Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

96. Εκδρομές ...

     Αντικείμενο της δικηγορίας μου ήταν και περιορισμένος αριθμός ποινικών υποθέσεων για τις οποίες είχα εμπειρία λόγω της επί τόσα χρόνια υπηρεσίας μου στη Στρατιωτική Δικαιοσύνη. Επίσης οι απλήρωτες συναλλαγματικές, γραμμάτια και επιταγές για την είσπραξη των οποίων υπήρξα λίγο σκληρός διότι οι οφειλέτες δανείζονταν χρήματα με ευκολία και χωρίς να σκεφτούν προηγουμένως το πώς θα εξοφλήσουν τα χρέη τους. Κληρονομικές διαφορές, κτηματικές, εμπορικές, διαζύγια κ.λπ. δεν ανέλαβε καμιά και τούτο διότι θα δυσχέραινε την ανά δεκαήμερο ή δεκαπενθήμερο κάθοδό μου στην Αθήνα όπου η παρουσία μου κοντά στην οικογένειά μου ήταν επιβεβλημένη. 
     Με τα χρήματα που κέρδιζα είχαμε την ευχέρεια να κάνομε με τη γυναίκα μου ταξίδια στο εξωτερικό. Έτσι πήγαμε στη Σουηδία, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, όπου αναζήτησα και βρήκα το συμμαθητή μου από το Γυμνάσιο στο Κιλκίς Ανδρέα Ρ. που είχε ενταχθεί στον ΕΛΑΣ του ΚΚΕ και κατέληξε εκεί εργαζόμενος ως αχθοφόρος στο κρατικό τυπογραφείο καίτοι ήταν πτυχιούχος αεροναυπηγός,  τη Βουλγαρία, Σερβία και την Αίγυπτο, όπου κάναμε Πάσχα στο Κάιρο. Εδώ έγινε και το εξής: Στο Λούξορ μου παραπονέθηκε η γυναίκα μου διότι εξαργύρωνα μόνο εγώ τα δολάρια με το τοπικό νόμισμα και έθεσε θέμα εμπιστοσύνης στη μετατροπή από αυτή των δολαρίων. Της έδωσα ένα εκατοδόλαρο. Έξω από το Λούξορ, ήταν δύο-τρεις που προσφέρονταν στην εξαργύρωση δολαρίων. Πήγε σ' αυτούς και χαρούμενη ήρθε στο γκρουπ  που την περιμέναμε κρατώντας μια δεσμίδα. Ζήτησα να την ελέγξω και με δυσφορία μου την έδωσε. Μόλις την πήρα στα χέρια μου διαπίστωσα ότι στις δύο πλευρές της δεσμίδας υπήρχαν ανά δύο-τρία γνήσια Αιγυπτιακά χαρτονομίσματα και μεταξύ αυτών ισομεγέθη κομμάτια εφημερίδων. Μόλις τα είδε έβαλε τα κλάματα. Οι Αιγύπτιοι απατεωνίσκοι δεν είχαν απομακρυνθεί ούτε και υπήρχε τόπος να κρυφτούν. Έτρεξα έξαλλος προς αυτούς, έπιασα τον ένα -ευτυχώς ήταν του χεριού μου- τον γονάτισα στο χώμα και δείχνοντάς του τη δεσμίδα έλεγε νο μι, νο μι. Οι άλλοι δύο βλέποντας τη σκηνή και το λάκτισμά μου στον γονατισμένο, πλησίασαν και μου επέστρεψαν το εκατοδόλαρο. Μόλις το πήρα άφησα τον Αιγύπτιο. Ευτυχώς για μένα οι δύο άλλοι δεν είχαν μαχαίρια και ήταν δειλοί, αλλιώς δεν ξέρω ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της ενέργειάς μου. Οι άνδρες του γκρουπ έβλεπαν την εμπλοκή μου απαθέστατοι και ας ήταν μεταξύ αυτών κι ένας φίλος μου Κοζανίτης. Έδωσα το εκατοδόλαρο στη γυναίκα μου υπενθυμίζοντάς της μια παρόμοια περίπτωση συνταξιδιώτη μας εκτελωνιστή, στο Βουκουρέστι. 
     Κάτι παρόμοιο αντιμετωπίσαμε στη Φλωρεντία χωρίς όμως να εμπιστευθούμε την ευγένεια και πειστικότητα των Ιταλών. Το ταξίδι στην Ισπανία το έκανε μόνη της, ενταγμένη σε γκρουπ πολύ γνωστών της Κοζανιτών κι αυτό διότι ήμουν υπεραπασχολημένος με τη ΔΕΗ για χρήματα των πελατών μου από απαλλοτριώσεις. Πήγαμε και στην Κωνσταντινούπολη με πούλμαν του ανεψιού μου Μίλτου και παρέα τον αδελφό του Θέμη με τη γυναίκα του Ευδοκία και την αδελφή του Ελευθερία. Ήταν Χριστούγεννα και εκκλησιαστήκαμε στον Πατριαρχικό ναό του Αγ.Γεωργίου παίρνοντας όλοι μας τη θεία μετάληψη από τον Πατριάρχη Δημήτριο. Θυμάμαι ότι υπηρετούσα σαν συνταγματάρχης ή ταξίαρχος και το θυμάμαι διότι με αναζήτησαν στο ΓΕΣ κι όταν τους είπαν ότι βρίσκομαι  σε εκδρομή στην Πόλη, ο αρχηγός του Β΄κλάδου του ΓΕΣ διερωτήθηκε αν θα μπορώ να επιστρέψω. Είχε μόλις επιβληθεί η δικτατορία του Εβρέν στην Τουρκία. Γυρίσαμε χωρίς πρόβλημα.  
     Το τελευταίο μας ταξίδι το κάναμε στον Πόντο με γκρουπ της Θεσσαλονίκης και περνώντας απ' όλες τις παραλιακές πόλεις φτάσαμε το δεκαπενταύγουστο στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά όπου ο ιερέας που μας συνόδευε έκανε ένα σύντομο τρισάγιο στη μνήμη των σφαγιασθέντων από τους Τούρκους Ελλήνων του Πόντου, ενώ εμείς ανάψαμε κεριά και λαμπάδες στερεώνοντάς τα στα χαλάσματα, υπό το συμπαθές βλέμμα του Τούρκου φρουρού που μπορεί να ήταν και κρυπτοχριστιανός. Εντύπωση μεγάλη μας έκανε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του τρισάγιου που κάναμε ο μικρός χώρος προ των ερειπίων του ναού, που πρέπει να τον χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί σαν προαύλιο χώρο (πλατεία), με το αγίασμα δίπλα, γέμισε από νεαρούς και μεσήλικες Τούρκους με τις γυναίκες τους και παρακολούθησαν τη μικρή μας τελετή, που βρίσκονταν άλλωστε στο τέλος της, με κατάνυξη χωρίς να κάνουν το σημείο του σταυρού. Στο τέλος, ο λυράρης που είχαμε μαζί μας, άρχισε να παίζει ποντιακούς σκοπούς κι εμείς του γκρουπ μπήκαμε στο χορό. Πριν τελειώσει ο πρώτος χορός, μπήκανε μεταξύ μας και οι πόντιοι Τούρκοι που μιλούσαν Ποντιακά και χόρευαν μαζί μας με πάθος. Τον λυράρη μας διαδέχθηκε ο Τούρκος πόντιος λυράρης που συνόδευε το παίξιμό του με ποντιακά δίστιχα αγάπης τα οποία και τραγουδούσε με καημό. Αφού οι χορευτές έγιναν μούσκεμα από τον ιδρώτα και πλησίαζε η ώρα του φαγητού, το οποίο είχε προβλέψει ο αρχηγός του γκρουπ να παρατεθεί κάτω από τα τεράστια πλατάνια του ποταμού της Παναγίας, κατηφορίσαμε προς αυτό, ανακατεμένοι με τους Τούρκους και τις Τουρκάλες που καμιά τους δεν φορούσε τις γνωστές από τις μουσουλμάνες της Κομοτηνής βράκες. Τα τραπέζια μας στρωμένα και τα παϊδάκια στον πάγκο. Όπως γίνεται πάντα στα δημόσια γεύματα και στις δεξιώσεις, οι περισσότεροι γεύονται τα εδέσματα δύο και τρεις φορές και οι υπόλοιποι γεύονται τα απομεινάρια των "έξυπνων" λαίμαργων συντρόφων. Έτσι αρκεστήκαμε κι εμείς σε ό,τι η λαιμαργία απαξίωσε να γευθεί και μετανιώσαμε με τη γυναίκα μου που δεν δεχθήκαμε το επίμονο κάλεσμα των Τούρκων Ποντίων οι οποίοι με τις οικογένειές τους έστρωσαν τα φαγητά τους στον ίσκιο των παράπλευρων με τα δικά μας πλατανιών. 
     Θυμάμαι ακόμα το επίμονο κάλεσμα ενός από αυτούς που επαναλάμβανε στην ποντιακή διάλεκτο "ελάτεν παρακαλώ σας σεμέτερα, θα chαίρεται η Παρθένα" που σημαίνει "ελάτε στο δικό μας τραπέζι  θα χαρεί η Παρθένα". Δύστυχε και αγνέ ομαίμονα, που να φανταστείς ότι η άρνησή μας εκείνη γινόταν ύστερα από προσυνεννόηση των εκδρομέων μας να μη σας πλησιάζομε με τη σκέψη ότι έτσι θα σας εκθέταμε στα μάτια των Τούρκων κατασκόπων που η παρουσία τους ήταν εμφανής με το αιτιολογικό της προστασίας μας από τυχόν ληστές. Δέκα πέντε μέρες κράτησε το ταξίδι μας αυτό, τρώγοντας στο δρόμο της επιστροφής ξηρούς καρπούς που αγοράσαμε με τα υπόλοιπα τουρκικά χαρτονομίσματα που είχαν μείνει στα χέρια μας, διότι οι Τουρκικές τράπεζες δεν  δέχονταν να μας τα ανταλλάξουν με δολάρια, δεν ξέρω δε αν το μέτρο αυτό ισχύει και στις ελληνικές τράπεζες. 
     Σε λίγο καιρό από το ταξίδι αυτό η γυναίκα μου άρχισε σιγά-σιγά να χάνει τη ζωτικότητά της. Σε μια κάθοδό μου από την Κοζάνη μου παραπονέθηκε για πονόδοντο και πήγαμε στον οδοντογιατρό που πήγαινε η μεγάλη μας κόρη με τον τότε σύζυγό της. Το ιατρείο του ήταν κάπου στην Πλατεία Βικτωρίας. Όταν την εξέτασε μας δήλωσε ότι δεν αναλαμβάνει τη θεραπεία της (φοβούμενος φυματίωση των οστών) και μας συνέστησε να αποτανθούμε σε γναθοχειρουργό. Στο 401 Γ.Σ.Ν. υπήρχε τέτοιος που κατάγονταν από το Κιλκίς  για τον οποίο είχα ακούσει ότι διακρίνεται για την επιστημονική του πληρότητα και τα ανθρώπινα αισθήματά του. Πήγαμε λοιπόν σ' αυτόν ο οποίος την εξέτασε, της πήρε μόσχευμα χωρίς να το καταλάβει, την καθησύχασε ότι δεν έχει τίποτε το σοβαρό και συνέστησε να τον επισκεφθούμε  σε δέκα ημέρες, εμένα όμως μου αποκάλυψε την αλήθεια ότι έχει αθεράπευτο καρκίνο και το δεκαήμερο που έταξε να τον επισκεφθούμε ήταν για να βεβαιωθεί από τα αποτελέσματα της εξέτασης του μοσχεύματος. Γυρίσαμε σπίτι χωρίς να της αποκαλύψω τίποτε και σε κανένα. 
     Την επομένη έφυγα για την Κοζάνη όπου υπέβαλα την παραίτησή μου από τη δικηγορία, παρακαλώντας τον πρόεδρο του συλλόγου να επισπεύσει την υπό επιτροπής δικηγόρων σύνταξη εκθέσεως που να επιβεβαιώνει την πραγματική άσκηση δικηγορίας, την οποία και σε δύο ημέρες την είχαν έτοιμη -άλλο που δεν ήθελαν να απαλλαγούν της παρουσίας μου- παρέδωσα όλη τη βιβλιοθήκη μου, που ήταν αξιόλογη, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Κοζάνης, τις δέκα πέντε εκκρεμείς δικογραφίες μου στον δικηγόρο Κων., με την υπόσχεσή του, που ποτέ δεν τηρήθηκε, να μου στείλει μέρος της τελικής του αμοιβής, το λυόμενο γραφείο μου σε σχήμα Π με έξι συρτάρια στο μητροπολίτη Διονύσιο και τέλος ξενοικιάζοντας το γραφείο μου, που βρισκόταν σε διαμέρισμα ακριβώς απέναντι από την είσοδο του κτιρίου γραφείων και κατοικίας του Μητροπολίτη, φόρτωσα το Σίμκα αυτοκίνητό μου με τα ρούχα και έφυγα οριστικά πλέον από την Κοζάνη, ύστερα από δικηγορία επτά ετών. 
     Ο γναθοχειρουργός με πληροφόρησε ότι βεβαιώθηκε για την πάθησή της από καρκίνο και μου συνέστησε την εισαγωγή της στο ΝΙΜΤΣ πράγμα που δέχθηκε αφού η κατάστασή της χειροτέρευε χωρίς να ξέρει την πάθησή της. Όταν πλέον βεβαιώθηκαν κι εδώ γι' αυτήν, συνέστησαν να τη μεταφέρω στο αντικαρκινικό "Άγιος Σάββας" όπου άρχισαν οι ακτινοβολίες και ακτινογραφίες χωρίς κανείς των ιατρών να με ενημερώνει. Εδώ πια κατάλαβε την αιτία εισαγωγής της. Άρχισε να μη τρώει σχεδόν τίποτε, εκτός από 2-3 κουταλιές κρέμας που κι αυτές τις δέχονταν με την επιμονή μου και δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνη της για την τουαλέτα όπου τη συνόδευα. Ζήτησα τη βοήθεια ενός φίλου καρδιολόγου ο οποίος ήρθε στη γραμματεία του αντικαρκινικού και με το πρόσχημα ότι σε λίγες ημέρες έρχεται σ' αυτό, ζήτησε και είδε το φάκελό της. Με διαβεβαίωσε δε ότι ο καρκίνος είχε προχωρήσει πολύ, τα πνευμόνια της είχαν γίνει σαν σάπιο τσουβάλι και μου είπε ότι της απομένουν το πολύ δύο ημέρες και πράγματι τη δεύτερη μέρα ψιθυρίζοντάς μου στο αυτί να προσέχω τα παιδιά έσβησε ύστερα από συμβίωσή μας σαράντα ενός ετών.   
     Ήταν 20 Ιουλίου 1990 και η τρίτη από το Νικολαϊδέϊκο που έφευγε από καρκίνο, η μητέρα μου, η αδελφή μου Μαρίκα και η γυναίκα μου, που τα ξενύχτια δίπλα της σε μια ξαπλώστρα της θαλάσσης δεν απέτρεψαν το μοιραίο. Έφυγε βλέποντας τις κόρες μας παντρεμένες, με τα σπίτια τους και με τρία εγγόνια. Ας είναι η μνήμη της αιωνία.




Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου