Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

92. Διοικητική εξέταση..

     Η ενεργηθείσα διοικητική εξέταση, υπεβλήθη εις τον Υ.ΕΘ.Α. Αβέρωφ, αυτός δε, με εισήγηση Πλ. -Σερ., την έστειλε στον Επίτροπο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Ταξίαρχο Γεώργιο Μ. για την παραπομπή μου ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου προκειμένου να αποφανθεί τούτο εάν συντρέχει λόγος να τεθώ εις αργίαν δια προσωρινής απολύσεώς μου για παράπτωμα που ανάγεται στα δικαστικά μου καθήκοντα. Σε σχετική πρόσκλησή του, υπέβαλα προς αυτόν την παρακάτω απολογίαν μου:

 «ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ                                      Σχης (Δ) Νικολαΐδης Νικόλαος
                                                                               του Δημητρίου (ΑΜ: 28879)
ΠΡΟΣ: κ.Επίτροπον Αναθεωρητικού            Επίτροπος Διαρκούς
              Δικαστηρίου                                   Στρατοδικείου Αθηνών

Αθήναι τη 1η Ιουνίου 1979
ΘΕΜΑ: Διοικητικαί πράξεις

ΣΧΕΤ: 1/79/28.5.79 Κλήσις προς απολογίαν

         Λαμβάνω την τιμήν, επί του αποδιδομένου μοι παραπτώματος περί την εκτέλεσιν των καθαρώς δικαστικών μου καθηκόντων να εκθέσω τα κάτωθι, καίτοι ουδέν γνωρίζω εκ των εις βάρος μου στοιχείων, καθ’ όσον το νόμιμον αίτημά μου δια να μου χορηγηθούν αντίγραφα των εγγράφων της ενεργηθείσης εις βάρος Ε.Δ.Ε. απερρίφθη αναιτιολογήτως:
    Α. Ομίλησα περί της προπαγάνδας των Γιεχωβάδων και ετόνισα ιδιαιτέρως ότι αφ' ής η Πολιτεία εδέχθη το μόνιμον αίτημά των να εκτελούν άοπλον υπηρεσίαν, ως του νοσοκόμου, μαγείρου, τηλεφωνητού, αγγελιαφόρου κ.λπ. και κατοχύρωσεν αυτό δια νόμου, αρνούνται ήδη όχι μόνον να εκτελέσουν άοπλον υπηρεσίαν αλλά και να ενδυθούν την στολήν του Έλληνος στρατιώτου, αναφερόμενος δε εις την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, ως αύτη προέκυπτεν από τα έγγραφα της δικογραφίας και από την ενώπιον του Στρατοδικείου απολογίαν του, προκειμένου να εκτιμήσω την βαρύτητα της πράξεώς του ίνα προτείνω εν συνεχεία την κατά την κρίσιν μου αρμόζουσαν ποινήν, είπον προς τους Στρατοδίκας Αξκούς ότι εν τη επιμετρήσει της ποινής, θα πρέπει να λάβουν υπ' όψιν των το γεγονός, ότι η ποινή αύτη θα εκτιθή εις τας Αγροτικάς Φυλακάς Κασσάνδρας όπου γίνεται ευεργετικός υπολογισμός ημερών εργασίας και ούτω απολύονται των φυλακών και των τάξεων του Στρατού πολύ ενωρίτερον των λοιπών ενόπλων στρατιωτών. Ταύτα λοιπόν αποτελούν μομφήν και μάλιστα τοιαύτην σινιστώσαν πειθαρχικόν παράπτωμα; Απορρίπτω μετ' αγανακτήσεως την καταφατικήν εν προκειμένω άποψιν η οποία, ως πιστεύω, ουδέποτε θα εύρη δικαίωσιν εις την συνείδησιν οιουδήποτε Χριστιανού Ορθοδόξου και Έλληνος μη Γιεχωβά.
    Β. Είναι αληθές ότι μετά την υπό του συνηγόρου ανάπτυξιν της περί Γιεχωβάδων θεωρίας του, προσδιδούσης τον χαρακτήρα δημοσία προσηλυτισμού, είπεν ούτος τα όσα εν τη εκθέσει περιστατικών αναφέρονται. Εσυνέχισεν όμως -και τούτο ουδείς δύναται να το αρνηθή- και είπεν ότι "υπεράνω του Συντάγματος και των νόμων υπάρχει η συνείδησις" και "τώρα που είμαστε στα πρόθυρα της εντάξεώς μας εις την Ε.Ο.Κ., πράξεις ως του κατηγορουμένου δεν θα πρέπει να τιμωρούνται, ως γίνεται εις τας χώρας αυτής". Αντελήφθην αίσθησιν τινά και παράξενον ηρεμίαν εις το ακροατήριον και προς διασκέδασιν των στεντορία τη φωνή αναπτυχθεισών απόψεων του συνηγόρου, όστις καθ' όλην την διάρκειαν της αγορεύσεώς του ήτο προκλητικότατος, έκρινα ότι είχον καθήκον και υποχρέωσιν να δευτερολογήσω, πρώτον διότι δια της περί συνειδήσεως των Γιεχωβάδων και Συντάγματος φράσεως εβάλετο αυτή αύτη η υπόστασις του Κράτους όπερ, ως εικός, δεν δύναται να υπάρξη άνευ Συντάγματος και Νόμων, δεύτερον διότι δια της περί Ε.Ο.Κ. φράσεώς του εδίδετο η εντύπωσις ότι η χώρα μας εντασσομένη εις την Ε.Ο.Κ. θα ήτο χώρα υποτελής αυτής και υπανάπτυκτος, τουθόπερ αδιανόητον δια τους Έλληνας.
    Κατά την δευτερολογίαν μου είπον -και ταύτα ενθυμούμαι καλώς διότι μου έκανε αίσθησιν η εκ των λόγων μου ικανοποίησις του ακροατηρίου- ότι "δεν νομίζω ότι η ένταξίς μας εις την Ε.Ο.Κ. σημαίνει απεμπόλησιν των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας η οποία δύναται αναμφισβητήτως να ρυθμίζη θέματα εθνικά, δημοσίας τάξεως και ασφαλείας με γνώμονα το ίδιον αυτής συμφέρον και ανεξαρτήτως της οιασδήποτε νομοθεσίας των κρατών-μελών της Ε.Ο.Κ. και δι' αυτό δια να μπούμε εις την Ε.Ο.Κ. δεν ημπορεί ποτέ μα ποτέ να μας ζητηθή σαν αντάλλαγμα να δώσωμε συγχωροχάρτι στους Γιεχωβάδες". Η απάντησίς μου αύτη πιστεύω ότι ήτο, οία θα ήτο και η του αρχιτέκτονος της εντάξεώς μας εις την Ε.Ο.Κ. κ.Πρωθυπουργού, αλλά και παντός υγιώς σκεπτομένου Έλληνος. Τολμώ να διερωτηθώ κ.Επίτροπε και κ.Αναθεωρηταί, ποία θα ήτο η ιδική σας απάντησις;
    Βεβαίως θα ηδυνάμην να σιωπήσω εις την πρόκλησιν, τότε όμως δεν θα ήμην συνεπής προς την πίστιν μου, την μνήμην του ιερέως πατρός μου, κατακρεουργηθέντος υπό των κομμουνιστών και την αποστολήν μου ως Αξκού και στρατιωτικού δικαστού. Τολμώ και πάλιν να διερωτηθώ τις εξ υμών θα εσιώπα εις την τοιαύτην πρόκλησιν; Πιστεύω ουδείς.
    Πέραν τούτου όμως, εάν εσιώπων δεν θα διέτρεχα και πάλιν τον κίνδυνον να μου αποδοθή η μομφή ότι εσιώπησα ενώ είχον υποχρέωσιν και καθήκον να υπερασπιστώ τουλάχιστον το υπερήφανον Ελληνικόν φρόνημα; Είναι λοιπόν η τοιαύτη αντίδρασίς μου κατακριτέα και αποτελεί πειθαρχικόν παράπτωμα δι' όπερ δέον να εγκαλούμαι ενώπιον υμών;
    Γ. Εάν τα όσα είπον εις την αγόρευσίν μου αλλά και κατά τη δευτερολογίαν μου απετέλουν εκτροπήν τινά δεν θα έπρεπε να μου υποδειχθή τούτο υπό του διευθύνοντος την συζήτησιν και ακόμη δεν θα επροκάλουν, έστω και την απλήν διαμαρτυρίαν του συνηγόρου - υπερασπιστού;
    Τα όσα είπον, ουδεμίαν ενείχον κριτικήν προς ουδένα ουδέ απετέλουν εκτίμησιν πολιτικών πραγμάτων, την τοιαύτην δε μομφήν απορρίπτω μετ' αγανακτήσεως.
    Όσα είπον, ανήγοντο εις την σφαίραν του δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντός μου δια την υπόστασιν της Στρατ.Υπηρεσίας και της Πολιτείας και απετέλουν εκδήλωσιν νομίμου καθήκοντός μου ως Επιτρόπου, απολαύοντος ανεξαρτησίαν των λόγων του και δικαιουμένου εκ τούτου να λέγη ό,τι θεωρεί πρέπον και αναγκαίον.
    Ως Επίτροπος ήμην διάδικος εν τη ποινική δίκη και ως τοιούτος είχον οία τουλάχιστον και ο συνήγορος δικαιώματα, όταν δε ούτος εξέθετε θεωρίας ασχέτους προς την κατηγορίαν ήμην υποχρεωμένος να αντιδράσω και αντέδρασα.
    Δ. Κατά τα λοιπά αναφέρομαι εις την ένορκον κατάθεσίν μου ενώπιον του ενεργήσαντος την Ε.Δ.Ε. Αξκού.
    2. Επιφυλλασσόμενος παντός δικαιώματός μου εκ της απορρίψεως του νομίμου αιτήματός μου προς χορήγησιν αντιγράφων των εγγράφων της Ε.Δ.Ε., παρακαλώ δια τα καθ' υμάς."

    Η απολογία μου μαζί με τα έγγραφα της ΕΔΕ υποβλήθηκε στον πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, υποστράτηγο Β. Δημήτριο ο οποίος με την από 5/6/79 πράξη του ώρισε τη σύνθεση του υπό την προεδρία του τριμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, συνεκάλεσε αυτό για την 14ην Ιουνίου 1979 και με κάλεσε να παραστώ στη συνεδρίαση για να απολογηθώ προφορικώς ή εγγράφως. Επειδή ο Β. προερχόταν από την Αεροπορία και οι άλλοι δύο (υποστράτηγος Δημ.Τζ. και ταξίαρχος Σπ.Μ.) είχαν καταταγεί, όντες ιδιώτες και φοιτητές της Νομικής, μαζί μου στην υπηρεσία Γραμματέων Στρατ. Δικαιοσύνης και γνωρίζοντας την δυσμενή για μένα προδιάθεσή τους, προτίμησα και απολογήθηκα με το παρακάτω υπόμνημά μου:

    " Προς
    Το Σον Συμβούλιον του άρθρου 39 του Πρ.Δ/τος 308/75

    Κύριοι Αναθεωρηταί


    Επί της αποδιδοθείσης μοι υπό του κ.Επιτρόπου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου μομφής, αναφέρομαι καθ' ολοκληρίαν εις την από 1/6/79 απολογίαν μου εις ην και εμμένω. Επιτραπήτω μοι να τονίσω άπαξ έτι ότι τα υπ' εμού εν τη δίκη του "μάρτυρος" Ιεχωβά υποστηριχθέντα Ο Υ Δ Ε Μ Ι Α Ν ενείχον κριτικήν της νομοθετικής κι εκτελεστικής εξουσίας του Κράτους ΟΥΔΕ και απετέλουν εκτιμήσεις πολιτικών πραγμάτων ως υπό του κ.Επιτρόπου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου υποστηρίζεται εν τη πράξει παραπομπής μου ενώπιον υμών. Την κατηγορίαν ταύτην του κ.Επιτρόπου απορρίπτω μετ' αγανακτήσεως, θεωρώ εαυτόν διωκώμενον αδίκως και πέραν πάσης δικαστικής δεοντολογίας και τολμώ να είπω χάριν μιάς σκοπιμότητος υπέρ της "θεοκρατικής κυβερνήσεως του Μπρούκλιν" της υποσκαπτούσης εκ των ένδον τα θεμέλεια της Πατρίδος δι' ήν, τω καιρώ τω δέοντι, "αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν". Ανέμενα από τον κ.Επίτροπον του ανωτάτου Στρατιωτικού Δικαστηρίου της χώρας να εκτιμήση τον επαπειλούντα την κοινήν ημών Πατρίδα κίνδυνον από τους Χιλιαστάς και να είπη, όπου δει, ότι ουδέν πλέον των όσων θα έλεγε και λέγει ο οιοσδήποτε Αξκός είπον. Περαιτέρω αι εκτιμήσεις του κ.Επιτρόπου ότι τα υπ' εμού λεχθέντα "θεμελειούν παράβασιν περί την εκτέλεσιν των καθαρώς δικαστικών καθηκόντων" μου δεν ευρίσκουν έρεισμα εις τον Νόμον διότι κατά τας επικαλουμένας υπ' αυτού διατάξεις ο Εισαγγελεύς και συνεπώς και ο Επίτροπος έχει το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωσιν, εν τη αναπτύξει της κατηγορίας και εν τη θεμελειώσει των προς το Δικαστήριον οιωνδήποτε προτάσεών του να είπη ό,τι θεωρεί πρέπον, αναγκαίον και ωφέλιμον προς πάσαν κατεύθυνσιν, πάσα δ' αντίθετος εν προκειμένω άποψις ως δικαιολογίαν θα είχε την φίμωσιν του Εισαγγελέως και Επιτρόπου ή τουλάχιστον την … ανάγκην προηγουμένης ή μεταγενεστέρας λογοκρισίας αυτού, τουθόπερ αδιανόητον δια την νόμω κρατούσαν πολιτείαν, ως πιστεύωμεν, καυχώμεθα και διατυμπανίζωμεν ότι είναι και η ιδική μας.

    Διότι είναι αδιανόητον, εις μεν τον κατηγορούμενον (δια του συνηγόρου του) να επιτρέπεται άνευ συνεπειών (και ορθώς βεβαίως) να επικαλήται και εκμεταλλεύεται προς υπεράσπισίν του και επί σκοπώ απαλλαγής του εκ της κατηγορίας οιονδήποτε γεγονός ή κατάστασιν, εις δε τον Επίτροπον να απαγορεύεται να αντικρούη πάντα ισχυρισμόν του κατηγορουμένου, με το πρόσχημα της εκτροπής τούτου εκ των πλαισίων της διαδικασίας.
    Είναι αδιανόητον να δύναται ο κατηγορούμενος να επιδιώκη την απαλλαγήν του δι' εκμεταλλεύσεως, εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν, του γεγονότος της εις την Ε.Ο.Κ. εντάξεώς μας και δια διαστρεβλώσεως της αληθούς καταστάσεως προς δημιουργίαν εντυπώσεων και επηρεασμόν της κρίσεως του δικαστηρίου υπέρ τούτου, και να μην επιτρέπεται εις τον Επίτροπον να επισημάνη τους παραπλανητικούς ισχυρισμούς ή τας ψευδολογίας του κατηγορουμένου.
    Είναι αδιανότητον να παροράται το αναμφισβήτητον γεγονός τούτο, όπερ αποτελεί και την ουσίαν του πράγματος και το ενδιαφέρον της διώξεως να περιορίζεται αποκλειστικώς εις τα χρησιμοποιηθέντα προς αντίκρουσιν του κατηγορουμένου σχήματα λόγου.
    Εναντίον τίνος Εισαγγελέως κ.Αναθεωρηταί ησκήθη μέχρι σήμερον πειθαρχική τις δίωξις δια γνώμην ην υπεστήριξεν ή δια σχήμα λόγου όπερ μετεχειρίσθη επ' ακροατηρίω; Εναντίον ΟΥΔΕΝΟΣ κατά τον 150ετή βίον της Πολιτείας μας. Εγχειρίζω προς το Συμβούλιόν σας το κείμενον του υπ' αριθ.559/9.2.78  Υπομνήματος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου προς τους κ.κ.ΥΕΘΑ και Υπουργόν Δικαιοσύνης και παρακαλώ όπως προς πάσης αποφάνσεως σας επί της αποδοθείσης μοι μομφής λάβητε υπ' όψιν και τα εν αυτώ εκτιθέμενα.

                Εν Αθήναις της 14η Ιουνίου 1979

                    Ο Εγκαλούμενος
                    (υπογραφή)
                    Νικ.Δ.Νικολαΐδης
                    Σχης (Δ) ΑΜ: 28879"

    Το πειθαρχικό συμβούλιο, που για πρώτη και τελευταία φορά συνήλθε από της συστάσεως της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης αποφάσισε ότι "τα περιστατικά συνιστούν παράπτωμα αναγόμενον εις τα δικαστικά μου καθήκοντα", ότι "δεν υπάρχει λόγος να τεθώ εις αργίαν δια προσωρινής απολύσεως", ότι "υπάρχει λόγος να μου επιβληθεί συνήθης πειθαρχική ποινή" και σαν τέτοια να μου επιβληθεί "ποινή κρατήσεως 15 ημερών" η οποία και μου επιβλήθηκε από τον Αβέρωφ την 27/6/79.
    Μετά τη λήξη της ποινής μου αυτής, κρίθηκα από το Συμβούλιο Προαγωγών και αποστρατεύθηκα σαν μίνι ταξίαρχος, δηλαδή παρέμεινα ένα μήνα ταξίαρχος κι αποστρατεύτηκα ώστε να παίρνω σύνταξη ταξιάρχου. Η κρίση αυτή με ενόχλησε πολύ γι' αυτό και υπέβαλα αναφορά παραπόνων για επανάκριση. Επειδή οι αιτήσεις παραπόνων, σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να κριθούν εντός έξ μηνών και η τακτική της Υπηρεσίας ήταν να κρίνονται την τελευταία εβδομάδα του εξαμήνου και σπάνια γίνονταν δεκτές, κατέθεσα αίτηση στο υπουργείο Δικαιοσύνης και διορίστηκα δικηγόρος Κοζάνης. Δεν πρόλαβα να οργανώσω το γραφείο μου και ειδοποιήθηκα από το Φρουραρχείο  να παρουσιαστώ στο Αναθεωρητικό για να αναλάβω υπηρεσία σαν ταξίαρχος. Κατά την επανάκρισή μου είχα δικαιωθεί παρά τις έντονες αντιδράσεις του προέδρου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Β. Δημητρίου.


Συνεχίζεται....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου