Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Ο Ναύαρχος Γεώργιος Κακουλίδης α΄

Κεφάλαιο Δεύτερο - Ο Μακεδονικός αγώνας αρχίζει

Η αρχή της νίκης είναι η ανθίστασις 
"Ελληνική Νομαρχία Ε. 33"

     Μέσα σ' αυτό το κλίμα (εξηγείται αναλυτικά στο πρώτο κεφάλαιο) Μακεδονικοί σύλλογοι Αθηνών και Πειραιώς οργάνωσαν πολυπληθείς και μαχητικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που προκάλεσαν τον σκεπτικισμό της κυβέρνησης και τη συγκρότηση στην Αθήνα Επιτροπής των Μακεδόνων, με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο και μέλη εξέχουσες προσωπικότητες. Η Επιτροπή απευθύνθηκε πάλι στους οικονομικούς παράγοντες του τόπου και στους ομογενείς της διασποράς, των οποίων η προσφορά σε χρήμα υπήρξε εντυπωσιακή. Ταυτόχρονα σχεδόν ο Πρόξενος και ο Υποπρόξενος Μοναστηρίου, Βασ. Κυπραίος και Ίων Δραγούμης αντίστοιχα, καθώς και ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, που κατέβηκε ειδικά για τον σκοπό αυτό στην Αθήνα, ζητούσαν επίμονα την ανάληψη της άμυνας του Ελληνισμού από το επίσημο ελληνικό κράτος, που όμως αδρανούσε από δυσπιστία και ίσως και εχθρότητα προς όσους εισηγούνταν ή αναλάμβαναν σχετικές πρωτοβουλίες. Σε αντίθεση με τη στάση της επίσημης πολιτείας, μέλη της "διαλυθείσης" Εθνικής Εταιρείας αποφάσισαν την ενίσχυση των προσπαθείων του Καραβαγγέλη με την αποστολή όπλω ν και πυρομαχικών που αγοράστηκαν από προσφορές ομογενών και φιλελλήνων. Εξέχουσα μεταξύ αυτών θέση είχε η πάμπλουτη ελληνοφώτιστη Γαλλίδα κόμησσα Λουΐζα ντε Ριανκούρ.
Γι' αυτήν ο Ίων Δραγούμης, σε επιστολή του της 23.1.1903, έγραφε στον Παύλο Μελά "... Συλλογίστηκα πως δεν είναι σωστό κάθε λίγο να ζητούμε χρήματα από την κυρία R (iancourt) χωρίς να ζητούμε και από άλλους Έλληνας". Επίσης στις 23.3.1903 ο Παύλος Μελάς έγραφε στον Ίωνα Δραγούμη: "... η κ. Ρ (ιανκούρ) έχει στην διάθεσίν σου 3.000 χρυσά φράγκα, εκτός των μηνιαίων. Γράψε πόσα θέλεις να στείλωμεν..." και στις 3.8.1903, έγραφε πάλι: "... Η κυρία Ριαν (κουρ) έδωσε δέκα πέντε χιλιάδες δραχμές..."
     Τα χρήματα αυτά έφθαναν μέσω των Παύλου Μελά και Ίωνα Δραγούμη στον Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος στην από 13.8.1903 επιστολή του προς τον πρώτο σημείωνε σαν σε υστερόγραφο: "Πρόσφερε παρακαλώ τας ευχάς μου τη υψηλή και όντως ευγενεί κυρία, ήτις έρριψε το πρώτον χρήμα εις το ιερόν έδαφος της Μακεδονίας. Είθε να είναι απαρχή μέλλοντος δι' ημάς αισιωτέρου και χρησιμεύσει ως αφορμή να στρέψωσιν οι ημέτεροι το βλέμμα των προς το μέρος τούτο εξ ού εξαρτάται το μέλλον και η ζωή του όλου Ελληνισμού..."
     Παράλληλα οργανώθηκαν διερευνητικές αποστολές στην περιοχή Καστοριάς από μέλη της Εθνικής Εταιρείας, η οποία στην ουσία ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει. Αποτέλεσμα αυτών και των καθημερινών πιέσεων του τύπου, των Μακεδονικών Συλλόγων και της κοινής γνώμης ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να συνδράμει έμπρακτα τον Μακεδονικό Αγώνα.
     Η απόφαση αυτή αποτελεί τιμή για τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη και για τον διεθνούς κύρους διπλωμάτη υπουργό Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο, όπως είναι αξιέπαινο που επέλεξαν για τον σκοπό αυτό τον Λάμπρο Κορομηλά σαν Γενικό Πρόξενο στη Γενική Διοίκηση (Βιλαγέτ) της Θεσσαλονίκης και που του ανέθεσαν τη διεξαγωγή του όλου Μακεδονικού Αγώνα.
     Ο Κορομηλάς, άνθρωπος με μεγάλη θέληση, επιβλητική παρουσία και τεράστιες διοικητικές, πολιτικές και διπλωματικές ικανότητες, πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, θεώρησε αναγκαίο να λάβει τη συγκατάθεση αλλά και τη διαβεβαίωση για αμέριστη συνδρομή όλων των κομμάτων της εποχής. Για τόν ίδιο λόγο παρουσιάστηκε στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο κι αφού του εξέθεσε τα της αποστολής του, ζήτησε να θέσει κάτω από την προστασία του την όλη προσπάθεια και να συμπαρασταθεί ως Γενικός Διοικητής του Στρατού με στελέχη και με υλικό, αιτήματα που έγιναν αμέσως αποδεκτά, επειδή εξυπηρετούσαν το εθνικό συμφέρον. Είχαν ήδη επιλεγεί από τις 28 Φεβρουαρίου 1904 οι πρώτοι 8 αξιωματικοί (1) που τέθηκαν στη διάθεση του υπουργείου των Εξωτερικών, μεταξύ των οποίων και ο υποπλοίαρχος Γεώργιος Κακουλίδης (2), ο οποίος γνώριζε τη ρωσική γλώσσα και διακρινόταν για την εν γένει μόρφωσή του. 
     Τους αξιωματικούς αυτούς παρουσίασε ο Κορομηλάς στο διάδοχο Κωνσταντίνο ο οποίος τους απηύθυνε τα λίγα, πλην βαρυσήμαντα, λόγια: "Κύριοι, σας εμπιστεύομαι την εθνικήν ταύτην αποστολήν, την οποίαν θα παρακολουθήσω προσωπικώς έχων την πεποίθησιν ότι δεν θα θελήσητε να διαψεύσητε τας προσδοκίας τας οποίας εστήριξα εις σας. Χαίρετε". 
     Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ποιά επίδραση είχε στους νεαρούς αυτούς αξιωματικούς, που είχαν επιλεγεί για τόσο δύσκολη αποστολή, η έντονη και λακωνική αυτή παραίνεση του φυσικού τους προϊσταμένου.
     Οι αξιωματικοί αυτοί προορίζονταν για την ύπαιθρο χώρα της Γενικής Διοικήσεως της Θεσσαλονίκης και καλύπτονταν κάτω από τις ιδιότητες δασκάλων, εμπόρων, αλιέων, μοναχών κ.λπ., ιδιότητες που πολύ συχνά θα άλλαζαν, γι' αυτό και τους δόθηκε η εντολή να μελετήσουν τις περιοχές στις οποίες θα πήγαινε ο καθένας, από άποψη εδάφους, σύνθεσης πληθυσμού, ιστορίας, πλουτοπαραγωγικών πόρων, συνηθειών των κατοίκων, και να μάθουν τη σλαβική γλώσσα και το "Μακεδονικό ιδίωμα" κ.λπ., ώστε να είναι ενήμεροι και επαρκέστεροι στην εκπλήρωση της αποστολής τους.
     Με την από 3.4.1904 επιστολή του ο Παύλος Μελάς εκμυστηρευόταν στον Ίωνα Δραγούμη:  "... Είμαι ενθουσιασμένος και κατευχαριστημένος. Επέτυχα παρά τω Θεοτόκη εκείνο το οποίον είχον την πεποίθησιν ότι θα επιτύχω. Δια της ειλικρινούς και ακριβούς εκθέσεως των εντυπώσεών μας, ο Θεοτόκης ενθουσιάσθη και εδέχθη ο Ρωμάνος κατ' αρχήν όλα όσα του εζήτησα, δηλαδή: 1ον Άλλους 4 αξιωματικούς... 3ον 100-150 όπλα αμέσως τώρα... εν γένει τον εύρον θαρραλέον και αποφασιστικόν... Μου είπε ότι είναι απόλυτος ανάγκη να κινηθώμεν και να οργανωθώμεν, αφού δ' άπαξ εισήλθομεν εις την οδόν αυτήν, πρέπει μετά φρονήσεως μεν αλλ' αποφασιστικώς να εξακολουθήσωμεν... Παρουσιάσθην και εις τον Διάδοχον, τον ενθουσίασα και συνεκίνησα... Θέλει και αυτός τώρα ολοψύχως να εργασθή προσωπικώς..." 


Συνεχίζεται...


(1) Οι αξιωματικοί αυτί ήταν: ο λοχαγός Μωραΐτης Μιχ. (ως Ρουμελιώτης και Κόδρος), οι υπολοχαγοί Κουρέβελης Σπυρ., Εξαδάκτυλος Αθαν. (ως Αντωνίου), Κάκαβος Δημητ. (ως Ζώης),, Αβράσογλου Ιωάν. (ως Αμβρακιώτης), ανθυπολοχαγός Μαζαράκης Κων. (ως Στεργιάκης και Ακρίτας) και ο υπομοίραρχος χωροφυλακής Σπυρομήλιος Σπυρ. (ως Σουρής και Μπούας Αθάλης).
(2) Εγγονός του διαπρεπούς Φιλικού Ιωάννη Κακουλίδη του Παύλου. Ο πατέρας του Αριστοτέλης, εισαγγελέας και δικηγόρος, γεννήθηκε στην Κερασούντα το 1815 και παντρεύτηκε στο Ναύπλιο το 1864 την Ολυμπιάδα Καρυτινού με την οποία απέκτησε 13 παιδιά. Ο υποπλοίαρχος ήταν το δωδέκατο και γεννήθηκε στην Αθήνα την 10ην Μαΐου 1871.


Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ, του Νικ. Δ. Νικολαΐδη, εκδ. ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, 12/2001
    

3 σχόλια:

  1. γεια σας. ξερετε μηπως που μπορω να βρω πληροφοριες για τον ναυαρχο?? προσπαθω να φτιαξω το γενεαλογικο μου δεντρο και εχω την εντυπωση οτι υπαρχει συγγενεια. ευχαριστω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δυστυχώς δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Λάβετε υπ' όψιν σας όμως την πιο πάνω βιογραφία, τις παραπομπές και τις πηγές που αναφέρονται στο βιβλίο.

      Διαγραφή
    2. Εάν δεν μπορείτε να βρείτε το βιβλίο, με χαρά μου να σας το δανείσω.. :)

      Διαγραφή