, ενός ανθυπολοχαγού δύο επιλοχιών και ενός λοχία με 31 συνημμένα έγγραφα από τα οποία προέκυπτε και η ηθική αυτουργία του Διοικητή της Γεώργιου Παπαδόπουλου. Με την αίτησή μου αυτή συμφώνησε και ο Επίτροπος και έτσι η στηρίζουσα την κατηγορία και συνημμένη σε αυτήν δικογραφία, έφθασε στα χέρια του Διευθυντή Δικαστικού του Γ’ Σ.Σ. Φωκίωνος Καρ. Έρχεται ο Καρ. εσπευσμένως στο γραφείο μου και πετώντας πάνω σ’ αυτό την αίτησή μου για την ποινική δίωξη είπε «πάρτην πίσω βρε Αμανπέ». Με αποκαλούσε έτσι για την Ποντιακή μου καταγωγή ξέροντας ότι δε με πείραζε η προσφώνηση αυτή ως μη έχουσα τέτοιο σκοπό. Όταν τον ρώτησα τι είναι και μου είπε ότι είναι η αίτησή μου για δίωξη, αρνήθηκα, οπότε σε ηπιότερο τόνο μου είπε «βρε Αμάν μπέ, αυτοί ετοιμάζουν επανάσταση Νασερικού τύπου και θα σε σκοτώσουν κι έχεις γυναίκα και δύο κορίτσια, τι θα γίνουν;» Του απάντησα «η γυναίκα μου είναι νέα και τα κορίτσια μου μεγαλώνουν, αν με σκοτώσουν, θα δουλέψουν και θα ζήσουν». Θυμωμένος με διαβολόστειλε και πήρε τη δικογραφία και έφυγε. Μετά από δύο ημέρες (24/7/1965) υπέβαλα τελειωμένη την όλη δικογραφία με τη γνωμάτευσή μου εκ 23 πυκνογραμμένων σελίδων κι’ έφυγα με κανονική άδεια στις εγκαταστάσεις του στρατού Νέας Φωκαίας Χαλκιδικής. 



Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου