Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

70. Οι υποθέσεις που θυμάμαι... Β'


Γ. Ένα χωριό της Ηπείρου, δεν θυμάμαι την ονομασία του, είχε δύο συνοικισμούς τον κάτω και τον πάνω συνοικισμό. Οι κάτοικοι του κάτω συνοικισμού αντιδρούσαν στην επέκταση του υδραυλικού δικτύου στον επάνω οικισμό, ίσως για τη μη επάρκεια του νερού ή για λόγους αντιπάθειας των συγχωριανών των του πάνω συνοικισμού.
Ένα απόγευμα στο καφενείο του χωριού, με αντικείμενο το θέμα του νερού, έγινε οξεία συζήτηση μεταξύ των κατοίκων των δύο οικισμών. ΄Ενας κάτοικος του πάνω συνοικισμού, πάνω στην ένταση της συζήτησης, απευθυνόμενος προς τους αντιδρούντας στην παροχή νερού είπε τη φράση «ως πότε παληκάρια;». Η φράση θεωρήθηκε εξύβριση της «επανάστασης», ο εκστομίσας αυτήν συνελήφθη και δέσμιος οδηγήθηκε κι’ αυτός στο γραφείο μου. Αφέθηκε κι’ αυτός ελεύθερος και γύρισε στο χωριό του προς μεγάλη απογοήτευση των κατοίκων του κάτω συνοικισμού.
Δ. Μιά μέρα με ειδοποίησαν από το αστυνομικό τμήμα ότι έχουν ένα κρατούμενο από κάποιο χωριό της Πρεβέζης τον οποίο και θα μου τον παρουσίαζαν κατά το μεσημέρι. Κατά τις δέκα η ώρα το πρωΐ, χτύπησε την πάντα ανοιχτή πόρτα του γραφείου μου ένας ηλικιωμένος και πολύ φτωχικά ντυμένος χωρικός και κρατώντας ένα διαφανές σακουλάκι νάϋλον με καμιά δεκαριά αυγά, ζήτησε να με δεί. 
  Μπήκε στο γραφείο με τα αυγά στο χέρι και δειλά δειλά κάθισε στον καναπέ. Ήταν ο πατέρας του κρατουμένου που περίμενα. Από το παρουσιαστικό του και την ομιλία του κατάλαβα ότι δεν ήταν Ηπειρώτης. Έτσι, ως μη όφειλα, τον ρώτησα από που είναι. Δεν ξέρω πως μου ήρθε, ίσως ενστικτωδώς ήθελα να μιμηθώ κάποιον Κορίνθιο στρατηγό που ρωτούσε τους παρουσιαζόμενους σ’ αυτόν αξιωματικούς «πούθε είσαι» κι’ αν αυτός ήταν από την Πελοπόννησο εισέπραττε το «μπράβο παιδί μου» ει δε και ήταν από την υπόλοιπη χώρα εισέπραττε την με υπονοούμενα λέξη «κρίμα». Με κάποια δόση ντροπής μου απάντησε ότι είναι Πόντιος και τότε του είπα έντονα : «δεν βούλιαζε το καράβι που σας έφερε στην Ελλάδα;» 
Ο καημένος ο Πόντιος κατάπιε την γλώσσα του ενώ δυο χοντρά δάκρυα κύλησαν στο ρυτιδωμένο του πρόσωπο. Βλέποντας τα γεμάτα πικρία δάκρυα ένοιωσα τόση μεγάλη ντροπή για το φέρσιμό μου που από τότε με κατέχει και θα με κατέχει σε όλη μου τη ζωή. Έκλεισα την πόρτα, κάθησα κοντά του και του μίλησα ποντιακά ζητώντας του τη συγγνώμη του, που μου την έδωσε ακούοντας τις δικαιολογίες μου για αναγκαία επίδειξη σκληρότητάς μου. Ήξερε ο άνθρωπος από αυτά γιατί ήταν πρόσφυγας της πρώτης γενιάς. Ξεθάρεψε ο καημένος και μου αποκάλυψε πως τ’ αυγά τα προόριζε για μένα, γιατί είχε μάθει πως είμαι Πόντιος και το θεωρούσε ντροπή να πάει σε έναν πατριώτη του με άδεια χέρια, όταν μάλιστα θα του ζητούσε επιείκεια για το γιο του. 
 Σε λίγο φέρανε και τον κρατούμενο γιο του με την κατηγορία ότι εξύβρισε την «επανάσταση». Τα προηγηθέντα αλλά και η ευρύτητα αντιλήψεως του συνταγματάρχη διοικητή του 5/42 Σ.Π. συνέτειναν ώστε πατέρας και γιος να επιστρέψουν στο χωριό τους, παίρνοντας μαζί τους και τα χωριάτικα αυγά. Από τότε δεν ρώτησα ποτέ τον όποιον συνομιλητή μου από που είναι, εκτός βέβαια κατά τη λήψη έγγραφης μαρτυρίας ή απολογίας κι αυτό σαν αναγκαίο στοιχείο της δικονομικά συντασσομένης εκθέσεως.


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου